Μια πικρή λυκοφιλία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια πικρή λυκοφιλία

Η «περίπου» συμμαχία της Σαουδικής Αραβίας με την Τουρκία
Περίληψη: 

Η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία φαινόταν να έχουν έρθει κοντά τα τελευταία χρόνια σε θέματα εμπορίου, ενέργειας, Ιράν, και, πιο πρόσφατα, σχετικά με την επανάσταση στη Λιβύη. Αλλά οι περιφερειακοί στόχοι των δύο χωρών – η ηγεμονία των σουνιτών στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας και προβολή ήπιας ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή στην περίπτωση της Τουρκίας - διαφέρουν πάρα πολύ για να διαρκέσουν πολύ οι φιλικοί δεσμοί.

Η MELIHA BENLI ALTUNISIK είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων και πρύτανης στη Σχολή Πτυχιούχων Κοινωνικών Επιστημών στο Middle East Technical University της Τουρκίας.

Τον περασμένο μήνα, η Σαουδική Αραβία έστρωσε το κόκκινο χαλί για τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η επίσκεψη ήταν ένα ακόμη παράδειγμα του βαθμού βελτίωσης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών τα τελευταία χρόνια.

Ιστορικά, τα δύο έθνη δεν ήταν φιλικά μεταξύ τους, ενώ οι οικονομικές σχέσεις αναπτύχθηκαν μόλις τη δεκαετία του 1970. Η Τουρκία χρειαζόταν το πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας. Από την πλευρά της, η Σαουδική Αραβία χρειαζόταν τον τεράστιο κατασκευαστικό τομέα της Τουρκίας για να χτίσει τις σύγχρονες πόλεις της. Στη δεκαετία του 1990, η κάπως στενή σχέση έγινε πιο απόμακρη. Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία μαζί με την Αίγυπτο και τη Συρία ομαδοποιήθηκαν με την ελπίδα να δημιουργήσουν μια νέα αραβική τάξη. Η Δαμασκός, που δεν ήταν σύμμαχος της Άγκυρας την εποχή εκείνη, ήταν σε θέση να χαρακτηρίζει πολλά από τα θέματά της με την Τουρκία ως παναραβικές ανησυχίες. Κάτω από το τουρκικό τμήμα του Ευφράτη, για παράδειγμα, η Συρία ήταν σε σταθερή αντιπαράθεση με την τουρκική κυβέρνηση για το πόσο νερό θα επιτρέπει να ρέει κατάντη. Το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία και η Συρία είχαν ξεκινήσει ακόμα μια επιτυχημένη εκστρατεία για να τερματιστεί η χρηματοδότηση φραγμάτων στην Τουρκία από την Παγκόσμια Τράπεζα μέχρις ότου η Άγκυρα υπέγραψε συμφωνία με τις χώρες που βρίσκονται κάτω από αυτήν για την ροή των υδάτων προς αυτές.

Η εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ το 2003 τα άλλαξε όλα αυτά. Η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και η επακόλουθη ενίσχυση των ιρακινών σιιτών εμφύσησε τον φόβο στο βασίλειο ότι ο πληθυσμός των σιιτών της Σαουδικής Αραβίας θα ασκήσει πιέσεις για αλλαγή. Από εκεί και πέρα, στο Ριάντ πίστευαν ότι το Ιράν - με τις ενέργειές του στο Ιράκ, τη συμμαχία του με τη Συρία, την υποστήριξή του στη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ και με το εν τη γενέσει πυρηνικό του πρόγραμμα - προσπαθούσε να γίνει ένας περιφερειακός ηγεμόνας. Αντιδρώντας, το Ριάντ άρχισε να οικοδομεί συμμαχίες με κράτη που μοιράζονται τις απόψεις του, έναν «σουνιτικό άξονα» ας πούμε, για την καταπολέμηση του «σιιτικού τόξου».

Η Ιορδανία και η Αίγυπτος φυσικά ταίριαζαν. Αυτές οι χώρες ήταν κυρίως σουνιτικές και καθώς ήταν εξίσου ανήσυχες με την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν αποφασισμένες να αντιμετωπίσουν αυτό που εξελάμβαναν ως τεράστια επιρροή της Τεχεράνης στην περιοχή. Ωστόσο, το Ριάντ προχώρησε ένα βήμα περισσότερο και στόχευσε να στρατολογήσει και την Τουρκία. Ως μια σημαντική περιφερειακή δύναμη, ένα μέλος του ΝΑΤΟ και κυρίως σουνιτική, η Σαουδική Αραβία είδε την Άγκυρα ως ένα πολύτιμο προπύργιο κατά του Ιράν. Το Ριάντ κανονικά θα έπρεπε να ανησυχεί για την παρουσία μιας μη αραβικής δύναμης στην περιοχή που υπονομεύει τη δική της θέση, αλλά θεώρησε την Τουρκία ως ένα μικρότερο κακό σε σύγκριση με το Ιράν.

Έτσι, το 2006, ο Αμπντουλάχ μπιν Αμπντούλ-Αζίζ Αλ-Σαούντ, έγινε ο πρώτος μονάρχης της Σαουδικής Αραβίας που επισκέφθηκε την Τουρκία εδώ και δεκαετίες. Και ακολούθησε άλλη μια επίσκεψη το 2007. Το επόμενο έτος, η Τουρκία και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, που περιλαμβάνει τη Σαουδική Αραβία, ξεκίνησαν ένα στρατηγικό διάλογο για το Ιράν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι οικονομικές σχέσεις Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας άνθισαν. Το 2011, το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών έφτασε περίπου τα 5 δισ. δολάρια ετησίως. Οι τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες συνέχισαν να κερδίζουν έδαφος στη Σαουδική Αραβία και ο αριθμός των Σαουδαράβων τουριστών προς την Τουρκία ανήλθε σε 84.000 το 2010.

Όπως και η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία ενδιαφέρθηκε επίσης για την κατάσταση των σουνιτών στο Ιράκ, αν και λιγότερο από θρησκευτικές ανησυχίες όσο από την επιθυμία να κρατήσει ενωμένο το Ιράκ. Η Τουρκία πιστεύει ότι η άνοδος των σιιτών και η κλιμακούμενη βία στο Ιράκ θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε διαίρεση της χώρας κατά μήκος εθνικών γραμμών. Και αν το βόρειο Ιράκ γινόταν ένα ξεχωριστό κουρδικό κράτος, η Άγκυρα φοβόταν ότι οι Κούρδοι της Τουρκίας θα ήθελαν να προσχωρήσουν σε αυτήν. Η Τουρκία, επίσης, ήθελε να περιορίσει τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ιράν. Ωστόσο, ενώ η Άγκυρα ήταν πρόθυμη στα ανοίγματα του Ριάντ, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να γίνει κεντρικός πυλώνας του νέου άξονα σουνιτών στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, ως μέρος του δόγματος της εξωτερικής πολιτικής περί «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», η Τουρκία ήθελε να αντιμετωπίσει τη δύναμη του Ιράν στην περιοχή με ήπιους τρόπους εξισορρόπησης. Συγκεκριμένα, η Άγκυρα θα μπορούσε να υπονομεύσει την επιρροή της Τεχεράνης στην παλαιστινιακή πολιτική και την κυριαρχία της στο Ιράκ, το Λίβανο και τη Συρία προσεγγίζοντας από μόνη της όλο και περισσότερο αυτά τα κράτη.

Έτσι, αν και η Άγκυρα επεδίωκε βελτίωση των σχέσεών της με τη Σαουδική Αραβία, συνέχισε να ασχολείται με το Ιράν, ιδίως σχετικά με την ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Όταν η Σαουδική Αραβία είδε μια πιθανή ιρανική βόμβα ως σοβαρή απειλή και ήθελε να την αποτρέψει με κάθε δυνατό τρόπο, η Τουρκία πίστευε ότι το θέμα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσω διαπραγματεύσεων. Ήδη από το 2009, πολλοί στη Σαουδική Αραβία ήταν ολοένα και πιο καχύποπτοι σε αυτό που έβλεπαν ως διπροσωπία της Τουρκίας. Παρότι το Ριάντ συνέχισε την πολιτική της συνεργασίας με την Τουρκία ειδικά στο Ιράκ, συνειδητοποίησε επίσης ότι η Τουρκία δεν θα ήταν ένθερμο μέλος της συμμαχίας που είχε χτίσει με την Αίγυπτο και την Ιορδανία.