Πώς θα συμβιβαστούν ο καπιταλισμός με τη μαζική δημοκρατία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς θα συμβιβαστούν ο καπιταλισμός με τη μαζική δημοκρατία

Κινητοποιώντας τη νεωτερικότητα
Περίληψη: 

Η οικονομική κρίση, μεταξύ άλλων, είχε σαν αποτέλεσμα και την αμφισβήτηση στο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που έχει φέρει τον κόσμο μέχρι αυτό το σημείο. Οι μεγάλες μάχες, ωστόσο, σχετικά με την διάρθρωση ενός νεωτερικού, μοντέρνου, δηλαδή, πολιτικού και οικονομικού συστήματος, δόθηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Τώρα, πρέπει να βρούμε πώς θα συνδυάσουμε τον φιλελεύθερο καπιταλισμό με την μαζική δημοκρατία.

Ο GIDEON ROSE είναι διευθυντής σύνταξης του Foreign Affairs στη Νέα Υόρκη.

Ζούμε, όπως μας λένε, μέσα σε μια ιδεολογική κρίση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι παγιδευμένες σε πολιτικό αδιέξοδο και γενικότερη δυσλειτουργία, η Ευρώπη χρεοκοπεί και καταρρέει, η Κίνα αναπτύσσεται. Διαδηλωτές βγαίνουν στους δρόμους σε όλες τις προηγμένες βιομηχανικές δημοκρατίες. Οι μεγάλοι και τρανοί συναντώνται στο Νταβός για να αναζητήσουν «νέα μοντέλα», ενώ σοβαροί σχολιαστές μελετούν ποιος και τι θα διαμορφώσει το μέλλον.

Η ιστορική προοπτική, ωστόσο, δείχνει αντιθέτως ότι η πραγματική αφήγηση της εποχής μας δεν έχει στο επίκεντρό της την ιδεολογική ανακατάταξη, αλλά τη σταθερότητα. Τα σημερινά προβλήματα είναι μεν πραγματικά, αλλά σχετίζονται μάλλον με πολιτικές παρά με αρχές. Οι μεγαλύτερες μάχες που αφορούσαν τη διάρθρωση της μοντέρνας πολιτικής και οικονομίας δόθηκαν στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα και τερματίστηκαν με την εμφάνιση του πλέον επιτυχημένου συστήματος που είχε ποτέ δει ο κόσμος.

Πριν από ενενήντα χρόνια, σε ένα από τα πρώτα τεύχη αυτού του περιοδικού, ο πολιτικός επιστήμονας Harold Laski σημείωνε ότι με την άνοδο των «μαζών» στην πολιτική εξουσία, η πρόκληση της νεωτερικής δημοκρατικής διακυβέρνησης προσέφερε στους απλούς πολίτες ικανό «σταθερό πλεονέκτημα, ώστε να καταστήσουν τη διατήρησή της μια υπόθεση πρώτης ανάγκης». Μιάμιση γενιά αργότερα, με τη δημιουργία του μεταπολεμικού κανόνα της αμοιβαίας στήριξης των φιλελεύθερων δημοκρατιών με τις μικτές οικονομίες, η πρόκληση αυτή υλοποιήθηκε, και ως αποτέλεσμα, πολύς κόσμος σε πολλά μέρη έζησε ζωή με μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερο πλούτο και περισσότερη ελευθερία, σε σχέση με οποτεδήποτε στο παρελθόν. Με ιδεολογικούς όρους, τουλάχιστον, όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς λόγια. ( … )

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΥ

Στην προ-νεωτερική εποχή, ένα πυκνό πλέγμα διαπλεκόμενων σχέσεων, κληρονομημένων από το παρελθόν και καθαγιασμένων από τη θρησκεία, δέσποζε στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Περιορισμένη ατομική ελευθερία και ουσιώδεις παροχές συνυπήρχαν με μια αδιαμφισβήτητη κοινωνική αλληλεγγύη. Με την άνοδο του καπιταλισμού κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, τα παραδοσιακά τοπικά καθεστώτα άρχισαν να φθίνουν, καθώς η αυξανόμενη εξάπλωση και κυριαρχία των σχέσεων της αγοράς, οδήγησαν σε κατάρρευση τις υφιστάμενες ιεραρχίες. Η αλλαγή αυτή πυροδότησε οικονομική και κοινωνική δυναμική, αύξηση των υλικών απολαβών και των ατομικών ελευθεριών, με παράλληλη υποχώρηση του αισθήματος της κοινότητας. Όσο αυτή η τάση εξελισσόταν, η πρώτη νεωτερική πολιτική ιδεολογία, ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός, εμφανίστηκε για να την τιμήσει και να τη δικαιολογήσει.

Ο φιλελευθερισμός υπογράμμισε τη σημασία της κυριαρχίας του νόμου, του περιορισμένου κράτους και των ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών. Ανέδειξε τα πολλαπλά οφέλη ενός κόσμου που κινείται υπό την επιρροή των αγορών και όχι από τις παραδοσιακές κοινότητες. Πρόκειται για την αλλαγή που ο ιστορικός της οικονομίας Karl Polanyi θα χαρακτήριζε ως «μεγάλο μετασχηματισμό». Όμως, μαζί με τα κέρδη ήρθαν και οι ζημίες, υπό την έννοια της θέσης, της κοινωνικής και ψυχολογικής σταθερότητας, των παραδοσιακών αναχωμάτων απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής.

Όντας ελεύθερος, ο καπιταλισμός παρήγαγε μακροπρόθεσμα συλλογικά οφέλη, σε παράλληλη πορεία με τη μεγαλύτερη αστάθεια και ανισότητα. Αυτός ο συνδυασμός είχε ως αποτέλεσμα αυτό που ο Polanyi αποκάλεσε «διπλή δράση», μια σταδιακή διεύρυνση τόσο της κοινωνίας της αγοράς όσο και των αντιδράσεων εναντίον της. Ως εκ τούτου, μέχρι το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα ο φιλελευθερισμός αμφισβητήθηκε από τον αντιδραστικό εθνικισμό και τον κοσμοπολιτικό σοσιαλισμό, καθώς τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά υπόσχονταν, η καθεμία με τον τρόπο της, ανακούφιση από τη θύελλα και το άγχος της σύγχρονης ζωής.

Η ολέθρια καταστροφή που προκάλεσε ο Μεγάλος Πόλεμος και ο οικονομικός εφιάλτης της Μεγάλης Ύφεσης, οδήγησαν σε κρίσιμο σημείο τις αντιφάσεις της νεωτερικότητας, αποκαλύπτοντας φαινομενικά τη χρεοκοπία της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και την ανάγκη για τη χάραξη ενός άλλου, καλύτερου δρόμου. Ενώ οι δημοκρατίες παρέμεναν αναποφάσιστες και παρέπαιαν στη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930, φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα πήραν τον έλεγχο του πεπρωμένου τους και φάνηκαν να προσφέρουν ακαταμάχητα εναλλακτικά μοντέλα νεωτερικής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Με τον καιρό, ωστόσο, τα προβλήματα που πήγαζαν από όλες αυτές τις προσεγγίσεις έγιναν εμφανή. Έχοντας απορρίψει την έμφαση που έδινε ο φιλελευθερισμός στην ατομική και πολιτική ελευθερία, τόσο ο φασισμός όσο και ο κομμουνισμός σύντομα εξέπεσαν στην οργανωμένη βαρβαρότητα. Το όραμα που προσέφεραν για το μέλλον, όπως τόνισε ο George Orwell, ήταν «μια μπότα να συντρίβει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, για πάντα». Εντούτοις, ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός αποδείχθηκε εξίσου δυσάρεστος, δεδομένου ότι δεν περιελάμβανε επαρκή τεκμηρίωση όσον αφορά την ενεργό διακυβέρνηση και, ως εκ τούτου, δεν διέθετε απάντηση για μια οικονομική κρίση που θα βύθιζε μεγάλα στρώματα της κοινωνίας στη φτώχια και την απελπισία.

Ο φασισμός συνετρίβη σε έναν δεύτερο, ακόμη πιο καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο. Ο κομμουνισμός απώλεσε τη γοητεία του όταν αποκαλύφθηκε ο καταπιεστικός χαρακτήρας του και, εντέλει, κατέρρευσε κάτω από το ίδιο του το βάρος, καθώς το ξένο προς τις αγορές οικονομικό του σύστημα δεν ήταν σε θέση να παραγάγει διαρκή ανάπτυξη. Έτσι, η βασική αρχή του φιλελευθερισμού, που ήταν το laissez faire, ξεχάστηκε μέσα στα βάθη της Ύφεσης.