Το μέλλον του γουάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το μέλλον του γουάν

Ο αγώνας της Κίνας να διεθνοποιήσει το νόμισμά της
Περίληψη: 

Η Κίνα φαίνεται να επιδιώκει να κάνει το εθνικό της νόμισμα, το γουάν, τόσο ισχυρό ώστε να εκθρονίσει το δολάριο ως παγκόσμιο αποθετικό νόμισμα. Αλλά ας μην περιμένει κανείς ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σύντομα. Το γουάν θα ενισχυθεί, αλλά πολύ πιο αργά από ό, τι είχε προβλεφθεί.

Ο SEBASTIAN MALLABY είναι διευθυντής του Κέντρου Γαιοοικονομικών Μελετών Maurice R. Greenberg στο Council on Foreign Relations.
Ο OLIN WETHINGTON είναι πρόεδρος της Wethington International ενώ προηγουμένως υπηρέτησε ως βοηθός υφυπουργός Διεθνών Υποθέσεων και ήταν ειδικός απεσταλμένος στην Κίνα από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών.

Σύμφωνα με μια αυξανόμενη ομάδα ειδημόνων και οικονομολόγων, η Κίνα - που είναι ήδη ο πιο μεγάλος εξαγωγέας στον κόσμο, ο μεγαλύτερος πιστωτής επί κρατικών χρεών και η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία - θα διαθέτει κάποια μέρα σύντομα ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, όπως ακριβώς το δολάριο εκθρόνισε τη βρετανική λίρα στα χρόνια του μεσοπολέμου, έτσι και το γουάν θα αντικαταστήσει σύντομα το δολάριο, καταφέρνοντας ένα χτύπημα στα αμερικανικά συμφέροντα. Όπως ο οικονομολόγος Arvind Subramanian έγραψε πρόσφατα, το γουάν «θα μπορούσε να γίνει το κορυφαίο αποθεματικό νόμισμα περί το τέλος αυτής της δεκαετίας ή στις αρχές της επόμενης».

Αυτή η άποψη έχει κερδίσει έδαφος καθώς οι Κινέζοι ηγέτες έχουν ξεκινήσει μια συντονισμένη προσπάθεια να διεθνοποιήσουν το γουάν. Κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής του G-20 τον Νοέμβριο του 2008, στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης, ο Κινέζος πρόεδρος Χου Ζιντάο απηύθυνε έκκληση για «μια νέα διεθνή οικονομική τάξη, που είναι δίκαιη, χωρίς αποκλεισμούς και τακτοποιημένη». Το Πεκίνο σύντομα άρχισε να ενθαρρύνει τη χρήση των νομίσματός του στο διεθνές εμπόριο, σε συμφωνίες swap μεταξύ κεντρικών τραπεζών και σε τραπεζικές καταθέσεις και εκδόσεις ομολογιακών δανείων στο Χονγκ Κονγκ. Κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2011, οι εμπορικές συναλλαγές που διακανονίζονταν σε γουάν ανήλθαν σε περίπου 146 δισεκατομμύρια δολάρια, μια 13-πλάσια αύξηση σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Μέχρι τα μέσα του 2011, οι καταθέσεις σε γουάν στο Χονγκ Κονγκ έφθασαν το ισοδύναμο των 85 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ένα άλμα περίπου δεκαπλάσιο από τότε που έκανε την δήλωση του ο Χου το 2008. Το γουάν έχει γίνει ήδη αποδεκτό ως μέσο πληρωμής στη Μογγολία, το Πακιστάν, την Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ. Οι κινεζικές αρχές έχουν δηλώσει ότι μέχρι το 2015, θέλουν το γουάν να συμπεριληφθεί στο καλάθι των βασικών νομισμάτων που καθορίζει την αξία των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων (Special Drawing Rights, SDRs), το αποθεματικό στοιχείο ενεργητικού που εκδίδεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και το Πεκίνο έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να μετατρέψει τη Σαγκάη σε διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο μέχρι το 2020.

Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι το δολάριο είναι ευάλωτο. Οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν παραδοσιακά συναλλαγματικά αποθέματα για να εξασφαλίσουν την δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν εισαγωγές. Αλλά σήμερα, τα περισσότερα εισαγόμενα εμπορεύματα του κόσμου προέρχονται από την Κίνα και όχι από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι κεντρικές τράπεζες κατέχουν επίσης αποθέματα για να εξασφαλίσουν την ικανότητά τους να εξυπηρετήσει πληρωμές χρέους σε ξένους. Ωστόσο, τέτοιες πληρωμές ρέουν όλο και περισσότερο προς την Κίνα, και παρόλο που ο δανεισμός της Κίνας είναι σε μεγάλο βαθμό δολαριακός, οι κυρίαρχοι πιστωτές τελικά τείνουν να επιμένουν να δανείζουν σε δικό τους νόμισμα. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα για το δολάριο, το αμερικανικό νόμισμα χάνει αξία - αντί να την αποθηκεύει, όπως τα αποθεματικά νομίσματα υποτίθεται ότι κάνουν. Σε σύγκριση με τα νομίσματα των κυριότερων εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, το δολάριο έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του από την καθιέρωση του κυμαινόμενου νομισματικού συστήματος το 1973. Κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, έχει χάσει τα τέσσερα πέμπτα της αγοραστικής του δύναμης, όπως μετράται έναντι του καλαθιού των καταναλωτικών αγαθών. Η μείωση αυτή καθιστά τους κεντρικούς τραπεζίτες στις αναδυόμενες οικονομίες εύλογα ανήσυχους στο να διατηρούν τα αποθεματικά τους σε δολάρια.

Ωστόσο, η ιστορία που αναδύεται σχετικά με την άνοδο του γουάν είναι ως επί το πλείστον λανθασμένη. Η παγκόσμια άνοδος του νομίσματος της Κίνας θα είναι βραδύτερη από ό, τι συνήθως προβλέπεται, και το γουάν είναι πιο πιθανό να πάρει μια θέση ανάμεσα στα δευτερεύοντα αποθεματικά νομίσματα - το ευρώ, το γεν, το ελβετικό φράγκο και τη βρετανική λίρα - αντί να εκτοπίσει το δολάριο από την θέση του κυρίαρχου νομίσματος. Ούτε είναι ακόμη σαφές ότι η Κίνα όντως επιθυμεί το γουάν να αντικαταστήσει το δολάριο. Τα βήματα του Πεκίνου προς την κατεύθυνση της διεθνοποίησης του νομίσματος δεν αντικατοπτρίζουν ένα πλήρες σχέδιο, μια συνεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική, αλλά μάλλον μια εξελικτική διαδικασία που διαμορφώνεται από διαφορές ανάμεσα στους κινέζους πολιτικούς όσον αφορά την έκταση και την ταχύτητα της οικονομικής μεταρρύθμισης. Μακριά από το να επιβεβαιώσει την αναπόφευκτη άνοδο του γουάν, η αβέβαιη προσπάθεια της Κίνας να διεθνοποιήσει το νόμισμά της έχει εκθέσει τους υπόγειους αγώνες που βρίσκονται πίσω από τη μεγαλύτερη πίεση της χώρας να αλλάξει το οικονομικό της μοντέλο.

Η ΑΠΡΟΘΥΜΗ ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι όταν μια χώρα πλησιάζει να γίνει υπερδύναμη, θα προσπαθήσει φυσικά να διεθνοποιήσει το νόμισμά της. Στην πραγματικότητα, οι αναδυόμενες δυνάμεις κάνουν συχνά ακριβώς το αντίθετο. Όπως ο οικονομολόγος Jeffrey Frankel έχει δείξει [1], αυτό είναι που οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν στην περίοδο του μεσοπολέμου και ό, τι η Γερμανία και η Ιαπωνία έκαναν στη δεκαετία του 1970, παρόλο που τα νομίσματα και των τριών αυτών χωρών αργότερα έγιναν διεθνή. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί ιθύνοντες, ήταν δύσπιστοι για τα οφέλη του να επιτρέψουν το νόμισμά τους να χρησιμοποιηθεί ευρέως στο εξωτερικό.

Οι αναδυόμενες δυνάμεις έχουν δύο λόγους να φοβούνται τη διεθνοποίηση των νομισμάτων τους. Ο πρώτος αφορά την ανταγωνιστικότητα. Όταν οι ξένοι αγοράζουν και κατέχουν ένα νόμισμα, θα αυξήσει την αξία του. Αυτή η εκτίμηση παραμένει για όσο διάστημα οι αγοραστές εκλαμβάνουν το νόμισμα ως αποθεματικό μέσο πλούτου. Ένα ισχυρότερο νόμισμα πλήττει τις εξαγωγές μιας χώρας, καθιστώντας τα προϊόντα της πιο ακριβά στο εξωτερικό και δημιουργεί μεγαλύτερο ανταγωνισμό για τις εγχώριες εταιρείες, καθιστώντας τις εισαγωγές φθηνότερες για τους καταναλωτές.