Δύσκολη ειρήνη στη Σομαλία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δύσκολη ειρήνη στη Σομαλία

Πώς η νίκη κατά της τρομοκρατικής αλ Σαμπάαμπ μπορεί να φέρει χειρότερα προβλήματα για την Αφρική
Περίληψη: 

Κατά κάποιο τρόπο, η ad-hoc συμμαχία μεταξύ Αιθιοπίας, Κένυας και Αφρικανικής Ένωσης έχει φέρει πιο κοντά την ήττα της τρομοκρατικής οργάνωσης αλ Σαμπάαμπ. Αλλά μια στρατιωτική νίκη θα μπορούσε να διασπείρει τους πιο ριζοσπαστικούς ηγέτες της ομάδας σε ολόκληρο το Κέρας της Αφρικής.

Ο J. PETER PHAM είναι διευθυντής στο Κέντρο για την Αφρική «Michael S. Ansari» στο Atlantic Council.
Ο BRONWYN BRUTON είναι υποδιευθυντής στο Κέντρο για την Αφρική «Michael S. Ansari» στο Atlantic Council.

Για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων πέντε ετών, ένα μεγάλο τμήμα του από μακρού χρόνο δοκιμαζόμενου πληθυσμού της Σομαλίας έχει εγκλωβιστεί σε ένα θανάσιμο αδιέξοδο μεταξύ της αλ Σαμπάαμπ, της μαχητικής ομάδας που συνδέεται με την αλ Κάιντα, και της ειρηνευτικής δύναμης της Αφρικανικής Ένωσης, γνωστής ως AMISOM. Οι ειρηνευτές είναι επιφορτισμένοι με την προάσπιση της αδύναμης Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της χώρας (ΜΟΚ), η οποία, παρά την πολυετή υποστήριξη από περιφερειακές δυνάμεις και τη Δύση, παραμένει πολιτικά δυσλειτουργική και ανίκανη να κάνει κάτι που να μοιάζει με διακυβέρνηση. Το να παρατάξει έναν δικό της στρατό παραμένει μια μακρινή προσδοκία.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η προσπάθεια καταστολής της εξέγερσης έχει πέσει εξ ολοκλήρου στους ώμους της AMISOM. Κατά τους τελευταίους 18 μήνες ή περίπου τόσο, η ισχυρή δύναμη των 12.000 στρατιωτών ακολούθησε τις τακτικές της και εισέπραξε τις επιτυχίες της, οπωσδήποτε υποστηρικτικές, εναντίον της αλ Σαμπάαμπ. Επιμένοντας ότι καμιά αμερικανική μπότα δεν πάτησε το έδαφος της Σομαλίας, η Ουάσιγκτον υποστήριξε το εγχείρημα. (Αυτό, φυσικά, το σχετικό με τις Αμερικανικές μπότες, με μια εξαίρεση, την περασμένη εβδομάδα, όταν μια ομάδα αμερικανών πεζοναυτών διέσωσαν δύο εργαζόμενους της ανθρωπιστικής βοήθειας στην κεντρική Σομαλία, περίπου 500 χιλιόμετρα βόρεια του Μογκαντίσου). Σε αντάλλαγμα για τη συμβολή των στρατευμάτων τους στην AMISOM, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δώσει στο Μπουρούντι και την Ουγκάντα αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε μισθούς, εξοπλισμό, εκπαίδευση και υλικοτεχνική υποστήριξη. Ίσως το πιο σημαντικό, η Ουάσιγκτον αποκαλεί τώρα και τις δύο χώρες ως συμμάχους.

Αλλά κι άλλες δυνάμεις συμμετέχουν στη μάχη τώρα. Το Νοέμβριο, περίπου χίλιοι Αιθίοπες στρατιώτες εισέβαλαν στην κεντρική Σομαλία σε μια προσπάθεια να αποσπάσουν την προσοχή της αλ Σαμπάαμπ από την αδύναμη εισβολή των περίπου 1.500 στρατιωτών της Κένυας στο νότο της χώρας. Η απόφαση της Κένυας να εισβάλει φαίνεται να ήταν εδώ και καιρό στα σκαριά, αλλά δεν ήταν συντονισμένη με την Ουάσιγκτον ή την AMISOM. Ακόμα χειρότερα, αποδείχθηκε άκαιρη, δεδομένου ότι συνέπεσε με την περίοδο των βροχών στη Σομαλία. Για τους δύο πρώτους μήνες, ο βαρύς στρατιωτικός εξοπλισμός της Κένυας ήταν, κυριολεκτικά, κολλημένος στη λάσπη ακριβώς μέσα από τα σύνορα της Σομαλίας. Καθώς η κυβέρνηση της Κένυας παρακολουθούσε ανήμπορη τους λογαριασμούς της να συσσωρεύονται, οι μαχητές της αλ Σαμπάαμπ παρέμεναν ακριβώς έξω από το βεληνεκές της. Από το Δεκέμβριο, όταν οι βροχές σταμάτησαν και παρενέβησαν οι Αιθίοπες, η Κένυα τα πήγε κάπως καλύτερα. Αλλά το Ναϊρόμπι δεν έχει ακόμη αρθρώσει μια συνεκτική στρατηγική και, το χειρότερο, καθυστερεί ζητώντας βοήθεια από τη Δύση για να καλύψει το κόστος της κατοχής.

Σύμφωνα με κάποιες πρώτες εκτιμήσεις, η ad-hoc συμμαχία μεταξύ Κένυας, Αιθιοπίας και AMISOM έχει περιορίσει την αλ Σαμπάαμπ, αναγκάζοντάς την να αντιμετωπίσει επιθέσεις σε τρία ξεχωριστά μέτωπα. Η απόφαση της αλ Σαμπάαμπ να αποσυρθεί από το Μογκαντίσου τον περασμένο Αύγουστο, θα μπορούσε να ήταν στρατηγική, αλλά μετά την παρεπόμενη απώλεια του Beletweyne και άλλων πόλεων κατά μήκος των συνόρων της Κένυας έχει αυξήσει τις ελπίδες ότι, αν και η αλ Σαμπάαμπ συνεχίζει να ελέγχει μεγάλα τμήματα του εδάφους της νότιας Σομαλίας, μπορεί ωστόσο να υπάρξει ένα ορατό τέλος στη βία.
Η Ουάσιγκτον θα πανηγυρίσει μια ήττα της αλ Σαμπάαμπ, αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στο Κέρας της Αφρικής, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να είναι προσεκτικές στο τι επιθυμούν. Η ηγεσία της αλ Σαμπάαμπ είναι ήδη διαιρεμένη ανάμεσα σε εθνικιστικές παρατάξεις ηγετών παραστρατιωτικών ομάδων που βασίζονται σε φυλετικούς διαχωρισμούς, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι κυρίως στο να ανατρέψουν την ΜΟΚ και να θέσουν τις δικές τους συμμαχίες στην εξουσία. Μετράνε πάνω από 7.000 στρατιώτες στις τάξεις τους και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των μελών της αλ Σαμπάαμπ. Στον απόηχο μιας στρατιωτικής ήττας, οι εθνικιστές, οι οποίοι απολαμβάνουν την υποστήριξη των σημαντικών εκλογικών περιφερειών στην περιοχή, είναι πιθανό να αποτινάξουν τα σύμβολα της αλ Σαμπάαμπ αλλά να διατηρήσουν τη σημασία τους ως ηγέτες παραστρατιωτικών οργανώσεων και ως κληρικοί. Θα συνεχίσουν να εμπλέκονται με την πολιτική, και, ανάλογα με τα κίνητρα που προσφέρονται, θα ενεργούν ως καταστροφείς ή προστάτες της ειρήνης απέναντι σε κάθε αναδυόμενη πολιτική τάξη. Μερικοί από αυτούς τους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων των Mukhtar Robow και Hassan Dahir Aweys, έχουν συνδεθεί με την αλ Κάιντα αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κάνουν καλά να τους ανέχονται, γιατί το σομαλικό κοινό τους εκλαμβάνει γενικά ως νόμιμους.

Αλλά υπάρχει και μια μικρότερη ομάδα σκληροπυρηνικών της αλ Σαμπάαμπ, που, με τους ξένους υποστηρικτές τους στις χώρες του Κόλπου, έχουν μια διακρατική τζιχαντιστική ατζέντα και θα προτιμούσαν να στοχεύσουν αμερικανικούς στόχους στην περιοχή. Σε ένα εφιαλτικό σενάριο, θα μπορούσαν να αναπτύξουν Σομαλούς με αμερικανικά διαβατήρια για να επιτεθούν μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μέχρι τώρα, οι εθνικιστές και οι ριζοσπάστες έχουν κρατηθεί μαζί από αμοιβαίο όφελος - οι ριζοσπάστες έχουν αποκτήσει μια κάποια θέση στο ολισθηρό σύστημα φατριών της Σομαλίας και σε αντάλλαγμα, οι εθνικιστές έχουν λάβει κεφάλαια και τεχνική κατάρτιση από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, από τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία . Οι εθνικιστές, οι οποίοι ανησυχούν για τη διατήρηση της ροής των εμβασμάτων προς τον πληθυσμό της Σομαλίας, έχουν εμποδίσει τους ριζοσπάστες από το να επιχειρούν χτυπήματα πέρα από τη Σομαλία. Μια διάσπαση μεταξύ των δύο παρατάξεων θα απελευθερώσει τους ριζοσπάστες από αυτό το εμπόδιο, ενώ ταυτόχρονα η Σομαλία θα γίνει ένα λιγότερο ελκυστικό καταφύγιο.