Το ρωσικό «όχι» για τη Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ρωσικό «όχι» για τη Συρία

Γιατί η Μόσχα θέλει να σταματήσει την Αραβική Άνοιξη
Περίληψη: 

Η Ρωσία άσκησε βέτο στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τον τερματισμό της βίας στη Συρία, επειδή αισθάνεται ότι επλήγη από την περσινή διεθνή παρέμβαση στη Λιβύη και τρέφει υποψίες για τα κίνητρα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο DMITRI TRENIN είναι διευθυντής του Carnegie Moscow Center.

Η Συρία αποκαλείται συχνά ως η τελευταία εναπομείνασα σύμμαχος της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή. Η συνεχιζόμενη άρνηση της Μόσχας να υποστηρίξει τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Αραβικό Σύνδεσμο καταδικάζοντας το καθεστώς Άσαντ φαίνεται σίγουρα να στηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό. Οι λόγοι που οδήγησαν στην υποταγή της Ρωσίας προς τη Δαμασκό είναι πολλοί: ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλαντιμίρ Πούτιν με τον Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ δήλωσαν ότι έχουν ένα είδος αυθύπαρκτης αλληλεγγύης, καθώς ο Πούτιν φοβάται ότι η αραβική άνοιξη θα ενθαρρύνει προκλήσεις εναντίον της δικής του εξουσίας. Την ίδια ώρα, η Ρωσία θεωρείται ότι έχει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στη Συρία, συμπεριλαμβανομένων των συμβολαίων πώλησης όπλων, της ναυτικής βάσης που είναι μισθωμένη από τη Ρωσία και των σχεδίων συνεργασίας στην πυρηνική ενέργεια.

Υπάρχουν στοιχεία αλήθειας σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς - αλλά προσφέρουν μόνο τμήματα της ευρύτερης εικόνας. Η θέση της Μόσχας σχετικά με τη Συρία διαμορφώνεται ακόμη περισσότερο από την πρόσφατη εμπειρία σχετικά με τη Λιβύη, από έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά τη συριακή αντιπολίτευση και από υποψίες για τα κίνητρα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Δαμασκός ήταν σύμμαχος της Μόσχας στον Ψυχρό Πόλεμο, όταν η Σοβιετική Ένωση είχε εμπλακεί σε μια αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τον «ιμπεριαλισμό» με κεφαλαία γράμματα. Υπό τον Χάφεζ αλ Άσαντ, πατέρα του Μπασάρ, οι Σοβιετικοί εξόπλισαν και εκπαίδευσαν τον συριακό στρατό. Αν και ο γέροντας Άσαντ ήταν δύσκολο να ελεγχθεί και κατάφερε να πάρει περισσότερα από το Κρεμλίνο από όσο το Κρεμλίνο από τη Δαμασκό, μπορούσε να στηρίζεται στο ότι δεν ήταν κολλημένος στο πλευρό της Ουάσιγκτον, όπως και ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ. Ξεκινώντας το 1973, μετά την καταστροφική ήττα της Αιγύπτου στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ και μετά την υιοθέτηση από τον Σαντάτ της διαμεσολαβητικής προσπάθειας των ΗΠΑ, η Συρία έγινε το επίκεντρο ολόκληρης της Σοβιετικής επιρροής στην περιοχή, παραμένοντας έτσι μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η Ρωσία που προέκυψε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, μετά βίας είχε κάποια γεωπολιτική φιλοδοξία στη Μέση Ανατολή. Το 1972, προετοιμαζόμενος για την πολιτική ρήξη του με τη Μόσχα, ο Σαντάτ έστειλε στο σπίτι τους 20.000 σοβιετικούς στρατιωτικούς συμβούλους και τις οικογενειές τους. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το Φεβρουάριο του 2011, καθώς ο διάδοχος του Σαντάτ, ο Χόσνι Μουμπάρακ, ανατράπηκε, περίπου 40.000 ρώσοι παραθεριστές έφτασαν στις αιγυπτιακές πόλεις Χουργκάντα και Σαρμ ελ-Σέιχ. Αυτό, με λίγα λόγια, αποκαλύπτει τη διαφορά μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της ρωσικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή: Μια περιοχή όπου κάποτε οι Σοβιετικοί επιδείκνυαν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις και επηρέαζαν τις πολιτικές εξελίξεις είχε γίνει ένας, χωρίς βίζα, τόπος διακοπών και ηλιοθεραπείας για τους απλούς Ρώσους.

Η Συρία φαίνεται να αντιστέκεται κάπως σε αυτή την τάση: η συνέχιση της σχέσης της με την μετα-σοβιετική Ρωσία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η Συρία χρειάζεται όπλα και ο Άσαντ δεν εμπιστεύεται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, τα συμφέροντα της Ρωσίας στη Συρία είναι πραγματικά, αν και περιορισμένα. Η Δαμασκός συνεχίζει να αγοράζει ένα ευρύ φάσμα ρωσικών όπλων, από τανκς ως αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας, αλλά η Συρία δεν αντιπροσωπεύει μια μεγάλη ή ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά για αυτές τις ρωσικές εξαγωγές. Για να πουλήσει τα όπλα της, η Ρωσία έπρεπε να επεκτείνει τις πιστώσεις προς τη Συρία και να ξεχάσει τα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων χρέη της Δαμασκού προς τη Σοβιετική Ένωση. Όταν ο Ρώσος Πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ επισκέφθηκε τη Δαμασκό το 2010, προσφέρθηκε για την κατασκευή ενός πυρηνικού αντιδραστήρα στη Συρία αλλά το έργο δεν έχει καν αρχίσει. Και η Μόσχα διατηρεί μια ναυτική μονάδα ανεφοδιασμού στο λιμάνι της Συρίας, Ταρτούς, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά πριν από μερικές εβδομάδες, όταν το μοναδικό αεροπλανοφόρο του ρωσικού ναυτικού έπλευσε από την Αρκτική έως τη Μεσόγειο. Αυτά τα διμερή συμφέροντα υποστηρίζονται από τις προσωπικές επαφές μεταξύ ρώσων στρατιωτικών, εμπόρων όπλων καθώς και διπλωματών και στελεχών του καθεστώτος Άσαντ.

Αλλά αυτά τα κοινά συμφέροντα δεν είναι οι μόνοι λόγοι για τους οποίους η Ρωσία ήταν απρόθυμη να συμπαραταχθεί με τη Δύση στην καταδίκη του Άσαντ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Μόσχα έχει μάθει το μάθημά της από το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα πέρσι στη Λιβύη. Απείχε κατά την κρίσιμη ψηφοφορία των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την παρέμβαση στη Λιβύη, επιτρέποντας έτσι την έγκριση του ψηφίσματος για μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Λιβύη, η οποία είχε σκοπό να αποφευχθεί η επικείμενη σφαγή στη Βεγγάζη. Η ρωσική κυβέρνηση ήθελε έτσι να βοηθήσει τους εταίρους της στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, τους οποίους η Ρωσία χρειάζεται για τα σχέδιά της σχετικά με τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της. Σίγουρα η Ρωσία είχε κάποια συμφέροντα στη Λιβύη - συμβάσεις για όπλα και για σιδηροδρομικές γραμμές -αλλά σίγουρα δεν ήθελε να θεωρηθεί υπερασπιστής του Μουαμάρ αλ Καντάφι.