Τα δημοκρατικά διλήμματα στην Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα δημοκρατικά διλήμματα στην Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν

Ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη
Περίληψη: 

Μετά από χρόνια «ερωτοτροπιών» με τους δικτάτορες της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία καλεί τώρα τους γείτονές της να φιλελευθεροποιηθούν - ή να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο αλλαγής καθεστώτος. Αλλά αυτές οι εκκλήσεις για αλλαγή ακούγονται κούφιες εκτός κι αν η Τουρκία βάλει τη δική της δημοκρατία σε μια τάξη.

Ο PIOTR ZALEWSKI είναι ανταποκριτής στην Τουρκία για την Polityka, ένα ειδησεογραφικό περιοδικό της Πολωνίας.

Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στο δημαρχείο της Κωνσταντινούπολης που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της εκεί επίσκεψης του Μπαράκ Ομπάμα το 2009, ένας Τούρκος φοιτητής εξέφρασε την απογοήτευσή του για την αδυναμία του προέδρου να εφαρμόσει ουσιαστικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. «Η μετακίνηση του κρατικού σκάφους είναι μια αργή διαδικασία», εξήγησε ο Ομπάμα. Αυτό δεν ισχύει τόσο στην Τουρκία. Από την άνοιξη του 2011, η Άγκυρα έχει κάνει αξιοσημείωτη μεταστροφή. Μια χώρα που ασχολείτο και κατεύναζε τους δικτάτορες της Μέσης Ανατολής για το περισσότερο μισό της περασμένης δεκαετίας, τώρα τους παροτρύνει να προχωρήσουν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις – αλλιώς κινδυνεύουν με ανατροπή του καθεστώτος τους. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: αν η Τουρκία είναι σοβαρή σχετικά με την εξαγωγή δημοκρατίας, θα πρέπει να κάνει πολύ καλύτερη δουλειά στο να εκθρέψει τη δική της.

Το ανανεωμένο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τη Μέση Ανατολή ξεκίνησε στη δεκαετία του 1990, αλλά κορυφώθηκε με την εκλογή του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) το 2002. Το εμπόριο με τα κράτη της περιοχής απογειώθηκε, οι περιορισμοί χορήγησης βίζας με τις γειτονικές χώρες, καταργήθηκαν και οι διμερείς επισκέψεις καλής θελήσεως πολλαπλασιάστηκαν. (Σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, που θεωρήθηκε ως ο αρχιτέκτονας της ανανεωμένης δέσμευσης της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, επισκέφθηκε τη Δαμασκό περισσότερες από 60 φορές τα τελευταία οκτώ χρόνια. Ο Πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εν τω μεταξύ, έκανε διακοπές στην Τουρκία με τον Σύρο ο πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ και την οικογένειά του). Τα πράγματα πήγαιναν τόσο καλά που μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ιορδανίας, Λιβάνου, Συρίας και Τουρκίας πραγματοποιήθηκε το 2010 και αμέσως μετά δημιούργησε μια φιλολογία για μια Ένωση στη Μέση Ανατολή υπό την ηγεσία της Τουρκίας.

Όμως, οι μπίζνες με απολυταρχικά καθεστώτα εμπεριέχουν πάντοτε ένα συμβιβασμό: προωθώντας την οικονομική αλληλεξάρτηση, οι αξιωματούχοι του ΑΚΡ απαρνήθηκαν οποιαδήποτε συζήτηση για ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων τους. Μπροστά στο συμφέρον της σταθερότητας και της επέκτασης των εμπορικών δεσμών, η Τουρκία επανειλημμένα απέφευγε να κοιτάξει το θέμα του αυταρχισμού και της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην Άγκυρα υποβάθμισαν τη γενοκτονία στο Σουδάν, δεν έκαναν καμία αναφορά στη θλιβερή κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Συρία και αγνόησαν τη βία που ακολούθησε τις προεδρικές εκλογές στο Ιράν το 2009. Εκεί που οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις, τουλάχιστον στα λόγια, επεσήμαιναν την ανάγκη για δημοκρατική αλλαγή στην περιοχή, η Τουρκία έκανε μερικούς σπάνιους υπαινιγμούς ότι ήταν ανήσυχη με το status quo. Ο ίδιος ο Ερντογάν δεν είδε τίποτα λάθος στο να αποδεχτεί ένα Βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τον Λίβυο δικτάτορα Μουαμάρ αλ Καντάφι, στα τέλη του 2010.

Αλλά η Αραβική Άνοιξη άφησε αυτή την προσέγγιση μετέωρη. Ξαφνικά, η κυβέρνηση του ΑΚΡ ξύπνησε για να διαπιστώσει ότι αυτό που είχε εκτιμήσει περισσότερο - τη σταθερότητα στη γειτονιά της - δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετηθεί με τις περιποιήσεις στους δικτάτορες της περιοχής. Αυτό που οι Τούρκοι (και όλοι οι άλλοι) συνειδητοποίησαν ήταν ότι ο αραβικός κόσμος επρόκειτο να πάρει φωτιά αν δεν γίνονταν θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις. Ο Άσαντ και ο Καντάφι δύσκολα θα μπορούσαν να τις προωθήσουν. Μια άλλη συνειδητοποίηση ακολούθησε σύντομα: «Η πολιτική μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», η κατευθυντήρια αρχή της εξωτερικής πολιτικής του ΑΚΡ, μπορεί να απέφερε οικονομικά οφέλη, αλλά δεν ήταν τόσο χρήσιμη στην πολιτική αλλαγή που πραγματοποιείτο.

Η επιδείνωση της άλλοτε πολύτιμης σχέσης της Τουρκίας με τη Συρία, ιδίως, αποκάλυψε τα όρια της προηγούμενης προσέγγισης της Άγκυρας. Ο Ερντογάν και ο Νταβούτογλου περίμεναν ότι η φιλία τους με τον Άσαντ θα μεταφραστεί σε πολιτική επιρροή. Δεν έγινε έτσι. Καθώς τα τανκς της Συρίας κύλησαν στους δρόμους της Χάμα, οι τουρκικές εκκλήσεις για τερματισμό της βίας αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ο Ερντογάν θα έπρεπε να έχει μάθει το μάθημά του: Το ίδιο σκηνικό είχε παιχτεί στη Λιβύη μόλις μήνες νωρίτερα. Ο Ερντογάν είχε πειστεί ότι είχε την προσοχή του Καντάφι και το αποτέλεσμα ήταν ο τότε ισχυρός άνδρας της Λιβύης απλώς να τον αγνοήσει .

Τον τελευταίο καιρό, πολιτικοί του ΑΚΡ και φιλοκυβερνητικά μέσα μαζικής ενημέρωσης αγωνίζονται να ξαναγράψουν την ιστορία των τελευταίων ετών, επιμένοντας ότι η Τουρκία ήταν στο πλευρό της δημοκρατικής αλλαγής από την αρχή. Τον Φεβρουάριο του 2011 σε μια ομιλία του όπου κάλεσε τον πρώην πρόεδρο της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ να παραιτηθεί, ο Ερντογάν διακήρυξε θαρραλέα ότι «όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά παντού στον κόσμο, το ΑΚΡ δεν έχει δείξει κανένα φόβο ή δισταγμό στο να ταχθεί με τους καταπιεσμένους και τα θύματα. Ήταν πάντα εναντίον του στάτους κβο». Η ομιλία του Ερντογάν όχι μόνο σηματοδότησε μια προσπάθεια να αναθεωρήσει την ιστορία, αλλά επίσης προανήγγειλε ότι έχει γίνει μια πραγματική αναμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας. Ένα χρόνο αργότερα, «τα μηδενικά προβλήματα» βρίσκονται εκτός μόδας. Εντός, είναι μια πολιτική που είναι πιο διεκδικητική, πρόθυμη να πάρει το μέρος κάποιας πλευράς και πρόθυμη να αναλάβει κινδύνους.