Το ελληνικό «κούρεμα» και η συνυπευθυνότητα της Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ελληνικό «κούρεμα» και η συνυπευθυνότητα της Ευρώπης

Γιατί οι τράπεζες και οι πλούσιες χώρες πρέπει να βοηθήσουν
Περίληψη: 

Η κρίση του ευρώ δεν είναι μια απλή ιστορία ελλήνων αμαρτωλών και γερμανών αγίων. Στην πραγματικότητα, η επιβολή λιτότητας στην περιφέρεια της ευρωζώνης πολύ λίγα θα καταφέρει. Για να σωθεί η ήπειρος, οι πλουσιότερες χώρες και οι ιδιώτες επενδυτές πρέπει να μοιραστούν τα βάρη.

Ο ABRAHAM NEWMAN είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Διπλωματικών Σπουδών Edmund A. Walsh στο πανεπιστήμιο Georgetown.

Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008, η γερμανική κυβέρνηση έχει μια εμμονή σχετικά με τους κινδύνους της έλλειψης αξιοπιστίας: Το Βερολίνο έχει αντιταχθεί στις εκκλήσεις να πληρώσει το τίμημα για τις αλόγιστες δαπάνες των σπάταλων εταίρων του στην Αθήνα, τη Ρώμη, και αλλού. Όσο λογικό κι αν ακούγεται αυτό, τούτη η θεώρηση των πραγμάτων τροφοδότησε την αντίδραση της γερμανικής κοινής γνώμης σε διασώσεις των πιο αδύναμων χωρών της ΕΕ, αποκλείοντας μια δυναμική ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση και επιτρέποντας την εξάπλωσή της στην αγορά ομολόγων. Αρκεί μια ματιά στην κατάρρευση της κυβέρνησης της Ιταλίας το Σαββατοκύριακο.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ χρειάζεται στα σοβαρά μια νέα ατζέντα, η οποία θα της επιτρέπει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του απρόθυμου εκλογικού σώματος αλλά και να διασώσει την ευρωζώνη, με τον περιορισμό της κρίσης του χρέους. Το πρόσφατο «Ελληνικό κούρεμα», στο πλαίσιο του οποίου οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης προώθησαν μια συμφωνία για την περικοπή ομολογιακών αξιώσεων επί του ελληνικού χρέους ως μέρος ενός συνολικότερου πακέτου διάσωσης, προσφέρει μια ευκαιρία μεταβολής του πολιτικού κλίματος. Η Μέρκελ θα πρέπει να παρουσιάσει στο euro group ένα σχέδιο για το ευρώ σύμφωνα με το οποίο οι υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Πορτογαλία θα επανεκδώσουν ομόλογα για να εξυπηρετήσουν το χρέος τους, τα οποία θα είναι καλυμμένα με εξασφαλίσεις από την ευρωζώνη, ενώ οι ιδιώτες κάτοχοι ομολόγων (ως επί το πλείστον μεγάλες γαλλικές και γερμανικές τράπεζες) θα περικόψουν την ήδη υπάρχουσα συμμετοχή τους με αντάλλαγμα νέα, ευκολότερα ρευστοποιήσιμα και ασφαλέστερα ομόλογα. Μόνο εαν όλοι όσοι συμμετέχουν στο μέλλον της Ευρώπης -συμπεριλαμβανομένων των κυβερνήσεων του ευρωπαϊκού πυρήνα αλλά και του ιδιωτικού τομέα – μοιραστούν την ευθύνη για τη διάσωσή της, θα κάνουν δυνατή την επιστροφή της ανάπτυξης και της ευημερίας στην ήπειρο.

Η Γερμανία έχει δώσει μέχρι τώρα δημοσιονομική στήριξη προς τους γείτονές της υπό την προϋπόθεση σοβαρών περικοπών μέσω προγραμμάτων λιτότητας, φοβούμενη ότι η άνευ όρων χρηματοδότηση των απλόχερων δαπανών των άλλων θα δημιουργούσε κρίση αξιοπιστίας. Η θέση αυτή πηγάζει από την άποψη που εκφράστηκε από τον Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σε πρόσφατη συνέντευξή του στους Financial Times, ότι «ανεξάρτητα από τον ρόλο που μπορεί να έχουν παίξει οι αγορές ως καταλύτης, η κρίση χρέους στην ευρωζώνη» είναι κυρίως αποτέλεσμα «υπερβολικών κρατικών δαπανών». Αυτή είναι μια επικίνδυνη προσέγγιση, καθώς θολώνει την κοινή ευθύνη για την κρίση, υπονομεύει τη γερμανική πολιτική στήριξη για την περιοχή και δημιουργεί κινδύνους για οικονομική στασιμότητα που θα μπορούσε να προκληθεί στην Ευρώπη λόγω της επιβληθείσης λιτότητας.

Η κρίση της Ευρωζώνης δεν είναι μια απλή ιστορία αμαρτωλών και αγίων. Η υπερ-μόχλευση – η πρακτική της προσφυγής σε υπερβολικό δανεισμό στον πυρήνα της κρίσης - είναι από μόνη της μια στρεβλή και άμεση συνέπεια του ενιαίου νομίσματος. Η εισαγωγή του ευρώ και εντολή για καταπολέμηση του πληθωρισμού από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε σαν αποτέλεσμα οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας να μειώσουν τα επιτόκια σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Ιταλία βρέθηκαν ξαφνικά με τη βαθμολογία της πιστοληπτικής ικανότητας της Γερμανίας και οι πολίτες και οι κυβερνήσεις τους δανείστηκαν χωρίς άγχος. Τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών απογειώθηκαν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, καθώς οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες δάνειζαν χρήματα στους Έλληνες και τους Ισπανούς ώστε να αγοράζουν γερμανικά και γαλλικά προϊόντα. Εξωτικά χρηματοοικονομικά προϊόντα που προωθήθηκαν από την Wall Street, το Λονδίνο και τη Φρανκφούρτη και τροφοδότησαν περαιτέρω την καταναλωτική κραιπάλη, δεδομένου ότι επέτρεψαν στους πολίτες να συνάψουν ακόμη μεγαλύτερες υποθήκες και ανακυκλούμενες πιστώσεις.

Όλα ήταν καλά μέχρι την ώρα που η οικονομική κρίση στέγνωσε τα έσοδα και ανάγκασε τις κυβερνήσεις να μεταφέρουν το κόστος του επικίνδυνου ιδιωτικού δανεισμού στο δημόσιο μέσω των διασώσεων. Οι τράπεζες για μια ακόμη φορά πραγματοποίησαν κέρδη ρεκόρ αλλά οι φορολογούμενοι απέμειναν με τον πονοκέφαλο από το πάρτι. Η κρίση του δημόσιου χρέους, στη συνέχεια, δεν ήρθε απλώς ως αποτέλεσμα της ανεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής μεμονωμένων κρατών αλλά ως τμήμα μιας συστημικής αποτυχίας στη ροή των ευρωπαϊκών πιστώσεων.

Για τη Μέρκελ, το να μιλά για τον κίνδυνο αξιοπιστίας εξαιτίας ενός ένα σχεδίου διάσωσης, ήταν μια βραχυπρόθεσμη στρατηγική για να χειριστεί τις συνέπειες της κρίσης στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό. Δυστυχώς για την Ευρώπη, με τον τρόπο αυτό, την εγκλώβισε. Παίζοντας το παιχνίδι του φόβου για τις διασώσεις, έχει βάλει φωτιά στις αγορές ομολόγων, οι οποίες αύξησαν με εκθετικό τρόπο το μέγεθος της ελληνικής διάσωσης και έφεραν την Ιταλία στο χείλος της χρεοκοπίας. Όμως, οι εκκλήσεις για λιτότητα που συνόδευσαν την πολιτική της Μέρκελ σχετικά με τον κίνδυνο αξιοπιστίας συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες προς την επίλυση των δημοσιονομικών δεινών των περιφερειακών χωρών. Καθώς οι μισθοί και οι δημόσιες δαπάνες μειώνονται, η ύφεση κατά τόπους βαθαίνει περαιτέρω, πληγώνοντας την δυνητική φορολογική βάση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Και για τη Γερμανία, η λιτότητα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση κρίσιμες αγορές για τις γερμανικές εξαγωγές, εξασφαλίζοντας έναν δεύτερο γύρο ύφεσης στην Ευρώπη και τη Γερμανία.