Ο κόσμος περιμένει τη Γερμανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο κόσμος περιμένει τη Γερμανία

Το Βερολίνο κινείται μεν για να λύσει την κρίση της Ευρώπης αλλά όχι όσο γρήγορα είναι αναγκαίο.

Κατά πρώτον, όσον αφορά την παροχή μιας αγοράς για τα αγαθά υπό πίεση, η Γερμανία έχει δει πρόσφατα τις εισαγωγές της να αυξάνονται και οι εμπορικές ανισορροπίες εντός της ευρωζώνης έχουν αρχίσει να περιορίζονται. Ακόμα κι έτσι, αυτή η ανάκαμψη δεν είναι αρκετή για να διορθώσει τις μαζικές διαρθρωτικές ανισορροπίες στην καρδιά της ευρωζώνης. Δεύτερον, η αξία του ευρώ σε σχέση με άλλα νομίσματα έχει αρχίσει να μειώνεται, κάτι που δίνει στις χώρες της ευρωζώνης μια απολύτως αναγκαία ενίσχυση ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος ωφελημένος της εξασθένησης του ευρώ μπορεί κάλλιστα να είναι η ίδια η Γερμανία, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου των εξαγωγών της Ευρωζώνης προς τον υπόλοιπο κόσμο. Τρίτον, η ΕΚΤ έχει παράσχει επαρκή δανεισμό εσχάτης ανάγκης από τα τέλη του 2011. Αλλά τα τρισεκατομμύρια ευρώ που έχει οιονεί καταβάλει μέχρι στιγμής δεν ήταν αρκετά για να ηρεμήσουν τις αγορές. (Αυτό είναι πιθανό να συμβαίνει, επειδή οι αγορές γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα εργαλεία ρευστότητας δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα φερεγγυότητας του ελληνικού κράτους και των ισπανικών τραπεζών).

Συνεχίζοντας στη λίστα, τα προβλήματα συσσωρεύονται. Ο κυκλικός, χαμηλού επιτοκίου, δανεισμός και το όργιο της αγοράς ομολόγων της ευρωπαϊκής περιφέρειας από τράπεζες του ευρωπαϊκού πυρήνα όταν μεγάλωνε η κρίση έχουν αντικατασταθεί από έναν αργόσυρτο τραπεζικό πανικό (δηλαδή, μαζικές αναλήψεις καταθέσεων) στην Ελλάδα και την Ισπανία. Αυτό απαιτεί να ισορροπήσουν οι μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης μέσω του συστήματος πληρωμών που ονομάζεται Στόχος 2. Ως εκ τούτου, καθώς και οι γερμανικές τράπεζες θα βρεθούν σε δύσκολη θέση σχετικά με το χρέος των χωρών της περιφέρειας σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής, η γερμανική κεντρική τράπεζα μπορεί επίσης να μπει σε δύσκολη θέση για εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση μιας πραγματικής διάλυσης της ευρωζώνης, η οποία θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμη, ακόμα και για τη Γερμανία.

Η τελευταία προϋπόθεση του Kindleberger είναι ο συντονισμός της μακροοικονομικής πολιτικής - και αυτό είναι το πεδίο όπου υπάρχει αναμφισβήτητα η πιο θετική αλλαγή σε όλη την Ευρωζώνη κατά τους τελευταίους μήνες. Αλλά ακόμα κι αν το Βερολίνο εξακολουθεί να κινείται προς την κατεύθυνση μιας δημοσιονομικής ένωσης που βασίζεται σε κανόνες και ενός κοινού συστήματος τραπεζικής ασφάλισης, θα ήταν αυτό αρκετό για να σώσει το ευρώ; Η απάντηση εξαρτάται από το χρονοδιάγραμμα της πολιτικής, την πολιτική του κατάλληλου χρόνου, την εξελισσόμενη οικονομική πραγματικότητα και τη δύναμη των βασικών ευρωπαϊκών θεσμών.

Παρά τη συμβατική αφήγηση όπως αναγράφεται στον οικονομικό Τύπο, η στροφή της Γερμανίας δεν καθοδηγείται απλώς από προεκλογικές πολιτικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι γαλλικές και ελληνικές εκλογές έχουν αυξήσει την πίεση για τις κυβερνήσεις που είναι υπέρ της λιτότητας, αλλά τα αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ούτε συντριπτικά (Γαλλία), ούτε πειστικά (Ελλάδα). Οι Ιρλανδοί ψηφοφόροι δεν απέρριψαν την λιτότητα στο πρόσφατο δημοψήφισμα για το σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας. Εν τω μεταξύ, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων επιθυμεί να κρατήσει το ευρώ. Παρά το γεγονός ότι η εκλογή του Ολάντ στη Γαλλία έχει ασκήσει πιέσεις στη Γερμανία να αλλάξει την πορεία της, ο Ολάντ δεν ήταν σε θέση ούτε να κάνει τους Γερμανούς να εγκαταλείψουν την γενικευμένη λιτότητα, ούτε να πείσει την Μέρκελ να υιοθετήσει πλήρως τα ευρωομόλογα.

Το γεγονός ότι τα ζόμπι του χρέους της Ευρώπης συνεχίζουν να επανέρχονται στη ζωή με πιο τρομακτικές μορφές, έχει αναμφισβήτητα κάνει τα περισσότερα για να εστιαστούν τα μυαλά των γερμανών πολιτικών. Η Ελλάδα διεσώθη, στη συνέχεια προστατεύθηκε και μετά οχυρώθηκε, αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν περιόρισε τα προβλήματά της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Ελλάδα είναι πολύ σημαντική μόνο ως το έναυσμα ενός τραπεζικού πανικού που θα γονατίσει την ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, καθώς οι περισσότερες βασικές τράπεζες έχουν καταφέρει να απαλλαγούν από την έκθεσή τους σε ελληνικά ομόλογα. Ωστόσο, οι ίδιες οι τράπεζες δεν μπορούν να απαλλαγούν από το ισπανικό ή το ιταλικό χρέος τόσο εύκολα. Εκεί είναι που ο ρόλος της ΕΚΤ ως εντεταλμένου δανειστή εσχάτης καταφυγής μπαίνει στο παιχνίδι. Οι δραστηριότητές της σε αυτό το μέτωπο προχωρούν πολύ μακριά και έτσι εξηγούν γιατί η Γερμανία αλλάζει τώρα γραμμή.

Στα τέλη του περασμένου έτους, η ΕΚΤ άρχισε να προσφέρει LTROs (Long Term Refinancing Operations, ή, με άλλα λόγια, πολύ φτηνά μακροπρόθεσμα δάνεια) που υποτίθεται ότι θα έδιναν στην Ευρώπη κάποια ανάσα αναχρηματοδοτώντας τις ευρωπαϊκές τράπεζες για τρία χρόνια. Η απογοητευτική πραγματικότητα ήταν ότι σχεδόν όλες οι τράπεζες που δανείστηκαν επέστρεψαν το 75% των μετρητών απευθείας στην ΕΚΤ (αντί για να προχωρήσουν στη σύναψη δανείων στην εγχώρια αγορά), όπου κατατέθηκαν ως εξασφάλιση. Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν στη συνέχεια το υπόλοιπο 25% για να αγοράσουν βραχυπρόθεσμο χρέος το δημοσίου. Ενώ αυτό αρχικά μείωσε τα επιτόκια των εθνικών ομολόγων, είχε ως παρενέργεια την αύξηση της συσχέτισης μεταξύ του εθνικού και του τραπεζικού συστήματος. Ως εκ τούτου, εάν το δημόσιο χρεοκοπήσει, τότε και το εθνικό τραπεζικό σύστημα θα χρεοκοπήσει, και το αντίστροφο. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αγορές άρχισαν να τιμολογούν αυτόν τον κίνδυνο συσχέτισης και οι αποδόσεις των ομολόγων και πάλι απογειώθηκαν.