Πολεμικά παιχνίδια της Κίνας στο διαδίκτυο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πολεμικά παιχνίδια της Κίνας στο διαδίκτυο

Κρατώντας ασφαλές το ίντερνετ
Περίληψη: 

Οι κινεζικές κυβερνοεπιθέσεις κλέβουν ανεκτίμητη πνευματική ιδιοκτησία και κρίσιμα στρατιωτικά μυστικά από εταιρείες και κυβερνητικές υπηρεσίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο μάλλον δεν θα βοηθήσουν καθώς η Κίνα δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον να σταματήσει τους χάκερς. Έτσι, η λύση είναι η έμφαση στην ασφάλεια, όχι στην διπλωματία.

Ο ADAM SEGAL είναι βασικός συνεργάτης για θέματα αντιτρομοκρατίας και μελετών εθνικής ασφάλειας στην έδρα Ira A. Lipman στο Council on Foreign Relations.

Τον Μάρτιο του 2011, η αμερικανική εταιρεία ασφάλειας υπολογιστών RSA ανακοίνωσε ότι χάκερς είχαν αποκτήσει πρόσβαση σε κωδικούς ασφάλειας που παράγει για απομακρυσμένες συνδέσεις υπολογιστών γραφείου, αφήνοντας ευάλωτους εκατομμύρια εργαζόμενους στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των εργοληπτικών εταιρειών του αμυντικού τομέα, όπως η Lockheed Martin. Μόλις πέντε μήνες αργότερα, η εταιρεία λογισμικού προστασίας από ιούς McAfee εξέδωσε μια έκθεση υποστηρίζοντας ότι μια ομάδα χάκερς είχε «σπάσει» τα δίκτυα 71 κυβερνήσεων, εταιρειών και διεθνών οργανισμών. Αυτές οι επιθέσεις και πολλές άλλες σαν κι αυτές έχουν ληστέψει από εταιρείες και κυβερνήσεις ανεκτίμητης αξίας πνευματική ιδιοκτησία και κρίσιμα στρατιωτικά μυστικά. Και παρόλο που αξιωματούχοι ήταν μέχρι πρόσφατα απρόθυμοι να κατονομάσουν τον ένοχο, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η πλειοψηφία των επιθέσεων προέρχονταν από την Κίνα.

Σε απάντηση, αναλυτές και πολιτικοί υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο πρέπει να εργαστούν προς κάποια μορφή διευθέτησης, μια ευρεία συμφωνία σχετικά με το πώς οι χώρες θα πρέπει να συμπεριφέρονται στον κυβερνοχώρο που θα μπορούσε τελικά να μετατραπεί σε ένα πιο επίσημο κώδικα δεοντολογίας. Οι υποστηρικτές επιχειρηματολογούν λέγοντας ότι τα συμφέροντα των δύο πλευρών είναι μακροπρόθεσμα ευθυγραμμισμένα, ότι μία ημέρα η Κίνα θα είναι εξαρτημένη από την ψηφιακή υποδομή για την οικονομική και στρατιωτική της δύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα. Όπως ο υποστράτηγος Τζόναθαν Σω, ο επικεφαλής της ομάδας του Βρετανικού στρατού για την άμυνα στον κυβερνοχώρο, είπε, «η εξάρτηση της Κίνας στον κυβερνοχώρο αυξάνεται, η ποσότητα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό αυτής της κοινωνίας είναι τεράστια και οι συνέπειές τους στην οικονομική ανάπτυξη και την εσωτερική της σταθερότητα, επίσης, πρόκειται να είναι τεράστια. … Υπάρχει περισσότερο κοινό έδαφος από ό, τι κάποιοι θα μπορούσαν να υπονοήσουν».

Αλλά μια μεγάλη διαπραγμάτευση δεν πρόκειται να γίνει σύντομα. Τόσο η Κίνα όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τις δραστηριότητες στον κυβερνοχώρο ένα πολύτιμο εργαλείο και η Κίνα σήμερα έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για την πάταξη των χάκερς, οι οποίοι αποτελούν μια διαρκή απειλή για τους οικονομικούς και στρατιωτικούς αντιπάλους της. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει η Ουάσιγκτον. Αντί της συμμετοχής σε μια μάταιη προσπάθεια να επιτευχθεί κάποια ισορροπία στον κυβερνοχώρο όπως με την πυρηνική ύφεση, η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να επιδιώξει μια ευρεία προσέγγιση για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων που περιλαμβάνει στενή συνεργασία με άλλες δυνάμεις του Διαδικτύου και την αύξηση του κόστους του hacking. Οι κυβερνοεπιθέσεις μοιάζουν λιγότερο με έναν διακόπτη on - off και περισσότερο σαν επιλογείς ηλεκτρικού πίνακα. Ο στόχος της αμερικανικής πολιτικής θα πρέπει να είναι να τους σβήσει.

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Ουάσιγκτον και Πεκίνο δεν θα συμφωνήσουν σε μια ευρεία συνθήκη που θα διέπει τον κυβερνοχώρο, κυρίως επειδή έχουν ουσιαστικά αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με το Διαδίκτυο και την κοινωνία. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, στη διεθνή στρατηγική της για τον Κυβερνοχώρο, λέει ότι θα προωθήσει μια ψηφιακή υποδομή που είναι «ανοιχτή, διαλειτουργική, ασφαλής και αξιόπιστη», ενώ υποστηρίζει το διεθνές εμπόριο, την ενίσχυση της ασφάλειας και την προώθηση της ελεύθερης έκφρασης. Ακολούθησε μια πρωτοπόρα προσέγγιση στο Internet που προσφέρει επιρροή στα εμπορικά συμφέροντα και τους μη κυβερνητικούς φορείς, αντιτιθέμενη σε εκκλήσεις από άλλες χώρες για να δοθεί μεγαλύτερη ρυθμιστική εξουσία σε εθνοκεντρικές οργανώσεις όπως ο ΟΗΕ ή η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών.

Η Κίνα, αντιθέτως, ρυθμίζει αυστηρά το Διαδίκτυο και παρόλο που η χώρα μπορεί να μοιράζεται ένα ενδιαφέρον για την ασφάλεια και το παγκόσμιο εμπόριο, ορίζει τις έννοιες αυτές με διαφορετικό τρόπο από ό, τι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν είναι ότι η Κίνα δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τις κυβερνοεπιθέσεις: η χώρα υπέστη σχεδόν 500.000 τέτοιες επιθέσεις το 2011, με σχεδόν 15% από αυτές να εμφανίζονται να προέρχονται από υπολογιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, αυτή η ευπάθεια δεν έφερε κοντά τις δύο πλευρές: ενώ οι Αμερικανοί μιλούν για την προώθηση της «ασφάλειας στον κυβερνοχώρο», έναν αρκετά στενό όρο που σημαίνει την προστασία των επικοινωνιών και άλλων νευραλγικής σημασίας δικτύων, οι Κινέζοι αξιωματούχοι αρέσκονται να μιλούν για «ασφάλεια πληροφοριών», μια πολύ ευρύτερη έννοια που, επίσης, περιλαμβάνει κανόνες επί του περιεχομένου.

Η στάση της Κίνας είναι ένα θέμα νομιμότητας και πολιτικού ελέγχου. Οι Κινέζοι πολιτικοί, αντίθετα με τους Αμερικανούς ομολόγους τους, φοβούνται ότι οι τεχνολογίες των επικοινωνιών θα μπορούσαν να υποθάλψουν την αστάθεια. Το Πεκίνο βλέπει τις προσπάθειες του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και των ψηφιακών ακτιβιστών να ξεπεραστούν τα φίλτρα στο Internet ως εξίσου σοβαρή απειλή όπως και τους χάκερς που προσπαθούν να διεισδύσουν στον έλεγχο του δικτύου ηλεκτρισμού. Έτσι, τον Ιούνιο του 2011, για παράδειγμα, απαντώντας στις αναφορές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυσσαν ένα «Internet σε μια βαλίτσα» και άλλες τεχνολογίες καταστρατήγησης των διαδικτυακών εμποδίων (firewalls κ.λπ.), ένα κύριο άρθρο στην κρατική εφημερίδα «Λαϊκή Καθημερινή» υποστήριξε ότι «Το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών έχει προσεκτικά πλαισιώσει την υποστήριξή του σε σχέδια όπως η προώθηση του ελεύθερου λόγου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά είναι σαφές ότι αυτή η πολιτική έχει ως στόχο την αποσταθεροποίηση των εθνικών κυβερνήσεων».