Το λάθος της Μέρκελ στα δημοσιονομικά της ευρωζώνης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το λάθος της Μέρκελ στα δημοσιονομικά της ευρωζώνης

Το αρνητικό παράδειγμα της Γερμανίας και της Ιρλανδίας και οι περιπτώσεις της Ελλάδας και την Λετονίας
Περίληψη: 

Το πρόβλημα δεν είναι η αδύναμη οικονομική πολιτική της ΕΕ. Το πρόβλημα είναι ότι καμία χώρα δεν έχει λόγο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ή να αναγκάσει τους εταίρους της να κάνουν το ίδιο. Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη είναι μια Πιστωτική Λέσχη. Επωμιζόμενες το κόστος της αποδοχής ορισμένων προτύπων οικονομικής απόδοσης, οι χώρες που θα ενταχθούν θα αποκτήσουν πρόσβαση σε χαμηλού κόστους κεφάλαια.

Ο ERIK JONES είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών και διευθυντής στο Bologna Institute for Policy Research στη Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών Paul H. Nitze στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Η κοινή λογική - της οποίας η γερμανική κυβέρνηση είναι ο ισχυρότερος υποστηρικτής - λέει ότι οι ευρωπαϊκές αγορές κρατικού χρέους βρίσκονται σε κρίση επειδή οι ηγέτες της Ευρώπης απέτυχαν να επιβάλουν στους εαυτούς τους κανόνες επί της μακροοικονομικής πολιτικής. Τον περασμένο Μάρτιο, τα μέλη της ευρωζώνης συμφώνησαν σε «έξι πακέτα» μέτρων που θα βοηθήσουν τα κράτη να συντονίσουν καλύτερα την πολιτική τους. Αλλά η κίνηση απέτυχε να επιλύσει το πρόβλημα, οπότε η Γερμανίδα Καγκελάριος Angela Merkel προωθεί ένα νέο φορολογικό πακέτο για να σώσει την Ένωση και το κοινό νόμισμα. Τα κράτη μέλη θα προβλέψουν την υποχρέωση για ισορροπημένους προϋπολογισμούς στα εθνικά Συντάγματα τους, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς επιβολής αυτής της νομοθεσίας.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η νέα προσέγγιση προϋποθέτει ότι η συμμόρφωση είναι ζήτημα επιβολής. Ωστόσο, τούτη η συλλογιστική αγνοεί το ρόλο των κινήτρων - η προσαρμογή των οποίων είναι ο μόνος τρόπος για την Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορέσει να βρει μια διέξοδο από το τρέχον οικονομικό χάος.

Δύο ιστορίες δείχνουν τη διαφορά μεταξύ της επιβολής και των κινήτρων. Πρώτον, ας δούμε την Ιρλανδία. Η ιστορία ξεκινά με τη δέσμευση της χώρας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση την άνοιξη του 2000 να αυξήσει το πλεόνασμα του προϋπολογισμού της (σημείωση: πλεόνασμα, όχι έλλειμμα) για να επιβραδύνει την οικονομία, η οποία φαινόταν να είναι σε κατάσταση υπερθέρμανσης. Σε εκείνο το σημείο, η ιρλανδική κυβέρνηση τραβούσε ήδη περισσότερα χρήματα από την οικονομία μέσω της φορολογίας από όσα επέστρεφε μέσω των δημοσίων δαπανών. Η αύξηση του πλεονάσματος θα σήμαινε ακόμα περισσότερη μετάγγιση κεφαλαίων από την οικονομία προς το κράτος. Με το βλέμμα στις επερχόμενες εκλογές της άνοιξης του 2001, ωστόσο, ο Bertie Ahern, τότε πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, αποφάσισε να μειώσει το πλεόνασμα και, μάλιστα, με τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών της Ιρλανδίας. Όταν το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN) της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέπληξε την κυβέρνησή του, ο Ahern είπε στους ευρωπαίους συναδέλφους του, με πάρα πολλούς τρόπους και με πολλά λόγια, να κοιτάνε τη δική τους δουλειά. Δεν ήταν αντίθετος με την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, αλλά δεν ήταν πρόθυμος να αυξήσει τους φόρους πριν από τις εκλογές.

Η δεύτερη ιστορία αφορά τη Γερμανία. Το Βερολίνο ήταν που είχε αρχικά επιμείνει στην θέσπιση αυστηρότερων κανόνων για την αντιμετώπιση δημοσιονομικών ελλειμμάτων που φαίνονται υπερβολικά - με τη μορφή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 1997. Αλλά καθώς η γερμανική οικονομία ήταν στην πορεία προς τις εκλογές του 2002, ο Γερμανός Καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ ήταν απρόθυμος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να χαλιναγωγήσει τα οικονομικά της χώρας του. Ακόμη και μετά από μια οριακή νίκη, ο Σρέντερ αναγνώρισε μόνο λίγους λόγους για να είναι πιο πειθαρχημένος δημοσιονομικά. Έως το Νοέμβριο του 2003, το έλλειμμα της Γερμανίας είχε γίνει πάρα πολύ μεγάλο για να το αγνοήσει η υπόλοιπη ευρωζώνη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πίεσε τη Γερμανία να μειώσει το έλλειμμά της αλλιώς θα αντιμετώπιζε κυρώσεις για την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Δεδομένου ότι η Γαλλία και η Ιταλία αντιμετώπιζαν επίσης προβλήματα με τα δικά τους ελλείμματα, η γερμανική κυβέρνηση ήταν σε θέση να επεξεργαστεί ένα σχέδιο μαζί τους για να κρατήσει σε αδράνεια τους κανονισμούς επιβολής κυρώσεων για υπερβολικό έλλειμμα. Οι τρεις χώρες μπλοκάρισαν το Συμβούλιο των Υπουργών από το να πετύχει τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής πλειοψηφίας που απαιτείται για τη δημιουργία νομικά δεσμευτικών δημοσιονομικών υποχρεώσεων.

Η ιρλανδική και η γερμανική περίπτωση αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα έγκειται λιγότερο στην επιβολή κανονισμών και περισσότερο στην επίδραση στρεβλών κινήτρων. Η ιρλανδική κυβέρνηση είχε λίγα κίνητρα για να ακολουθήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες. Αυτό είναι ιδιαιτέρως προφανές. Αλλά, επίσης, η υπόλοιπη Ευρώπη είχε λιγοστά κίνητρα για την επιβολή τους. Στο Συμβούλιο ECOFIN του Φεβρουαρίου 2001 η επίπληξη προς την Ιρλανδία ήρθε ακριβώς όταν ο ιρλανδικός λαός ετοιμαζόταν να επικυρώσει τροποποιήσεις επί των συνθηκών της ΕΕ που οι εκπρόσωποι των χωρών – μελών είχαν συμφωνήσει στη Νίκαια τον προηγούμενο Δεκέμβριο. Οι τροποποιήσεις αυτές δημιούργησαν μια σειρά από ανησυχίες στην Ιρλανδία - που κυμαίνονται από ανησυχίες σχετικά με το τι θα κάνει στην οικονομία ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός στην αγορά μέχρι το μέλλον της πολιτικής ουδετερότητας της Ιρλανδίας. Σκληρές διατυπώσεις από το Συμβούλιο ECOFIN απλώς πρόσθεσαν ένταση. Όταν το ιρλανδικό εκλογικό σώμα καταψήφισε τη Συνθήκη της Νίκαιας τον επόμενο Ιούνιο, οι ευρωπαίοι εταίροι της Ιρλανδίας έσπευσαν να ηρεμήσουν τα τεντωμένα νεύρα. Το Συμβούλιο ECOFIN, αξιοποιώντας νέα οικονομικά δεδομένα, αποφάσισε ότι η Ιρλανδία δεν χρειάζεται πλέον να ανταποκριθεί στη δέσμευσή της να επιδιώξει υψηλότερο πλεόνασμα. Το όλο επεισόδιο γρήγορα ξεχάστηκε.

Η αδιαλλαξία της Γερμανίας ανέκυψε για ένα παρόμοιο ψήφισμα. Τον Ιούλιο του 2004, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αφού το Υπουργικό Συμβούλιο παραδέχθηκε ότι η Γερμανία είχε ένα πρόβλημα, δεν είχε πλέον την δύναμη να κρατήσει σε αδράνεια τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση των υπερβολικών ελλειμμάτων. Αλλά ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε οι λοιποί προσφεύγοντες στην υπόθεση θεώρησαν σκόπιμο να ξεκινήσουν μια μάχη ενάντια στο ισχυρότερο μέλος της ευρωζώνης. Αντ' αυτού, αποφάσισαν να συνεργαστούν με τη Γερμανία ώστε να εντείνουν τις υφιστάμενες προσπάθειες για απελευθέρωση της αγοράς και μεταρρύθμισης της κοινωνικής πρόνοιας. Στην πραγματικότητα, αντί για την ενίσχυση των κανόνων, η Επιτροπή προσέφερε τρόπους ώστε να χαλαρώσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιτρέποντας στα μέλη της Ευρωζώνης ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια ως προς το πώς θα ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους ή και να μην το κάνουν καθόλου.