Οι ευθύνες της Γερμανίας για την κρίση του ευρώ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ευθύνες της Γερμανίας για την κρίση του ευρώ

Ο ρόλος του ηγέτη και η συμπεριφορά του εγωιστή

Πρώτον, αντί να παρέχει στις περιφερειακές χώρες μία αγορά που θα απορρόφα τα εν κινδύνω προϊόντα τους, η Γερμανία πωλεί με ενθουσιασμό τα δικά της βιομηχανικά προϊόντα προς την περιφέρεια. Σύμφωνα με τη Eurostat, το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ αυξήθηκε από 46,4 δις. ευρώ το 2000 σε 126,5 δις ευρώ το 2007. Η εξέλιξη των διμερών εμπορικών πλεονασμάτων της Γερμανίας με τις χώρες της Μεσογείου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Μεταξύ 2000 και 2007, το ετήσιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας με τη Γερμανία αυξήθηκε από 3 δις ευρώ στα 5,5 δισ. ευρώ, της Ιταλίας διπλασιάστηκε από 9,6 δις ευρώ σε 19,6 δις, της Ισπανίας σχεδόν τριπλασιάστηκε, από 11 δις σε 27 δις και της Πορτογαλίας τετραπλασιάστηκε από 1δις σε 4,2 δις. ευρώ. Επιπλέον, μεταξύ του 2001 και του 2009 η Γερμανία είδε την συνολική τελική εγχώρια κατανάλωση να πέφτει από 78,5% του ΑΕΠ σε 74,5%. Το ακαθάριστο ποσοστό της αποταμίευσης αυξήθηκε από κάτω του 19% του ΑΕΠ σε σχεδόν 26% την ίδια περίοδο.

Δεύτερον, αντί να προχωρήσει σε αντι-κυκλικό δανεισμό, ο γερμανικός δανεισμός προς την ευρωζώνη ήταν σε αρμονία με τον οικονομικό κύκλο. Έμμεσα (μέσω της αγοράς ομολόγων) και άμεσα (με τη διάδοση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της μέσω του ευρώ), η χώρα είχε ουσιαστικά δώσει στις χώρες της περιφέρειας τα απαιτούμενα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα της. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθισης του 2003-2008, η Γερμανία επέκτεινε την πίστωση σε μαζική κλίμακα για τις μεσογειακές χώρες της ευρωζώνης. Η Φρανκφούρτη έπραξε πολύ σωστά για τον εαυτό της. «Οι Ευρωπαϊκές Χρηματοπιστωτικές Διασυνδέσεις», ένα πρόσφατο έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ, αποκαλύπτει ότι το 2008, η Γερμανία ήταν ο ένας από τους δύο μεγαλύτερους καθαρούς πιστωτές εντός της ευρωζώνης (μετά τη Γαλλία). Η θετική θέση της ήταν η μια πλευρά του καθρέφτη αφού η άλλη αποτύπωνε την αρνητική θέση της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, και της Ισπανίας. Φυσικά, καθώς η χρηματοπιστωτική κρίση άρχισε να κλιμακώνεται το 2009, η Γερμανία έκλεισε απότομα το πορτοφόλι της. Τώρα η περιφέρεια της Ευρώπης χρειάζεται μακροπρόθεσμα δάνεια περισσότερο από ποτέ, αλλά η ενθουσιώδης προδιάθεση της Γερμανίας για επέκταση των πιστώσεων φαίνεται πως έχει δεν υπάρχει πια.

Και τι γίνεται με το τρίτο δημόσιο αγαθό, τις σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες; Εξ ορισμού, το ευρώ δίνει στις χώρες που επιλέγουν να συμμετάσχουν σ’ αυτό μια κοινή διεθνή διακύμανση, την αξιοπιστία που συνοδεύει η συμμετοχή σ’ ένα δυνητικά παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, καθώς και τη πιστοληπτική ικανότητα των ισχυρότερων μελών της. Τα προαναφερθέντα ισχύουν μεν αλλά αποτελούν παράλληλα και τη πηγή του προβλήματος. Στον πυρήνα της ευρωζώνης βρίσκεται η πεποίθηση ότι αν οι χώρες ακολουθήσουν ένα σύνολο κανόνων σχετικά με το πόσο χρέος, έλλειμμα και πληθωρισμό μπορούν να έχουν, οι οικονομίες τους θα συγκλίνουν και η ίδια συναλλαγματική ισοτιμία θα λειτουργεί θετικά για όλα τα κράτη - μέλη. Αυτό ισχύει στη θεωρία, αλλά μόνο εφ 'όσον οι χώρες τηρούν τους κανόνες. Και, παρά το γεγονός ότι η Γερμανία είναι ο συγγραφέας πολλών από αυτών των κανόνων, η ίδια παρουσίασε εκπληκτική έλλειψη ηγεσίας και ευθύνης όταν έπρεπε να τους τηρήσει. Όταν έσπασε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) το 2003, έστειλε το μήνυμα προς τις μικρότερες χώρες ότι η δημοσιονομική ασωτία θα μένει ατιμώρητη. Το αποτέλεσμα ήταν αυξημένος δημόσιος δανεισμός και αύξηση των δημοσίων δαπανών. Τα ενθουσιώδη δάνεια της Γερμανίας προς την περιφέρεια απλά επιδείνωσαν το πρόβλημα.

Τέταρτον, η οικονομική ευρωστία απαιτεί ένα σταθεροποιητή για να συντονίσει τη μακροοικονομική πολιτική στο πλαίσιο του συστήματος. Στον τομέα αυτό, η Γερμανία απέτυχε θεαματικά, επιμένοντας ότι ο υπόλοιπος κόσμος πρέπει να ακολουθήσει την ιδιόρρυθμη ordoliberalική [4] οικονομική φιλοσοφία της για ανάπτυξη μέσω εξαγωγών. Με το να αγνοεί από μακρού χρόνου καθιερωμένες οικονομικές ιδέες, όπως το κεϋνσιανό «παράδοξο της λιτότητας» ή την «πλάνη της σύνθεσης», η Γερμανία τάσσεται υπέρ μια σοβαρής δόσης λιτότητας στην περιφέρεια της Ευρώπης, χωρίς να ενδιαφέρεται να αντισταθμίσει έστω κατ’ ελάχιστον τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις με το να προχωρήσει σε προγράμματα ανάκαμψης ή σε εγχώριες πληθωριστικές πολιτικές. Η γερμανική ανάπτυξη, άλλωστε, εν μέρει τροφοδοτήθηκε από τη ζήτηση στη Νότια Ευρώπη (που κατέστη δυνατή λόγω των υπερβολικών γερμανικών αποταμιεύσεων). Με την άκαμπτη λογική της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών, οι εξαγωγές μιας χώρας είναι οι εισαγωγές μιας άλλης και οι εισροές κεφαλαίων μιας χώρας είναι οι εκροές κεφαλαίων μιας άλλης. Έτσι, η ευρωζώνη ως σύνολο δεν μπορεί να μοιάσει περισσότερο στη Γερμανία. Μόνο, η Γερμανία μπορεί να είναι όπως η Γερμανία, επειδή οι υπόλοιπες χώρες οι δεν είναι. Η επιμονή στην ordoliberalική σύγκλιση εγγυάται οικονομική αστάθεια και όχι επίτευξη σταθερότητας.