Τι κατάφεραν οι συζητήσεις για το κλίμα στο Durban; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι κατάφεραν οι συζητήσεις για το κλίμα στο Durban;

Γιατί «μια από τα ίδια» μπορεί να καταδικάσει τον πλανήτη
Περίληψη: 

Η συμφωνία για το κλίμα, η οποία επιτεύχθηκε στη Νότια Αφρική, επικυρώνει απλώς μια προσέγγιση που απέτυχε να αναστρέψει την υπερθέρμανση του πλανήτη για περισσότερα από 20 χρόνια.

Η RUTH GREENSPAN BELL είναι υπότροφη Δημόσιας Πολιτικής στο Διεθνές Κέντρο Woodrow Wilson.
Ο BARRY M. BLECHMAN είναι ο συνιδρυτής του Κέντρου Stimson και διακεκριμένος συνεργάτης για θέματα πυρηνικού αφοπλισμού.

Τα αποτελέσματα της πρόσφατης διάσκεψης για το κλίμα στο Durban αντιπροσωπεύουν ενός είδους νίκης για ένα συγκεκριμένο όραμα περί του πώς η κοινότητα των εθνών θα μπορούσε να αποκτήσει τελικά τον έλεγχο στις εκπομπές των «αερίων του θερμοκηπίου». Αλλά αυτό το όραμα είναι εσφαλμένο, διαιωνίζει μια προσέγγιση η οποία, μετά από περισσότερα από 20 χρόνια διαπραγματεύσεων, δεν έχει αντιστρέψει τις αυξητικές τάσεις των «αερίων του θερμοκηπίου» στον πλανήτη. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συνεχιζόμενη επιμονή σε μια συνολική συμφωνία που όλα τα έθνη διαπραγματεύθηκαν, μέσω μιας διαδικασίας του ΟΗΕ. Ο βαθμός στον οποίο το έθιμο μιας «νομικά δεσμευτικής» συμφωνίας έχει κυριαρχήσει επί της ανθρώπινης σκέψης για το ζήτημα του κλίματος είναι επίσης ανησυχητικός.

Στο άρθρο του Foreign Affairs τον Οκτώβριο «Πέρα από τις συνομιλίες για το κλίμα στο Durban» (Beyond the Durban Climate Talks) [1], εξεταζόταν μια εναλλακτική οδός διαπραγμάτευσης - με βάση το αποτελεσματικό μοντέλο του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Εκεί, ειδικά θέματα ήταν ευκαιριακά κατατετμημένα προκειμένου να επιλυθούν. Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαπραγματευτές επετύγχαναν πρόοδο μέσω της συνεργασίας σε εναλλακτικά φόρα που δεν ήταν προσκολλημένα στους κανόνες του ΟΗΕ, ειδικά σε αυτούς που δίνουν σε κάθε χώρα, ανεξάρτητα από το πόσο μικρή είναι, ένα δυνητικό βέτο επί των αποτελεσμάτων. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα του Durban συνεχίζει την καλά-πεπατημένη οδό του ΟΗΕ.

Στις συναντήσεις έγινε παρατεταμένη συζήτηση για το πώς ακριβώς θα περιγραφεί ο «νόμιμος» και «δεσμευτικός» χαρακτήρας μιας μελλοντικής συμφωνίας που μπορεί να προκύψει το 2015 μετά από ένα ακόμα «νέο» γύρο διαπραγματεύσεων. Πράγματι, η υποτιθέμενη διάκριση μεταξύ της «πολιτικής» ή «εθελοντικής» και της «νομικά δεσμευτικής» συμφωνίας έχει κυριαρχήσει επί χρόνια στο Πλαίσιο των Διαπραγματεύσεων για την Κλιματική Αλλαγή υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, τέτοιες διακρίσεις καταρρέουν μετά από μια πιο προσεκτική εξέταση.

Ανεξάρτητα από την επισημότητα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων και τοπόσο «νόμιμη» είναι η συμφωνία και η κύρωσή της, στο τέλος, η συμμόρφωση σε αυτήν θα εξαρτηθεί από το εάν τα έθνη έχουν δεσμευτεί να αλλάξουν τη συμπεριφορά των πολιτών τους. Επίσης, θα εξαρτηθεί από τον βαθμό στον οποίο τα έθνη θα εμπιστεύονται τους άλλους ότι κάνουν το ίδιο. Ακόμα και επικυρωμένες, οι συμφωνίες εξαρτώνται από τη συνεχιζόμενη καλή θέληση των εμπλεκόμενων χωρών. «Χωρίς μια παγκόσμια διακυβέρνηση, δεν υπάρχει εξουσία που να είναι σε θέση να αναγκάσει τα κράτη να τηρήσουν τις συμφωνίες», όπως επεσήμανε η ειδική εμπειρογνώμων επί του ελέγχου των εξοπλισμών στο Πανεπιστήμιο UCLA, Deborah Larson. Ως εκ τούτου, η συμμόρφωση είναι «ένα θέμα εμπιστοσύνης και πολιτικής δέσμευσης, όχι νομιμότητας».

Εν τέλει, συμφωνίες που επηρεάζουν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα ως επί το πλείστον εφαρμόζονται όταν οι εθνικοί ηγέτες θέτουν το πολιτικό βάρος τους πίσω από αυτές και όταν αυτή η στήριξη γίνεται θεσμοθετημένα. Το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο υποτίθεται ότι θα ήταν νομικά δεσμευτικό, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Αρκετές χώρες αρχικά επικύρωσαν τη συμφωνία, αλλά τώρα αποτραβιούνται. Με αυτό τον τρόπο, ο Καναδάς, για παράδειγμα, θα αποφύγει κάποια πρόστιμα ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλες χώρες την έχουν επικυρώσει και δεν έχουν εκπληρώσει τις δεδηλωμένες δεσμεύσεις τους.

Το πρόβλημα με τη συνεχιζόμενη πίεση επί της πολιτικής / νομικής διάκρισης είναι ότι δημιουργεί προσδοκίες που δεν μπορούν να εκπληρωθούν, κυρίως ότι μια επικυρωμένη συμφωνία θα επιλύσει αυτόματα τα προβλήματα του κλίματος και θα θέσει μόνιμα ολόκληρο τον κόσμο στον δρόμο της μείωσης των εκπομπών.

Αλλά, δείτε και τις διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά όπλα: η Βόρεια Κορέα καταπάτησε τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της Συνθήκης Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων και, όταν την κατάλαβαν, απλά αποσύρθηκε από τη συμφωνία και απέλασε τους διεθνείς παρατηρητές. Ομοίως, το Ιράν φαίνεται να κάνει τα ίδια. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα χωρών που θέλησαν να παρακάμψουν μυστικά τις συμφωνίες, αλλά έγιναν αντιληπτές και, υπό την πίεση των μεγαλύτερων κρατών, επέστρεψαν στον ίσιο δρόμο. Επιπλέον, το 1972, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση συμφώνησαν και επικύρωσαν μια επίσημη συνθήκη για τον περιορισμό της αντιβαλλιστικής πυραυλικής άμυνας, αλλά μετά από σχεδόν 30 χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες άλλαξαν γνώμη, άσκησαν το δικαίωμά τους να αποσυρθούν και άρχισαν να δημιουργούν αμυντικά συστήματα που προηγουμένως ήταν απαγορευμένα. Η απόφαση αυτή δηλητηρίασε τις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις την τελευταία δεκαετία.

Ακόμα κι έτσι, τα πυρηνικά όπλα απειλούν τον κόσμο λιγότερο τώρα από όσο το έκαναν για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων 50 ετών. Παρά την αποτυχία για το καθεστώς της αντιπυραυλικής άμυνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία ήταν σε θέση να συνεχίσουν να μειώνουν και να περιορίζουν τα επιθετικά πυρηνικά όπλα με το να διαχωρίζουν τα θέματα προς διαπραγμάτευση. Εάν τα επιθετικά πυρηνικά όπλα και το καθεστώς αντιπυραυλικής άμυνας είχαν εξεταστεί μαζί, η αποτυχία της Συνθήκης ΑΒΜ θα είχε αυτόματα σημάνει επίσης την αποτυχία της διαδικασίας μείωσης των πυρηνικών όπλων.

Τελικά, κάθε συμφωνία για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου -εθελοντική ή νομικά δεσμευτική - πρέπει να υποστηρίζεται εγχωρίως. Οι χώρες πρέπει να έχουν τα θεσμικά όργανα, την εθνική δέσμευση και την πολιτική βούληση για να περάσουν από τα χαρτιά στις δράσεις που αλλάζουν βαθιά ριζωμένες πρακτικές. Η εμπειρία σχετικά με τα όπλα έχει δείξει ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη μπορεί να οικοδομηθεί μόνο σταδιακά και ότι οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου, συν τω χρόνω, οικοδομούν εμπιστοσύνη και κάνουν όλο και πιο πιθανή την επίτευξη παρεμβατικών και περιοριστικών συμφωνιών. Επιχειρήματα σχετικά με λόγια που δεν φέρουν πραγματικό βάρος, μπορούν μόνο να επιβραδύνουν και να βλάψουν την πολυεθνική δέσμευση που είναι απαραίτητη για τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου.