Γιατί δεν θα γίνει πραξικόπημα κατά του Ζαρντάρι στο Πακιστάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί δεν θα γίνει πραξικόπημα κατά του Ζαρντάρι στο Πακιστάν

Η αντιπαράθεση μεταξύ των τριών ισχυρών της χώρας

Φυσικά, τα εθνικά μέσα ενημέρωσης τρεμουλιάζουν με ψεύτικη υστερία, και μια βολική εθνικιστική φιλολογία ενάντια στην κυβέρνηση έχει κυριαρχήσει, προωθούμενη από το στρατό και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η ειρωνεία είναι ότι πολλά από τα αιτήματα του υπομνήματος - όπως αυτό που θα επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες την καταπολέμηση της Αλ Κάιντα στο Πακιστάν - έχουν στο παρελθόν ήδη εκπληρωθεί από τον ίδιο τον στρατό, συχνά σε αντάλλαγμα για τη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πατρότητα του σημειώματος είναι τόσο σημαντική. Αν η κυβέρνηση το έγραψε, θα πρέπει να θεωρείται προδοτική. Αν το έγραψε ο στρατός, θα ήταν κατά μια έννοια σαν μια συνηθισμένη δραστηριότητα (business as usual). Αλλά με μια άλλη έννοια, η δημιουργία του υπομνήματος θα σημαίνει την ανασφάλεια και την αδυναμία του στρατού.

Σκεφτείτε το εξής: κατά το παρελθόν, η πακιστανική πολιτική έχει ακολουθήσει ένα αρκετά τυποποιημένο πρότυπο. Ο στρατός διώχνει εύκολα τις εκλεγμένες, αλλά αντιλαϊκές και αναποτελεσματικές κυβερνήσεις. Ένα εύκαμπτο Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνει το πραξικόπημα. Και έτσι ξημερώνει μια δεκαετία, ή περίπου τόσο, στρατιωτικής δικτατορίας. Αλλά, αυτές τις μέρες, ο στρατός μπορεί να μην είναι σε θέση να πραγματοποιήσει, ή να επεξεργαστεί, μια τέτοια μετωπιαία επίθεση. Αντ' αυτού, θα πρέπει να βασίζεται στην κατεργαριά των πολιτικών διεργασιών, ελπίζοντας σε ένα θάνατο από χίλια τραύματα παρά έναν ακαριαίο φόνο.

Πράγματι, τα τελευταία χρόνια η πολιτική επιρροή του πακιστανικού στρατού έχει αποδυναμωθεί. Θυμηθείτε ότι η αντιλαϊκή εννέαχρονη διακυβέρνηση από τον στρατηγό Περβέζ Μουσάραφ έληξε μόλις το 2008, με την λαϊκή υποστήριξη προς τον στρατό στο χαμηλότερο σημείο. Μια ένδειξη της ανικανότητάς του ήρθε λίγο πριν παραιτηθεί ο Μουσάραφ. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους, οι πολίτες είχαν αναγκάσει τον στρατηγό Ashfaq Parvez Kayani, τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, να αποσύρει όλους τους στρατιωτικούς από τις κυβερνητικές υπηρεσίες καθώς και από 23 αστικές υπηρεσίες. Προχώρησε ακόμη και σε μια συγκεκαλυμμένη αυτοκριτική τύπου mea culpa όταν είπε σε έναν αξιωματικό του στρατού στην φρουρά της πόλης Ραβαλπίντι ότι «ο στρατός στηρίζει πλήρως τις δημοκρατικές διαδικασίες και δεσμεύεται να παίζει τον συνταγματικό του ρόλο».

Σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, κατά τα επόμενα χρόνια ήρθαν οι τολμηρές και πολύ δημόσιες επιθέσεις ανταρτών σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, οι οποίες αμαύρωσαν περαιτέρω το κύρος του στρατού στα μάτια του κόσμου. Πιο συγκλονιστικό από όλα, το 2011 οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να κάνουν περίπατο μέσα στον εναέριο χώρο του Πακιστάν και να προβούν σε μονομερή επιδρομή στην εγκατάσταση του Οσάμα μπιν Λάντεν. Μέσα στις ένοπλες δυνάμεις, αυτή ήταν μια αιτία για μεγάλη ντροπή και αμηχανία, με σοβαρές επιπτώσεις στο ηθικό του στρατού. Τον Ιούνιο, μετά την επιδρομή κατά του Μπιν Λάντεν, ο Ayaz Amir, ένας αρθρογράφος στα πακιστανικά «Νέα», πρώην πολιτικός και πρώην αξιωματικός του στρατού, αναρωτήθηκε εάν όντως ο πακιστανικός στρατός είχε την καρδιά του στον πόλεμο στο Βόρειο Ουαζιριστάν, δεδομένης της κατάστασης του ηθικού του.

Το «Memo-gate», ως εκ τούτου, ήταν μια βολική απόσπαση της προσοχής από τις αποτυχίες του στρατού. Ο στρατηγός Kayani θα μπορούσε να ενεργήσει σκληρά απέναντι στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου να κατευνάσει τους δικούς του συναδέλφους.

Προς το παρόν, ένα πλήρες πραξικόπημα είναι απίθανο. Εκτός από την αποδυναμωμένη κατάσταση του στρατού, το Πακιστάν έχει τώρα ισχυρά και πολλαπλά μέσα μαζικής ενημέρωσης. (Το 1999, είχε μόνο ένα ενιαίο κρατικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα). Ο τερματισμός λειτουργίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μια αναγκαιότητα για ένα πραξικόπημα, θα αποδειχθεί πολύ δύσκολη υπόθεση, όπως ο Μουσάραφ ανακάλυψε όταν προσπάθησε να το πράξει αμέσως μόλις ναυάγησε, το 2008. Επιπλέον, η θλιβερή οικονομική κατάσταση του Πακιστάν σημαίνει ότι ένα πραξικόπημα θα είναι μη ελκυστικό για έναν στρατό που ιστορικά προτιμά να κυβερνά κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ευημερίας. Σε χρόνους παχέων αγελάδων, είναι ευκολότερο για τους στρατηγούς να χρηματοδοτήσουν τα δικά τους σχέδια, πιο εύκολο για τους στρατιωτικούς να εξουσιάζουν και πιο εύκολο να κατηγορούν τους πολιτικούς αν η οικονομία πάει χειρότερα αφότου ο στρατός φύγει από την εξουσία. Τέλος, η σχέση του στρατού με το δικαστικό σώμα έχει αλλάξει σημαντικά μετά το τελευταίο πραξικόπημα.

Στο παρελθόν, το δικαστικό σώμα και ο στρατός ήταν φυσικοί σύμμαχοι. Είναι και οι δύο συντηρητικοί οργανισμοί, κυριαρχούμενοι από Punjabi (σ.σ.: πληθυσμιακή ομάδα που ομιλεί τα Punjab) και δύσπιστοι απέναντι στην πολιτική τάξη. Η ζεστή σχέση απέδωσε για το στρατό, που μπορούσε πάντα να βασίζεται σε ένα συγκαταβατικό δικαστικό σώμα ώστε να νομιμοποιήσει τα πραξικοπήματα του. Αλλά το 2007, ο Μουσάραφ απέλυσε τον ανεξάρτητης σκέψης αρχιδικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Iftikhar Muhammad Chaudhry, κάτι που πολλοί είδαν ως μια προσπάθεια να εδραιώσει την εξουσία του. Μετά από αυτό, χιλιάδες δικηγόροι κατέβηκαν στους δρόμους για να απαιτήσουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ο Μουσάραφ έπεσε. Μετά τις δημοκρατικές εκλογές, ο Chaudhry αποκαταστάθηκε και, έκτοτε, η δικαστική εξουσία ήταν πάντα πρόθυμη να περιχαρακώσει την ανεξαρτησία της.