Ο κόσμος περιμένει τη Γερμανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο κόσμος περιμένει τη Γερμανία

Το Βερολίνο κινείται μεν για να λύσει την κρίση της Ευρώπης αλλά όχι όσο γρήγορα είναι αναγκαίο.
Περίληψη: 

Μετά από δύο χρόνια, τρία κρατικά σχέδια διάσωσης, περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε φθηνά δάνεια από την ΕΚΤ, καθώς και δεκάδες Συνόδους Κορυφής, οι τελευταίες εξελίξεις στη Γερμανία δείχνουν ότι το Βερολίνο κινείται να λύσει την κρίση της ηπείρου. Αλλά η ιδέα που έχει η χώρα για την λύση παραμένει ένα σύστημα στο οποίο το Βερολίνο παίρνει de facto και de jure το δικαίωμα βέτο επί των εθνικών προϋπολογισμών ως αντάλλαγμα για τα ευρωομόλογα. Αυτό παραβλέπει το νόημα: η κρίση δεν είναι δημοσιονομική αλλά οικονομική. Ξεκίνησε και θα τελειώσει με τις τράπεζες.

Ο MARK BLYTH είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Brown.
Ο MATTHIAS MATTHIJS είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στη Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών Johns Hopkins.

Ο Γάλλος διπλωμάτης του δέκατου ένατου αιώνα Charles Maurice de Talleyrand -Périgord, πιο γνωστός απλά ως Ταλλεϋράνδος, υποστήριξε ότι οι βασιλιάδες του οίκου των Βουρβώνων που εξορίστηκαν στη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης «δεν έμαθαν ποτέ τίποτα και δεν ξέχασαν ποτέ τίποτα». Προσκολλημένοι στις παλιομοδίτικες πεποιθήσεις τους σχετικά με τη Γαλλία, ήταν τυφλοί στις μεταβολές των καιρών και παράβλεψαν την λαϊκή εξέγερση και τον πολιτικό σεισμό που μεταμόρφωνε την Ευρώπη. Μέχρι πριν περίπου ένα μήνα, οι ομόλογοι του Ταλλεϋράνδου στο Quai d 'Orsay, την έδρα του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών, θα μπορούσαν να ισχυριστούν το ίδιο και για τους σύγχρονους Γερμανούς που έχουν αφήσει την κρίση του ευρώ και τη σύγχρονη νομισματική ιστορία να τους ξεπεράσει.

Μετά από δύο χρόνια, τρία κρατικά σχέδια διάσωσης, περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε φθηνά δάνεια από την ΕΚΤ, καθώς και δεκάδες Συνόδους Κορυφής, οι τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη δείχνουν ότι το Βερολίνο μπορεί να είναι ικανό να μάθει μετά από όλα αυτά. Η κυβέρνηση της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ έχει αρχίσει μετατοπίζεται από το από μακρού χρόνου δόγμα τής «λιτότητας με την προσθήκη περισσότερων κανονισμών» σε κάτι άλλο, κάπου ανάμεσα σε ένα πανευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων και μια ολοκληρωμένη δημοσιονομική ένωση. Εν ολίγοις, η απειλή της κατάρρευσης μιας ισπανικής τράπεζας που θα πυροδοτήσει την οικονομική κατάρρευση της Ευρώπης έχει καταφέρει να συμμαζέψει τα γερμανικά μυαλά. Παρότι τα ευρωομόλογα - των οποίων οι υποστηρικτές περιλαμβάνουν τον Mario Draghi, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον Ντέιβιντ Κάμερον και τον Μπαράκ Ομπάμα - παραμένουν ταμπού στο Βερολίνο, οι λοιπές προτάσεις πολιτικής τυγχάνουν επιτέλους μιας καλύτερης αποδοχής μεταξύ των πολιτικών στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τον Quentin Peel στους Financial Times, πίσω από τις κλειστές πόρτες η κυβέρνηση Μέρκελ είναι ακόμα πιο ανοιχτή προς τις ανορθόδοξες προτάσεις πολιτικής. Η Μέρκελ κρατάει το στόμα της κλειστό λόγω των επικείμενων ελληνικών και γαλλικών βουλευτικών εκλογών, της εγχώριας αντιπολίτευσης (ιδίως για την επέκταση του συστήματος τραπεζικής ασφάλισης πέρα από το εθνικό επίπεδο) και του φόβου της ότι μπορεί να δώσει λάθος μήνυμα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και παρά την δηλωμένη αντίθεση του Βερολίνου για τα ευρωομόλογα, η άρνηση δεν είναι τόσο σαφής όσο φαίνεται. Το Βερολίνο θα στηρίξει ένα ευρωομόλογο, αλλά μόνο αφότου η πλήρης δημοσιονομική ένωση έχει δημιουργηθεί ώστε να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις εμπιστοσύνης.

Επίσης, αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι η Bundesbank έχει μαλακώσει τη στάση της όσον αφορά τον πληθωρισμό, γεγονός που αποτελεί πρωτοφανή ιστορική μεταστροφή. Υιοθετεί τώρα την άποψη ότι επιτρέποντας στον γερμανικό πληθωρισμό να υπερβεί το 2% θα μπορούσε να συνδυαστεί με πληθωρισμό χαμηλότερο από 2% στην περιφέρεια της Ευρώπης, έτσι ώστε ο μέσος όρος της ευρωζώνης να παραμείνει «κοντά, αλλά κάτω από 2%», σε συμφωνία με την επίσημη εντολή της ΕΚΤ. Τέλος, μετά την εκλογή του Φρανσουά Ολάντ στη Γαλλία, οι γερμανικές πολιτικές ελίτ είναι όλο και πιο πρόθυμες να συζητήσουν μέτρα για την ανάπτυξη, ακόμη και αν η έμφαση παραμένει στις μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, αντί να συζητά για βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική τόνωση και φρέσκο δανεισμό, το Βερολίνο προτιμά να επικεντρωθεί στην αγορά εργασίας και τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, οι οποίες θα μειώσουν την πραγματική ανάπτυξη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στο κάτω - κάτω, αν καταστεί ευκολότερο για τις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν και να απολύουν, κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης είναι πιο πιθανό να κάνουν απολύσεις αντί προσλήψεις.

Η σημερινή κατάσταση θυμίζει τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν ο νεοεκλεγείς Γάλλος σοσιαλιστής πρωθυπουργός, Λιονέλ Ζοσπέν και ο υπουργός Οικονομικών, Ντομινίκ Στρος-Καν, επέμειναν στην προσθήκη της λέξης «ανάπτυξη» στο γερμανικής έμπνευσης Σύμφωνο Σταθερότητας για την ευρωζώνη. Παρά τη γαλλική τροποποίηση στον τίτλο του συμφώνου, η έμφαση στη συνέχεια, όπως και τώρα, παρέμεινε στην τήρηση των κανόνων και όχι στην ανάπτυξη, την αλληλεγγύη ή οτιδήποτε άλλο. Τότε, όπως και τώρα, η αλλαγή πολιτικής απαιτεί πραγματική ηγεσία και θέληση να εξεταστούν εναλλακτικές λύσεις. Αυτή την εποχή η ηγεσία εκλείπει. Όπως υποστηρίξαμε στο Foreign Affairs τον περασμένο Νοέμβριο, ωσότου η Γερμανία αποδεχθεί τον ηγεμονικό ρόλο της, ο οποίος εντοπίστηκε για πρώτη φορά από τον οικονομολόγο Charles Kindleberger ως ζωτικής σημασίας για τη νομισματική σταθερότητα, η Ευρώπη δεν θα είναι σε θέση να ξεπεράσει αυτή την κρίση. Και καμιά εξέλιξη μέσα στους τελευταίους επτά μήνες δεν αλλάζει αυτή τη διάγνωση.

Σύμφωνα με τον Kindleberger, ένα κράτος πρέπει να παρέχει μια αγορά για τα αγαθά που δεν μπορούν να βρουν αγοραστή, σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, πλήρεις λειτουργίες δανειστή εσχάτης καταφυγής, «αντικυκλικά» μακροπρόθεσμα δάνεια και συντονισμό μακροοικονομικών πολιτικών. Ένα ηγεμονικό κράτος το κάνει αυτό όχι από αλτρουισμό, αλλά επειδή συγκεντρώνει τη μερίδα του λέοντος από τα οφέλη από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στα τέλη του περασμένου χρόνου, η Γερμανία αποτύγχανε σε κάθε ένα από τα πέντε αυτά στοιχεία, ούσα φαινομενικά ανίκανη ή απρόθυμη να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση. Από τότε έχει σημειωθεί πρόοδος σε ορισμένους τομείς και σημαντική οπισθοδρόμηση σε άλλους. Αλλά αυτό που μετράει περισσότερο - με την Ελλάδα να ξεμένει από μετρητά, το τραπεζικό σύστημα της Ισπανίας να παραπαίει και καινούργιες ανησυχίες για τη σταθερότητα της μη εκλεγμένης τεχνοκρατικής κυβέρνησης της Ιταλίας - είναι ότι ο ισολογισμός των επιτευγμάτων του Βερολίνου παραμένει στο κόκκινο.