Τα κέρδη του ΝΑΤΟ στη Λιβύη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα κέρδη του ΝΑΤΟ στη Λιβύη

Ο σωστός τρόπος για να γίνει μια παρέμβαση

Η επιχείρηση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη έχει δικαίως χαιρετισθεί ως μια παρέμβαση - πρότυπο. Η συμμαχία αντέδρασε γρήγορα σε μια επιδεινούμενη κατάσταση, η οποία απειλούσε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που επαναστάτησαν εναντίον ενός καταπιεστικού καθεστώτος. Πέτυχε την προστασία αυτών των αμάχων και, τελικά, παρέσχε τον χώρο και τον χρόνο που απαιτείτο για να ανατρέψουν οι τοπικές δυνάμεις τον Μουαμάρ αλ Καντάφι. Και το έπραξε με εμπλέκοντας συμμάχους στην περιοχή και κατανέμοντας αρμοδιότητες στα μέλη της συμμαχίας.

Η εμπλοκή του ΝΑΤΟ στη Λιβύη απέδειξε ότι η συμμαχία παραμένει μια σημαντική πηγή σταθερότητας. Αλλά για να διατηρήσει αυτό το ρόλο, το ΝΑΤΟ πρέπει να σταθεροποιήσει την πολιτική συνοχή και τις κοινές δυνατότητες που κατέστησαν δυνατή την επιχείρηση στη Λιβύη - ιδιαίτερα καθώς οι ηγέτες του προετοιμάζονται για την επερχόμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Σικάγο αυτόν το Μάιο.

ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Όταν ο λαός της Λιβύης ξεσηκώθηκε ενάντια στον Καντάφι τον Φεβρουάριο του 2011, πολλοί ήλπιζαν ότι οι μη βίαιες διαδηλώσεις θα ακολουθούσαν την επιτυχημένη πορεία παρόμοιων εξεγέρσεων στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Αλλά αντί να παραδοθούν, όπως είχε γίνει με τους Μπεν Αλί και Χόσνι Μουμπάρακ, ο Καντάφι εξαπέλυσε μια άγρια καταστολή.

Η διεθνής κοινότητα αντέδρασε γρήγορα. Στα τέλη Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε κυρώσεις, εμπάργκο όπλων και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της Λιβύης, και κατήγγειλε τα εγκλήματα του Καντάφι κατά της ανθρωπότητας στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης. Λίγο αργότερα, ο Αραβικός Σύνδεσμος απέκλεισε τη Λιβύη από τις συνόδους του και στη συνέχεια κάλεσε την διεθνή κοινότητα να επιβάλει μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Στις 17 Μαρτίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας έκανε δεκτή την αίτηση, εντέλλοντας τη λήψη «όλων των αναγκαίων μέτρων» για την προστασία των αμάχων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διευκόλυναν αυτή την ταχεία διεθνή αντίδραση. Στα τέλη Φεβρουαρίου, η Ουάσιγκτον ήταν η πρώτη χώρα που διέκοψε τη χρηματοδότηση του Καντάφι, παγώνοντας 32 δισεκατομμύρια δολάρια από τα περιουσιακά στοιχεία της Λιβύης και προτρέποντας άλλες χώρες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Η Ουάσιγκτον ήταν επίσης επικεφαλής στο ψήφισμα του ΟΗΕ που επέτρεψε την παρέμβαση, αιτιολογώντας την ενέργεια αυτή ως συνεπή με «την ευθύνη για την προστασία», έναν κανόνα που καλεί τη διεθνή κοινότητα να παρέμβει όταν οι κυβερνήσεις αποτυγχάνουν να προφυλάξουν τους πολίτες τους. Και στις 19 Μαρτίου, μετά την έγκριση του ΟΗΕ, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστάτησαν σε μια συμμαχία για έναρξη αεροπορικών και πυραυλικών επιθέσεων κατά των δυνάμεων της Λιβύης - καθώς και εναντίον μιας μεγάλης συγκέντρωσης τεθωρακισμένων οχημάτων που πλησίαζαν τη Βεγγάζη, έδρα της επανάστασης και κατοικία 750.000 ανθρώπων που ο Καντάφι είχε χαρακτηρίσει «αρουραίους» όταν απείλησε να «εξαγνίσει κάθε σπίτι της Λιβύης». Η αρχική παρέμβαση έσωσε το λαό της Βεγγάζης, εξάλειψε το εναέριο αμυντικό σύστημα της Λιβύης εντός 72 ωρών και ανέπτυξε αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις για να επιβάλει το ψήφισμα του ΟΗΕ.

Μετά από αυτή την αρχική επιτυχία, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ζήτησε από το ΝΑΤΟ να αναλάβει τη διοίκηση και τον έλεγχο της επιχείρησης, προκειμένου να εξασφαλίσει την αποτελεσματική ενοποίηση των συμμαχικών και συνεργαζόμενων στρατιωτικών δυνάμεων. Η Ουάσιγκτον θα συνέχιζε να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά θα το έκανε κυρίως με τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, ανεφοδιάζοντας τα αεροσκάφη του ΝΑΤΟ και των συμμάχων και συμβάλλοντας και σε άλλες υψηλής τεχνολογίας στρατιωτικές ενέργειες, όπως οι ηλεκτρονικές παρεμβολές.

Με πολλές χώρες του ΝΑΤΟ, όπως το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Δανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, να συμβάλλουν ήδη στην επέμβαση, το ΝΑΤΟ ήταν η λογική επιλογή για να αναλάβει τη διοίκηση και συμφώνησε να το πράξει στις 27 Μαρτίου. Υπό την ονομασία «Επιχείρηση Unified Protector», η αποστολή της συμμαχίας στη Λιβύη αποτελείτο από τρεις ξεχωριστούς τομείς: την αστυνόμευση του εμπάργκο όπλων, την περιπολία στη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και την προστασία των αμάχων. Παρόλο που σταθεροποίησε αμέσως τον ναυτικό αποκλεισμό και τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, αντιμετώπισε δυσκολίες στην προστασία του λιβυκού λαού. Η εγγύτητα των δυνάμεων του καθεστώτος, οι εγκαταστάσεις του και ο εξοπλισμός των πολιτικών υποδομών, η αρχικά περιορισμένη ικανότητα της Λιβυκής αντιπολίτευσης να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τα αστικά κέντρα που είχε υπό τον έλεγχό της αλλά και η ανάγκη του ΝΑΤΟ να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά στους αμάχους, επιβράδυναν τις επιχειρήσεις και κάποιες φορές οδήγησαν στη δημιουργία μιας εντύπωσης αδιεξόδου και στασιμότητας.

Έως τα μέσα του Αυγούστου, ωστόσο, η αντιπολίτευση είχε αποκτήσει αρκετή δύναμη για να επιτεθεί στα οχυρά του Καντάφι , πρώτα στην Τρίπολη και στη συνέχεια στη Σύρτη. Μέσα σε δύο μήνες, το Λιβυκό Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο είχε εξασφαλίσει τον έλεγχο όλης της χώρας και οι αντάρτες είχαν συλλάβει και σκοτώσει τον Καντάφι. Η «Επιχείρηση Unified Protector» έληξε στις 31 Οκτωβρίου, 222 ημέρες αφότου είχε αρχίσει.

ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

Από όλες τις απόψεις, το ΝΑΤΟ πέτυχε στη Λιβύη. Έσωσε δεκάδες χιλιάδες ζωές από σχεδόν σίγουρο θάνατο. Πραγματοποίησε μια αεροπορική εκστρατεία απαράμιλλης ακρίβειας, η οποία, παρότι δεν ήταν τέλεια, ελαχιστοποίησε σημαντικά τις παράπλευρες απώλειες. Επέτρεψε στη λιβυκή αντιπολίτευση να ανατρέψει έναν από τους πιο μακρόχρονους στην εξουσία δικτάτορες παγκοσμίως. Και τα κατάφερε όλα αυτά χωρίς ούτε μια συμμαχική απώλεια και με κόστος -1,1 δισεκατομμύρια δολάρια για τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλά δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά - το οποίο ήταν ελάχιστο σε σχέση με αυτά που σπαταλήθηκαν σε παρεμβάσεις στα Βαλκάνια, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Αλλά η επιχείρηση της Λιβύης είχε και τις προκλήσεις της, τόσο στη σύλληψη όσο και στην εκτέλεση. Εάν το ΝΑΤΟ πρόκειται να επαναλάβει αυτή την επιτυχία στο μέλλον, θα πρέπει να εξετάσει και να μάθει από αυτές τις προκλήσεις.

Το πρώτο μάθημα είναι ότι το ΝΑΤΟ έχει τη μοναδική δυνατότητα να ανταποκρίνεται γρήγορα και αποτελεσματικά στις διεθνείς κρίσεις. Ορισμένες χώρες έχουν σημαντική στρατιωτική προοπτική. Αλλά όταν μια ομάδα χωρών θέλει να ξεκινήσει μια κοινή παρέμβαση ως συμμαχία _ κάτι το οποίο παρέχει πολιτική νομιμοποίηση - μόνο το ΝΑΤΟ μπορεί να παρέχει την κοινή δομή διοίκησης και ικανοτήτων που απαιτούνται για το σχεδιασμό και την εκτέλεση πολύπλοκων επιχειρήσεων. Αντίθετα, οι πολυμερείς συμμαχίες που δημιουργούνται στη βάση του απαραίτητου εξοπλισμού, δεν έχουν κοινό δόγμα για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων, δεν έχουν κοινές δυνατότητες ή τη δομή διοίκησης για τη γρήγορη ενσωμάτωση εθνικών δυνάμεων σε μια ενιαία εκστρατεία και δεν έχουν ισχυρούς μηχανισμούς συζήτησης και στη συνέχεια λήψης αποφάσεων πάνω σε μια ήδη συμφωνημένη πορεία δράσης. Επομένως, τέτοιες ad hoc συμμαχίες σχεδόν πάντα στηρίζονται δυσανάλογα σε ένα μόνο έθνος για να αντέξει το βάρος των φορτίων ασφάλειας που ιδανικά θα έπρεπε να είναι πιο δίκαια κατανεμημένο.

Στη Λιβύη, το ΝΑΤΟ συντόνισε τις ενέργειες των 18 χωρών - 14 κράτη μέλη και τέσσερα συνεργαζόμενα - υπό μία ενιαία διοίκηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαιξαν σίγουρα σημαντικό ρόλο, παρέχοντας πληροφορίες, τροφοδοτώντας και στοχεύοντας τις δυνατότητες. Υπάρχουν, όμως, και άλλα κράτη που είχαν εξίσου πολύτιμη συνεισφορά. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποίησαν πάνω από το 40% των επιθέσεων, καταστρέφοντας μαζί περισσότερο από το ένα τρίτο των συνολικών στόχων. Η Ιταλία παρείχε αεροσκάφη για αποστολές αναγνώρισης και, μαζί με την Ελλάδα, πρόσβαση σε ένα μεγάλο αριθμό αεροπορικών βάσεων. Το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Δανία, η Νορβηγία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέπτυξαν πολεμιστές για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και η Ιορδανία, η Ολλανδία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Τουρκία και το Κατάρ βοήθησαν στην επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων. Πολλά από αυτά τα κράτη, καθώς και η Βουλγαρία και η Ρουμανία, ανέπτυξαν επίσης ναυτικές δυνάμεις για την επιβολή του εμπάργκο όπλων.

Το δεύτερο μάθημα από τη Λιβύη είναι ότι, παρόλο που η πολιτική ενότητα του ΝΑΤΟ βελτιώνεται, πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά. Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ ξεπέρασαν τις πρώτες διαφορές τους για τη Λιβύη και σφυρηλάτησαν μια πορεία δράσης αποδεκτή από όλους. Κάθε σύμμαχος συνέβαλε στην επιχείρηση μέσω της διοικητικής δομής του ΝΑΤΟ και κανένας σύμμαχος δεν περιόρισε τη χρήση του προσωπικού που διαθέτει στα κέντρα εντολών του ΝΑΤΟ, σε μέρη όπως η Μονς στο Βέλγιο, η Νάπολη στην Ιταλία ή το Ράμσταϊν της Γερμανίας. Όμως, παρότι 14 κράτη μέλη συνέβαλαν άμεσα στην «Επιχείρηση Unified Protector», ισάριθμα κράτη δεν το έπραξαν. Πολλές από τις χώρες που δεν συμμετείχαν δεν είχαν τα μέσα να το πράξουν, αλλά συνέχισαν να δίνουν την πολιτική τους υποστήριξη. Ορισμένες χώρες όπως η Γερμανία, όμως, αποφάσισαν να μην συμμετάσχουν αν και θα μπορούσαν να το κάνουν. Το Βερολίνο δεν μπλόκαρε την απόφαση του ΝΑΤΟ να δράσει στη Λιβύη και επιπλέον βοήθησε τις επιχειρήσεις της συμμαχίας στο σύνολό τους, αυξάνοντας τη συμμετοχή του στην εναέρια επιτήρηση στο Αφγανιστάν. Όμως, απείχε από την ψηφοφορία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που εξουσιοδότησε την παρέμβαση και έμεινε έξω από τη στρατιωτική επιχείρηση. Και παρόλο που η Πολωνία επικουρείται με το να πωλεί πυρομαχικά ακρίβειας σε άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, και αυτή, επίσης, απέφυγε την άμεση συμμετοχή.

Κάποιοι σχολιαστές, όπως η Anne Applebaum, έχουν εκφράσει φόβους ότι η απουσία ενός σημαντικού αριθμού μελών του ΝΑΤΟ από την αποστολή στη Λιβύη σηματοδότησε μια έλλειψη αλληλεγγύης ή, χειρότερα, την ανάδυση μιας συμμαχίας δύο επιπέδων, στην οποία ορισμένα μέλη επικεντρώνονται σε ανθρωπιστικές και ειρηνευτικές αποστολές και άλλα φέρουν το βάρος της μάχης.

Μια τέτοια ανησυχία είναι αβάσιμη - για την ώρα τουλάχιστον. Όταν η δουλειά του ΝΑΤΟ θεωρηθεί μέσα στο πλαίσιο ολόκληρου του φάσματος των αποστολών του, από αυτή στο Αφγανιστάν ως τις αντι-πειρατικές επιχειρήσεις στον Κόλπο του Άντεν, γίνεται σαφές ότι κάθε κράτος μέλος συμμετέχει με το καλύτερο των δυνατοτήτων του – συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας και της Πολωνίας, οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στο Αφγανιστάν και το Κοσσυφοπέδιο. Ωστόσο, αν και η επιχείρηση της Λιβύης έδειξε ότι η πολιτική δέσμευση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ βελτιώνεται, οι σύμμαχοι πρέπει να εργαστούν για να μεταφραστεί αυτή η πολιτική βούληση σε πραγματικότητα, με την πιο δίκαιη κατανομή του συνολικού αμυντικού βάρους της συμμαχίας.

Η παρέμβαση στη Λιβύη, επίσης, έδειξε ότι μια συνεκτική πολιτική του ΝΑΤΟ μπορεί να αντιμετωπίσει όλο και πιο πολύπλοκες και περισσότερο παγκόσμιες, προκλήσεις ασφαλείας. Τα πρώτα 40 χρόνια του, το ΝΑΤΟ επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση των συνόρων των κρατών μελών του. Αλλά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η συμμαχία διεύρυνε την προοπτική της πέρα από την αποτροπή, καθιστώντας την σύμμαχο από επιλογή για διεθνείς επιχειρήσεις ασφαλείας. Η τάση αυτή ξεκίνησε με τη Σύμπραξη για την Ειρήνη στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ένα πρόγραμμα πρακτικής συνεργασίας και πολιτικού διαλόγου με τα κράτη που δεν ήταν μέλη σε όλη την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Και συνέχισε στο σημερινό αιώνα, με 50 χώρες να εναποθέτουν τις δυνάμεις τους στη διοίκηση του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της Διεθνούς Δύναμης Αρωγής Ασφαλείας στο Αφγανιστάν.

Το ΝΑΤΟ πήρε και πάλι το προβάδισμα στη Λιβύη. Ορισμένες χώρες δίστασαν να θέσουν το ΝΑΤΟ επικεφαλής μιας στρατιωτικής δράσης, φοβούμενες ότι η συμμαχία δεν θα συγκεντρώσει αρκετή υποστήριξη στην περιοχή, αλλά αποδείχθηκε ότι τα Αραβικά κράτη προτίμησαν να εργαστούν μέσω του ΝΑΤΟ: αρκετά από αυτά, όπως η Ιορδανία, το Μαρόκο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είχαν ήδη συμμετάσχει σε ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις στο Κόσοβο και το Αφγανιστάν, ενώ άλλα είχαν προωθήσει τη σύσφιξη των σχέσεων με το ΝΑΤΟ μέσω του Μεσογειακού Διαλόγου και της Πρωτοβουλίας Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης. Τα προγράμματα αυτά, που ξεκίνησαν το 1994 και 2004 αντίστοιχα, επέκτειναν την ικανότητα του ΝΑΤΟ να συνεργάζεται με χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Αυτές οι συνεργασίες με μη-μέλη του ΝΑΤΟ σηματοδοτούν τον αυξανόμενο ρόλο της συμμαχίας, πέραν των συνόρων της. Μια τέτοια συνεργασία δεν μπορεί να έχει αποφασιστική στρατιωτική επιρροή: όπως στα Βαλκάνια και το Αφγανιστάν, ήταν τα μέλη της συμμαχίας που παρείχαν το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής δύναμης στη Λιβύη. (Σχεδόν το 90% των μη-αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, προέρχονται από χώρες της Ευρώπης). Αλλά αυτό το είδος κατανομής των φορτίων είναι πολιτικά απαραίτητο για τη συνολική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ. Η συμμετοχή της Ιορδανίας, του Μαρόκου, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η υποστήριξή τους στις δυνάμεις της λιβυκής αντιπολίτευσης αποδείχθηκε κρίσιμη για την απελευθέρωση της Τρίπολης, τόσο με την επίδειξη της αραβικής πολιτικής στήριξης όσο και με την παροχή πρόσθετων στρατιωτικών δυνάμεων. Η περιφερειακή συμμετοχή βοήθησε επίσης να κατευνασθούν πιθανές τριβές στο εσωτερικό της συμμαχίας, καθησυχάζοντας πολλά μέλη του ΝΑΤΟ που θα δίσταζαν υπό άλλες συνθήκες για τη νομιμότητα της αποστολής.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΕΛΤΙΩΝΕΤΑΙ

Όσο επιτυχής κι αν ήταν, η παρέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη υπονοεί ότι ο οργανισμός πρέπει να ενισχύσει τη βασική υποδομή του, αν ελπίζει να αυξήσει το ρόλο του στην παγκόσμια ασφάλεια. Η δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ και η κοινή χρηματοδότηση ενισχύουν τη συνοχή της συμμαχίας, αλλά παραμένουν σοβαρά κενά στις συνολικές δυνατότητές της. Στο πλαίσιο της δομής διοίκησης, για παράδειγμα, η συμμαχία δεν κατάφερε να αφιερώσει τους αναγκαίους πόρους για την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να βρει και να αναλάβει τα είδη των κινητών στόχων που είναι κοινά στις σύγχρονες επιχειρήσεις, να σχεδιάσει κοινές επιχειρήσεις παράλληλα με γρήγορες πολιτικές αποφάσεις, να υποστηρίξει την στοχευμένη διαδικασία με νομικές συμβουλές και να παρέχει έγκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες στο κοινό για τις επιχειρησιακές εξελίξεις. Το ΝΑΤΟ έχει παραλείψει επίσης να καλλιεργήσει απαραίτητα «εργαλεία» για στρατιωτικές εκστρατείες, όπως οι μυστικές υπηρεσίες, η επιτήρηση, η αναγνώριση, η ακρίβεια στόχευσης και ο εναέριος ανεφοδιασμός - παρά τις σχεδόν δύο δεκαετίες εμπειρίας που έχουν αποδείξει την αξία τους.

Αντί να επενδύσουν στο ΝΑΤΟ, πολλά κράτη μέλη εξαρτώνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αντισταθμίσουν αυτές τις ελλείψεις. Στη Λιβύη, η Ουάσιγκτον παρείχε το 75% των πληροφοριών και των στοιχείων παρακολούθησης και αναγνώρισης που χρησιμοποιήθηκαν για την προστασία των αμάχων της Λιβύης και την επιβολή του εμπάργκο όπλων. Συνέβαλε, επίσης, στο 75% του ανεφοδιασμού αεροσκαφών που χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την αποστολή - χωρίς τον οποίο τα πολεμικά αεροσκάφη δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν κοντά σε πιθανούς στόχους, ώστε να ανταποκριθούν γρήγορα στις εχθρικές δυνάμεις που απειλούσαν να επιτεθούν στους αμάχους. Και οι διοικητές των ΗΠΑ στην Ευρώπη έπρεπε να αποστείλουν γρήγορα πάνω από 100 άτομα στρατιωτικό προσωπικό στο Κέντρο Στόχων του ΝΑΤΟ στην αρχή της παρέμβασης, όταν κατέστη σαφές ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν είχαν τη γνώση και την πείρα να παρέχουν στα αεροσκάφη τους τις σωστές πληροφορίες στόχευσης.

Η μεγάλη εξάρτηση των μελών της συμμαχίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης υπογράμμισε το κόστος μιας δεκαετούς περιόδου ανεπαρκών επενδύσεων της Ευρώπης στον τομέα της άμυνας. Κατά μέσο όρο, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη ξοδεύουν τώρα μόλις το 1,6% του ΑΕΠ τους στις ένοπλες δυνάμεις και πολλοί δαπανούν λιγότερο από το ένα τοις εκατό: Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, δαπανούν πάνω από τέσσερα τοις εκατό του ΑΕΠ τους. Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δαπανά σχεδόν τρεις φορές περισσότερα για την άμυνα από ότι όλοι οι άλλοι 27 σύμμαχοι του ΝΑΤΟ μαζί, έχει διευρύνει το χάσμα στις δυνατότητες των κρατών μελών. Όπως προειδοποίησε ο πρώην αμερικανός υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του τον περασμένο Ιούνιο, η ανισορροπία αυτή απειλεί να δημιουργήσει μια συμμαχία δύο «ταχυτήτων» που θα μπορούσε τελικά να αποδειχθεί μη βιώσιμη.

Το ΝΑΤΟ άρχισε να αντιμετωπίζει τις ελλείψεις αυτές πριν από τον πόλεμο στη Λιβύη. Κατά τη σύνοδο κορυφής της Λισαβόνας τον Νοέμβριο του 2010, για παράδειγμα, η συμμαχία υιοθέτησε μια νέα «στρατηγική αντίληψη» για να την καθοδηγήσει στην επόμενη δεκαετία. Σε αυτή, οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν να αναπτύξουν το «πλήρες φάσμα των δυνάμεων που απαιτούνται για την αποτροπή και την άμυνα ενάντια σε οποιαδήποτε απειλή για την ασφάλεια και την προστασία του πληθυσμού τους». Επίσης, εντόπισε και προέταξε τις δέκα δυνατότητες, για τις οποίες τα κράτη μέλη συμφώνησαν ότι ήταν απαραίτητες για την ενδυνάμωση του Οργανισμού όχι μόνο σε σύγχρονες επιχειρήσεις (όπως η βελτίωση των μεθόδων για την αντιμετώπιση των αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών) αλλά και στο μέλλον (όπως η πυραυλική άμυνα και οι κοινές μυστικές υπηρεσίες παρακολούθησης και αναγνώρισης - μια βασική έλλειψη στη Λιβύη).

Η συμμαχία θα πρέπει τώρα να επιδείξει την πολιτική βούληση για την εφαρμογή των προτύπων αυτών σε μια περίοδο δημοσιονομικής λιτότητας. Οι χώρες του ΝΑΤΟ μπορούν να συνεχίσουν να επενδύουν στις στρατιωτικές δυνάμεις τους από μόνες τους - που σημαίνει ότι επενδύουν αναποτελεσματικά και συχνά ανεπαρκώς, ενώ στηρίζονται στις όλο και πιο ανυπόμονες Ηνωμένες Πολιτείες για να καλύψουν τη διαφορά. Ή τα κράτη μέλη μπορούν να επενδύσουν μέσω του ΝΑΤΟ και άλλων πολυεθνικών προγραμμάτων, γλιτώνοντας χρήματα, προωθώντας τη συνεργασία, μοιράζοντας τις δυνατότητές τους και επιδεικνύοντας αλληλεγγύη. Το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να πετυχαίνει μόνο αν κάθε κράτος μέλος επιλέξει τον τελευταίο δρόμο.

Σε περίπτωση που τα μέλη του ΝΑΤΟ αντιμετωπίσουν την πρόκληση, οι επενδύσεις τους θα χρηματοδοτήσουν ζωτικής σημασίας προγράμματα που μπορούν να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις ελλείψεις της επιχείρησης στη Λιβύη. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι το σύστημα Συμμαχικής Επιτήρησης Εδάφους (Alliance Ground Surveillance), το οποίο έχει σχεδιαστεί για να βοηθά στον εντοπισμό κινητών και καλυμμένων επίγειων δυνάμεων και έτσι θα ενισχύσει τις επιχειρήσεις πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης του ΝΑΤΟ. Τα μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάσουν τη συγκέντρωση των επενδύσεών τους στον εναέριο ανεφοδιασμό και τα όπλα ακριβείας και να μοιραστούν πληροφορίες για τα δικά τους εθνικά αποθέματα πυρομαχικών προκειμένου να βελτιώσουν τον κοινό προγραμματισμό.

Οι σύμμαχοι πρέπει επίσης να θυμούνται ότι η επιχείρηση στη Λιβύη ήταν σχετικά μικρή - περίπου το ένα πέμπτο του μεγέθους σε σχέση με εκείνη στο Κοσσυφοπέδιο όσον αφορά τον αριθμό των εμπλεκόμενων στρατιωτικών μέσων. Εάν οι αμυντικές δαπάνες εξακολουθήσουν να μειώνονται, το ΝΑΤΟ μπορεί να μην είναι σε θέση να επαναλάβει την επιτυχία του στη Λιβύη σε μια άλλη δεκαετία. Γι’ αυτό τα μέλη του ΝΑΤΟ θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τη σύνοδο κορυφής του Σικάγο για την ενίσχυση της συμμαχίας, εξασφαλίζοντας ότι η κατανομή των βαρών που λειτούργησε τόσο καλά στη Λιβύη -και συνεχίζεται στο Αφγανιστάν σήμερα - θα γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/137073/ivo-h-daalder-and-james-g-...

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση https://twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση http://www.facebook.com/pages/Foreign-Affairs-Hellenic-Edition/191397164...