Η αγωνία της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ, τότε και τώρα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αγωνία της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ, τότε και τώρα

Γιατί το αρχικό πεδίο της αντιπαράθεσης είναι προτιμότερο για τις επιδιώξεις του Αμπάς

Μέχρι το τέλος αυτής της εβδομάδας ο πρόεδρος των παλαιστινίων Μαχμούντ Αμπάς πρόκειται να καταθέσει το αίτημα της αποδοχής της Παλαιστίνης ως πλήρους μέλους του ΟΗΕ ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ακόμα και αν, παρά τις ελάχιστες πιθανότητες, αυτό το εγχείρημα πετύχει, πολύ λίγα θα αλλάξουν εκεί που υπάρχει το πρόβλημα: Το Ισραήλ θα συνεχίσει να κατέχει παλαιστινιακά εδάφη και οι ισραηλινοί με τους παλαιστίνιους πάλι θα πρέπει να διαπραγματευτούν για να λύσουν τις διαφορές τους. Αξιωματούχοι του Ισραήλ και των ΗΠΑ επέκριναν τον Αμπάς για την «μονομερή», όπως την αποκαλούν ενέργεια η οποία «βάζει σε κίνδυνο τις προοπτικές ειρήνευσης». Αυτό είναι δύσκολο να το καταπιούν οι παλαιστίνοι, οι οποίοι πιστεύουν ότι δικαιούνται να πετύχουν την αναγνώριση της κρατικής τους υπόστασης όπως ακριβώς το πέτυχε και το Ισραήλ. Και με το Ισραήλ να συνεχίζει τις μονομερείς προσπάθειές του να εποικίσει την Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ αλλά και με τις διμερείς διαδικασίες να έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, βλέπουν ότι δεν έχουν πολλές άλλες επιλογές από το να απευθυνθούν στον ΟΗΕ – ο οποίος είναι η πεμπτουσία της διεθνούς πολυμέρειας.
Αν μη τι άλλο, με το να καταφεύγουν στον ΟΗΕ η σύγκρουση επιστρέφει στο αρχικό της πεδίο. Το 1947, μόλις δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του ΟΗΕ, η Γενική του Συνέλευση πρόσφερε νομιμότητα στην κρατική υπόσταση του Ισραήλ με το να εγκρίνει το σχέδιο διαχωρισμού της Παλαιστίνης, η οποία απεύθυνε έκκληση για τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους δίπλα σε ένα αραβικό. Για τους ιδρυτές του Ισραήλ, η απόφαση αυτή ήταν το αποκορύφωμα μιας εκστρατείας για την δημιουργία εβραϊκού κράτους που διήρκεσε πάνω από μια γενιά και που έγινε πολύ πιο επιτακτική μετά από την σχεδόν εξάλειψη των ευρωπαϊκών εβραϊκών πληθυσμών στη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου Πολέμου. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ που ακολούθησε βασίστηκε στην αρχή «της ισχύος της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ», και σήμερα το website του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών έχει σε περίοπτη θέση μια ηχογράφηση εκείνης της ονομαστικής ψηφοφορίας με την οποία εγκρίθηκε το σχέδιο διαχωρισμού. Και ήταν ένας αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, ο Ralph Bunche, ο οποίος διαμεσολάβησε για να επιτευχθεί η ανακωχή που έβαλε τέλος στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο το 1949, ανακωχή η οποία εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς στις διαπραγματεύσεις για τα σύνορα.
Έκτοτε, ο ΟΗΕ έχει λάβει το μέρος που του αναλογεί στις διαμάχες στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ αποξενώθηκε βαθιά από τον ΟΗΕ όταν, το 1957, η Γενική Συνέλευση κατονόμασε τον σιωνισμό ως μια μορφή ρατσισμού. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο γενικός γραμματέας Κόφι Ανάν εργάστηκε για να αποκαταστήσει ένα κλίμα ισορροπίας ασκώντας πιέσεις υπέρ της αποδοχής του Ισραήλ σε δυτικοευρωπαϊκές και άλλες ομάδες, κάτι που επέτρεψε στους ισραηλινούς να προωθήσουν υποψηφίους σε υποομάδες της Γενικής Συνέλευσης. Αργότερα, προσπάθησε να ξαναδώσει στον ΟΗΕ ένα ρόλο ενδιάμεσου στη διαμάχη με το να βοηθήσει να συγκροτηθεί το Κουαρτέτο του 2002 και να προωθήσει τον ατυχήσαντα «οδικό χάρτη» προς την ειρήνη. Πρόσφατα, η αξιοπιστία του ΟΗΕ ανάμεσα στους παλαιστινίους υπονομεύτηκε από γεγονός ότι το Κουαρτέτο μποϊκοτάρισε την κυβέρνηση της Χαμάς που εκλέχθηκε το 2006 και υποστήριξε τον αποκλεισμό της Γάζας που επέβαλε το Ισραήλ.
Οι παλαιστίνιοι δεν περιμένουν πολλά από το εγχείρημα στον ΟΗΕ, αλλά η ένοπλη αντίσταση δεν προσφέρει τίποτα πια και οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε βαθύ τέλμα. Οι παλαιστίνιοι υποφέρουν από εκτοπίσεις, απογοήτευση και πολιτικές διακρίσεων επί πολλές γενιές. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του 1988 από τον ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) Γιασέρ Αραφάτ, μόλις και μετά βίας καταλαμβάνει μια υποσημείωση σήμερα. Στο Όσλο, η PLO πήρε μέρος σε μια πολιτική διεργασία η οποία προοριζόταν να δημιουργήσει συνθήκες εμπιστοσύνης και να οδηγήσει στην παλαιστινιακή ανεξαρτησία αλλά, αντί για αυτό, αναζωογόνησε άθελά της τις κινήσεις των ισραηλινών εποικιστών, οι οποίοι επέκτειναν σημαντικά την παρουσία τους στη Δυτική Όχθη τα χρόνια που ακολούθησαν. Και για να γίνουν ακόμη χειρότερα τα πράγματα οι ηγέτες των παλαιστινίων άρχισαν να γίνονται αλλοπρόσαλλοι. Στον αγώνα τους για την απελευθέρωση, συχνά κατέφυγαν, ή τουλάχιστον ανέχθηκαν, άγριες τρομοκρατικές ενέργειες οι οποίες τελικά έπληξαν σημαντικά τον δικό τους σκοπό.
Η ειρηνευτική διαδικασία προχώρησε πολύ λίγο από το 2000, όταν εξαπολύθηκε η βία της δεύτερης ιντιφάντας που οδήγησε το Ισραήλ στο να μετακινηθεί πολιτικά προς τα δεξιά. Το ισραηλινό κοινοβουλευτικό σύστημα διασφαλίζει ότι τα μικρά κόμματα έχουν δυσανάλογη επιρροή στους κυβερνητικούς συνασπισμούς. Όποια κυβέρνηση κινείται στην κατεύθυνση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των παλαιστινίων, κινδυνεύει να δει τα κόμματα αυτά να αποστατούν, ειδικώς όταν μερικά από αυτά φαίνεται ότι υπάρχουν μόνο και μόνο για να αποτρέψουν μια συμφωνία ειρήνευσης. Επίσης, οι ισραηλινοί ηγέτες δεν είναι πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν την περιχαράκωση των εποίκων, παρότι είναι παράνομη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, καθώς οι έποικοι έχουν γίνει μια από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις στο Ισραήλ.
Άρα, η παλαιστινιακή πρωτοβουλία είναι μια πράξη απελπισίας η οποία γεννήθηκε από την βαθειά απογοήτευση. Ο Αμπάς, ο οποίος, και εξαιτίας των εμπειριών του αλλά και λόγω χαρακτήρα, δεν είναι συγκρουσιακός τύπος, έχει ξεκαθαρίσει ότι προτιμά τις διαπραγματεύσεις. Όταν αντιμετώπισε την πλήρη έλλειψη βιώσιμων όρων για παραγωγικές συνομιλίες, τότε επέλεξε να απευθυνθεί στον ΟΗΕ, έστω κι αν ρισκάρει να αποξενωθεί από τον μόνο σύμμαχο που μπορεί να φέρει το Ισραήλ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αν υπαναχωρήσει χωρίς να έχει πετύχει κάτι σίγουρο, ή αν υποσκαφθούν οι προσπάθειες μιας συμφιλίωσης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ, τότε το πολιτικό του κύρος στην Παλαιστίνη θα έχει εξασθενήσει σημαντικά. (Η Χαμάς, προκειμένου να αντισταθμίσει τα ρίσκα της, αποστασιοποιήθηκε από το εγχείρημα στον ΟΗΕ, χωρίς όμως να αντιταχθεί ρητά). Αυτοί που προσπαθούν να τον πείσουν να γυρίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων πρέπει να του δείξουν και έναν πειστικό τρόπο - ένα τρόπο που θα περιλαμβάνει το πάγωμα της διαδικασίας εποικισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αμπάς έχει πλέον καταφύγει στο διπλωματικό αντίστοιχο μιας φυγής προς τα εμπρός.
Τελείωσα δύο απογοητευτικά χρόνια ως ο επικεφαλής της αποστολής του ΟΗΕ για την διαμάχη ισραηλινών και παλαιστινίων (2005-2007) σκεπτόμενος ότι ο μοναδικός τρόπος να βρεθεί μια λύση θα ήταν να δεχθεί το Ισραήλ μια προειδοποίηση που μόνο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να κάνουν. Αυτό ακόμα δεν έχει συμβεί, παρά το γεγονός ότι τα σύγχρονα δημογραφικά δεδομένα στην περιοχή θα μπορούσαν σύντομα να σημάνουν το τέλος της ισραηλινής δημοκρατίας. Όμως, η τωρινή αναμέτρηση στον ΟΗΕ – σε συνδυασμό με τις αλλαγές που παρατηρούνται στη Μέση Ανατολή - θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν κίνητρο αλλαγής προτύπων, κάτι που είναι απαραίτητο για την ειρήνη.
Οι πρωταρχικές κινητήριες δυνάμεις της Αραβικής Άνοιξης είναι η κακή διακυβέρνηση, η μαζική ανεργία και μια απαράδεκτη σχέση μεταξύ διεφθαρμένων καθεστώτων και των πολιτών τους. Αλλά ήταν οι παλαιστινιακές σημαίες που ανέμιζαν στην πλατεία Ταχρίρ ενώ, παράλληλα, το κύμα των λαϊκών εξεγέρσεων στην περιοχή αποκατέστησε τη σημασία της κοινής γνώμης – η οποία απεχθάνεται βαθιά την αντιμετώπιση που επιφύλαξαν οι ισραηλινού στους παλαιστίνιους – για τη χάραξη πολιτικής. Οι κυβερνήσεις της περιφέρειας αυτής, όπως και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αγνόησαν αυτό το πάνδημο αίσθημα διακινδυνεύοντας τη θέση τους.
Είναι αυτό το κύμα της κοινής γνώμης – και όχι το εγχείρημα στον ΟΗΕ – που είναι κυρίως υπεύθυνο για την διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ, ειδικά από τους συμμάχους του στην περιοχή, την Αίγυπτο και την Τουρκία. Οι αιγύπτιοι είναι καταφανώς δυσαρεστημένοι από την ψυχρή ειρήνη που έχει η χώρα τους με το Ισραήλ. Περισσότερο από όλα έχουν αγανακτήσει με την συνεργασία του πρώην προέδρου τους Χόσνι Μουμπάρακ για τον αποκλεισμό της Γάζας από το Ισραήλ. Η επιθετική στάση του τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν τις τελευταίες εβδομάδες απέναντι στο Ισραήλ είναι εξαιρετικά δημοφιλής στην Τουρκία και τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Για να αποκαταστήσει την διπλωματική του υπόσταση το Ισραήλ πρέπει μάλλον να ακολουθήσει νέες πολιτικές παρά να προσπαθεί να σταματήσει τις διάφορες διεθνείς καμπάνιες – όπως το εγχείρημα των παλαιστινίων στον ΟΗΕ - τις οποίες ονομάζει «προσπάθειες απονομιμοποίησης του Ισραήλ» – όπως το εγχείρημα των παλαιστινίων στον ΟΗΕ -
Όπως ο πρωτοπόρος ευρωπαϊστής Ζαν Μονέ (Jean Monnet) συμβούλεψε μέσα από τα απομνημονεύματά του, όταν ένα πρόβλημα γίνεται δυσεπίλυτο – και η διένεξη παλαιστινίων–ισραηλινών είναι ένα εξέχον τέτοιο παράδειγμα – η καλύτερη προσέγγιση αντί της κατά μέτωπο αντιμετώπισης είναι η αλλαγή του πλαισίου αναφοράς. Τόσο το Όσλο όσο και ο «οδικός χάρτης» βασίζονται στο (εν υπνώσει σήμερα) σκεπτικό ότι μπορεί να αναπτυχθεί κοινή εμπιστοσύνη μεταξύ ενός λαού υπό κατοχή και του κατακτητή του. Το να αποδοθεί κρατική υπόσταση την Παλαιστίνη από τον ΟΗΕ δεν πρόκειται να τερματίσει την ισραηλινή κατοχή αλλά μπορεί να επιφέρει τις αλλαγές στο πλαίσιο αναφοράς που είναι απαραίτητες για την ειρήνη.
Πρωτότυπο: http://www.foreignaffairs.com/articles/68289/alvaro-de-soto/palestines-u...

Copyright © 2002-2010 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.