Τι μας έμαθε η ύφεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι μας έμαθε η ύφεση

Η Δύση δεν μπορεί να δανείζεται και να ξοδεύει για να ανακάμψει

Σύμφωνα με την συμβατική ερμηνεία της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η ανάπτυξη σταμάτησε στη Δύση επειδή η ζήτηση κατέρρευσε, ούσα θύμα του υψηλού χρέους που είχε συσσωρευθεί πριν από την κρίση. Νοικοκυριά και χώρες δεν ξοδεύουν επειδή δεν μπορούν να δανειστούν τα κεφάλαια για να το πράξουν και ο καλύτερος τρόπος για την αναζωογόνηση της ανάπτυξης, συνεχίζει το επιχείρημα, είναι να βρουν τρόπους για να ρεύσει το χρήμα και πάλι. Οι κυβερνήσεις που ακόμα μπορούν, θα πρέπει να δημιουργήσουν ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα και οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να ωθήσουν τα επιτόκια ακόμη πιο κάτω για να ενθαρρύνουν τα φειδωλά νοικοκυριά να αγοράζουν και όχι να αποταμιεύουν. Οι ηγέτες θα πρέπει να ανησυχήσουν για το συσσωρευμένο χρέος αργότερα, όταν οι οικονομίες τους θα έχουν πάρει και πάλι μπροστά.

Αυτή η θεωρία – η κλασσική κεϋνσιανή γραμμή, τροποποιημένη για να ταιριάζει σε μια κρίση χρέους - είναι εκείνη την οποία οι περισσότεροι Δυτικοί αξιωματούχοι, οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι οικονομολόγοι της Wall Street υιοθετούν σήμερα. Δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δείξει σημάδια ανάκαμψης, οι αυθεντίες της θεωρίας του Κέυνς γρήγορα ανακήρυξαν επιτυχείς τις πολιτικές τους, καταδεικνύοντας την αναδυόμενη ύφεση στις οικονομίες της Ευρώπης ως την απόδειξη της τρέλας της δημοσιονομικής λιτότητας. Αλλά είναι δύσκολο να συνδεθεί η ανάκαμψη (ή η έλλειψή της) με συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις. Μέχρι πρόσφατα, οι ίδιοι αυτοί ειδήμονες, διαμαρτύρονταν ότι τα πακέτα αναθέρμανσης στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ μικρά. Έτσι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν να πιστωθούν το κεϋνσιανό πρόγραμμα αναθέρμανσης ακόμη και αν η ανάκαμψη δεν είχε πραγματοποιηθεί, λέγοντας: «Σας είπαμε να κάνετε περισσότερα». Και τα μαζικά δημοσιονομικά ελλείμματα στην Ευρώπη, καθώς και η τεράστια αύξηση της χορήγησης δανείων σε εμπορικές τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δείχνουν ότι δεν είναι λόγω έλλειψης προγραμμάτων αναθέρμανσης της οικονομίας που η ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι εύθραυστη στη γηραιά ήπειρο.

Στην πραγματικότητα, τα σημερινά οικονομικά προβλήματα δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα της ανεπαρκούς ζήτησης, αλλά εξίσου το αποτέλεσμα μιας στρεβλής προσφοράς. Για δεκαετίες πριν από την οικονομική κρίση του 2008, προηγμένες οικονομίες έχαναν την ικανότητά τους να αναπτύσσονται κάνοντας χρήσιμα πράγματα. Αντίθετα, χρειαζόταν να αντικαταστήσουν με κάποιο τρόπο τις θέσεις εργασίας που χάνονταν λόγω της τεχνολογίας και του ξένου ανταγωνισμού και να πληρώσουν για τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη του γηράσκοντος πληθυσμού τους. Έτσι, σε μια προσπάθεια να ωθήσουν την ανάπτυξη, οι κυβερνήσεις ξόδεψαν περισσότερα από ό, τι μπορούσαν να αντέξουν και προώθησαν την εύκολη πίστωση, ώστε τα νοικοκυριά να πράξουν το ίδιο. Η εξαρτώμενη από τον δανεισμό ανάπτυξη που δημιούργησαν οι χώρες αυτές, αποδείχθηκε μη βιώσιμη.

Αντί να προσπαθήσουν να επιστρέψουν στους τεχνητά υψηλούς προ κρίσης ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, οι κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν τις βασικές αδυναμίες των οικονομιών τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό σημαίνει την εκπαίδευση ή την επανεκπαίδευση των εργαζομένων που υστερούν, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας, καθώς και την εκμετάλλευση της δύναμης του χρηματοπιστωτικού τομέα να κάνει κάτι καλό εμποδίζοντάς τον ταυτόχρονα να χάσει τον δρόμο του. Στη νότια Ευρώπη, αντίθετα, αυτό σημαίνει κατάργηση των ρυθμίσεων που προστατεύουν τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους από τον ανταγωνισμό και τη συρρίκνωση της παρουσίας της κυβέρνησης σε ένα πλήθος κλάδων και, στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, την κατάργηση των περιττών, μη παραγωγικών θέσεις εργασίας (στο δημόσιο).

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΥΚΟΛΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Για να γίνει κατανοητό τι θα δουλέψει και τι όχι στην προσπάθεια να αποκατασταθεί η βιώσιμη ανάπτυξη, βοηθά να εξετασθεί μια μικρογραφία της οικονομικής ιστορίας των τελευταίων 60 ετών. Οι δεκαετίες 1950 και 1960 ήταν μια περίοδος ταχείας οικονομικής ανάπτυξης στη Δύση και την Ιαπωνία. Διάφοροι παράγοντες ενίσχυσαν αυτήν την μεγάλη έκρηξη: η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η ανάκαμψη του εμπορίου μετά τον προστατευτισμό της δεκαετίας του 1930, το πιο μορφωμένο εργατικό δυναμικό και η ευρύτερη χρήση των τεχνολογιών, όπως π.χ. της ηλεκτρικής ενέργειας και του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Αλλά, όπως ο οικονομολόγος Tyler Cowen έχει υποστηρίξει, όταν αυτοί οι πιο προσιτοί καρποί γίνουν κοινό κτήμα, καθίσταται πολύ πιο δύσκολο να συντηρηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης των οικονομιών. Η εποχή της ταχείας ανάπτυξης έφτασε σε ένα ξαφνικό τέλος στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν οι χώρες του ΟΠΕΚ, συνειδητοποιώντας την αξία της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος τους, εκτόξευσαν στα ύψη την τιμή του πετρελαίου.

Καθώς η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, οι κυβερνητικές δαπάνες διογκώθηκαν. Κατά τη διάρκεια των καλών χρόνων της δεκαετίας του 1960, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις ήταν γρήγορες στο να επεκτείνουν το κράτος πρόνοιας. Αλλά αυτό σημαίνει ότι όταν αργότερα η ανεργία αυξηθεί, το ίδιο θα έκαναν και οι δημόσιες δαπάνες για τις παροχές προς τους ανέργους, ακόμη και αν τα φορολογικά έσοδα συρρικνωθούν. Για λίγο, οι κεντρικές τράπεζες κάλυψαν αυτές τις δαπάνες με την επεκτατική νομισματική πολιτική. Αυτό, όμως, οδήγησε σε υψηλό πληθωρισμό στη δεκαετία του 1970, κάτι το οποίο επιδεινώθηκε από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Αυτός ο πληθωρισμός, αν και μείωσε την πραγματική αξία του χρέους των κυβερνήσεων, δεν προκάλεσε ανάπτυξη. Αντ' αυτού, ο στασιμοπληθωρισμός διάβρωσε την πίστη των περισσότερων οικονομολόγων και πολιτικών στις κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της οικονομίας.

Τότε, οι κεντρικές τράπεζες άλλαξαν πορεία, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο τους την επίτευξη χαμηλού και σταθερού πληθωρισμού. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις συνέχισαν να ξοδεύουν δημιουργώντας έλλειμμα: το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στις βιομηχανικές χώρες αυξανόταν σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 - αυτή τη φορά χωρίς τον πληθωρισμό να μειώνει την πραγματική αξία του. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη να βρει νέες πηγές ανάπτυξης, η Ουάσιγκτον, προς το τέλος της θητείας του προέδρου Τζίμι Κάρτερ και στη συνέχεια υπό τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρήγκαν, απορρύθμισε πολλούς κλάδους, όπως τις αεροπορικές μεταφορές, την ηλεκτρική ενέργεια, τις οδικές μεταφορές και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Το ίδιο έκανε και η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τελικά, η παραγωγικότητα άρχισε να αυξάνεται.

Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησαν στην ύφεση της δεκαετίας του 1970 με φρενήρη απορρύθμιση, η ηπειρωτική Ευρώπη έκανε μεταρρυθμίσεις που ήταν επί το πλείστον διακοσμητικές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προώθησε την απορρύθμιση σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του χρηματοοικονομικού τομέα, αλλά τα μέτρα αυτά ήταν περιορισμένα, ειδικά όταν ήρθε η ώρα της λήψης μέτρων υπέρ του ανταγωνισμού και της διάλυσης της γενναιόδωρης προστασίας των εργαζομένων. Σαν αποτέλεσμα, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας άρχισε να απογειώνεται και πάλι στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στην ηπειρωτική Ευρώπη σερνόταν, ιδίως στις φτωχότερες και λιγότερο φιλικές προς τις μεταρρυθμίσεις νότιες περιφέρειές της. Το 1999, όταν εισήχθη το ευρώ, το ποσοστό ανεργίας στην Ιταλία ήταν 11%, στην Ελλάδα 12% και στην Ισπανία ήταν 16%. Η παρεπόμενη διαρροή από τα ταμεία της κυβέρνησης κατέστησε δύσκολη την αποταμίευση για μελλοντικές δαπάνες στην υγειονομική περίθαλψη και τις συντάξεις, δηλαδή τις πολιτικές υποσχέσεις που γίνονταν ακόμη πιο δαπανηρές εξαιτίας της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού.

Στις χώρες που προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις, η απορρύθμιση δεν ήταν μια ευλογία για όλους. Όντως ενίσχυσε την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, αύξησε τον ανταγωνισμό και υποχρέωσε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις να εστιάσουν στην αποδοτικότητα. Όλα αυτά έδωσαν στους καταναλωτές φθηνότερα και καλύτερα προϊόντα. Αλλά είχαν επίσης την ακούσια συνέπεια της αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας – δημιουργώντας ένα χάσμα που, σε γενικές γραμμές, οι κυβερνήσεις δεν αποκατέστησαν με την προετοιμασία της εργατικής δύναμης για την οικονομία της γνώσης, αλλά της έδωσαν πρόσβαση σε φθηνές πιστώσεις.

ΔΙΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, η απορρύθμιση υπήρξε μια μικτή κατάσταση. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο ανταγωνισμός που έχει προκληθεί έχει διευρύνει το χάσμα στα εισοδήματα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και έκανε πιο δύσκολο για τον μέσο Αμερικανό να βρει μια σταθερή καλοπληρωμένη δουλειά με καλές παροχές. Αλλά, ο ανταγωνισμός έχει επίσης οδηγήσει σε μια πλημμυρίδα φθηνών καταναλωτικών αγαθών, κάτι που σημαίνει ότι το εισόδημα που παίρνει ο εργαζόμενος αξίζει πλέον περισσότερο από ποτέ.

Κατά τη μεταπολεμική εποχή της αυστηρής ρύθμισης και του περιορισμένου ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αναπτυχθεί έντονα και εύκολα, απολαμβάνοντας τεράστια οιονεί μονοπωλιακά κέρδη. Μοιράστηκαν τις αποδόσεις τους με τους μετόχους και τους εργαζομένους τους. Για τις τράπεζες, αυτό ήταν η εποχή της φόρμουλας «3-6-3»: δανείσου προς 3%, δάνεισε προς 6% και πήγαινε στο γήπεδο γκολφ στις 3 το απόγευμα. Οι τράπεζες ήταν κερδοφόρες, ασφαλείς και… βαρετές και το κόστος πληρωνόταν από τους καταθέτες, οι οποίοι έπαιρναν ως περιστασιακό δώρο μια… τοστιέρα αντί για τα επιτόκια της αγοράς. Τα συνδικάτα αγωνίστηκαν για καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας με καλές παροχές και οι επιχειρήσεις ήταν στην ευχάριστη θέση να τις διευθετήσουν για να εξασφαλίσουν εργασιακή ειρήνη – στο κάτω - κάτω, υπήρχαν πολλά κέρδη να μοιραστούν.

Στη δεκαετία του 1980 και του 1990, η κατάργηση των κανονισμών και των εμπορικών φραγμών έθεσε ένα τέλος σε αυτή την άνετη ζωή. Νέοι επιχειρηματίες με καλύτερα προϊόντα αμφισβήτησαν τους βραδύτερης αντίδρασης ανταγωνιστές τους και η ποικιλία και η ποιότητα των καταναλωτικών προϊόντων βελτιώθηκε ριζικά, αλλάζοντας τη ζωή των ανθρώπων σε μεγάλο βαθμό προς το καλύτερο. Οι προσωπικοί υπολογιστές που συνδέονται μέσω του διαδικτύου, έχουν επιτρέψει στους χρήστες να διασκεδάσουν, να ενημερωθούν και να ψωνίσουν, και τα κινητά τηλέφωνα έχουν κάνει τους ανθρώπους να είναι σε συνεχή επαφή με τους φίλους τους (και τα αφεντικά τους). Τα κοντέινερ των πλοίων, εν τω μεταξύ, επέτρεψαν σε μικρούς ξένους κατασκευαστές να μεταφέρουν τα προϊόντα τους γρήγορα σε απομακρυσμένους καταναλωτές. Σε σχέση με τα δεδομένα εισοδήματα, π.χ. τα βαμβακερά πουκάμισα και τα κονσερβοποιημένα ροδάκινα, δεν ήταν ποτέ φτηνότερα.

Την ώρα που η αγοραστική δύναμη των απλών καταναλωτών αυξανόταν, το ίδιο γινόταν με τις πληρωμές στη Wall Street. Επειδή τα κέρδη των εταιρειών βρίσκονταν υπό πίεση, άρχισαν να καινοτομούν και να αναλαμβάνουν μεγαλύτερα ρίσκα και ενεργώντας έτσι απαιτούνταν χρηματοδότες οι οποίοι θα μπορούσαν να καταλάβουν τους κινδύνους αυτούς, να τους αποτιμήσουν με ακρίβεια και να τους διασπείρουν με σύνεση. Οι τράπεζες δεν ήταν πια βαρετές. Μάλιστα, έγιναν το κέντρο διοίκησης της οικονομίας, χρηματοδοτώντας την επέκταση μιας εταιρείας και ωθώντας σε χρεοκοπία μια άλλη.

Στο μεταξύ, οι καλύτερες εταιρείες έγιναν πιο αξιοκρατικές και πλήρωναν περισσότερα για να προσελκύσουν κορυφαία ταλέντα. Το κορυφαίο 1% των νοικοκυριών απολάμβανε το 8,9% του συνολικού εισοδήματος που παραγόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1976, αλλά μέχρι το 2007 το ποσοστό αυτό είχε αυξηθεί σε σχεδόν 25%. Αν και οι μισθοί των ανώτερων στελεχών διοίκησης αυξάνονταν, οι τάξεις τους διαφοροποιήθηκαν. Σε σύγκριση με τα στελέχη της δεκαετίας του 1980, τα εταιρικά στελέχη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2001 ήταν νεότερα, πιο πιθανό να είναι γυναίκες και λιγότερο πιθανό να έχουν πτυχία από τα πανεπιστήμια του Ivy League (σ.σ.: ομάδα οκτώ πανεπιστημίων της βορειοανατολικής ακτής των ΗΠΑ που περιλαμβάνει το Χάρβαρντ, το Πρίνστον και το Κορνέλ) αν και έχουν πιο προηγμένα πτυχία. Δεν ήταν πλέον τόσο σημαντικό να ανήκουν στο σωστό κλάμπ προκειμένου να φτάσουν στην κορυφή. Αυτό που ενδιέφερε ήταν η καλή εκπαίδευση και οι κατάλληλες δεξιότητες.

Είναι δελεαστικό να κατηγορεί κανείς για το συνεχώς διευρυνόμενο εισοδηματικό χάσμα τα στρεβλά εταιρικά κίνητρα και τις λανθασμένες φορολογικές πολιτικές, αλλά αυτή δεν είναι επαρκής εξήγηση. Αν η αύξηση των μισθών των στελεχών ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα της κακής εταιρικής διακυβέρνησης, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι, τότε οι γιατροί, οι δικηγόροι και οι πανεπιστημιακοί δεν θα είχαν επίσης δει τους μισθούς τους να αυξάνονται τόσο όσο αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Και παρόλο που οι ανώτεροι φορολογικοί συντελεστές πράγματι μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους, ούτε οι περικοπές αυτές ήταν η κύρια πηγή της ανισότητας καθώς η ανισότητα προ φόρων αυξήθηκε επίσης. Αυτό δεν το αναφέρουμε για να πούμε ότι όλα τα κορυφαία στελέχη άξιζαν τους μισθούς τους - δεν είναι δύσκολο να βρείτε ένα παραδειγματικό διοικητικό συμβούλιο που αμείβει υπερβολικά έναν μη αποδοτικό Διευθύνοντα Σύμβουλο - αλλά οι περισσότεροι μισθοί είναι απλά αντανακλάσεις της αξίας των αντίστοιχων δεξιοτήτων σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι από τη δεκαετία του 1980, το εισοδηματικό χάσμα έχει διευρυνθεί όχι μόνο μεταξύ των Διευθυνόντων Συμβούλων και της υπόλοιπης κοινωνίας αλλά επίσης σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς οι συνήθεις εργασίες έχουν αυτοματοποιηθεί ή έχουν «μεταναστεύσει» στο εξωτερικό. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας και του κεφαλαίου, ένας εξειδικευμένος εργαζόμενος μπορεί να εκτοπίσει πολλούς ανειδίκευτους. Σκεφτείτε το με αυτό τον τρόπο: όταν τα εργοστάσια χρησιμοποιούσαν μηχανικούς τόρνους, ο πανεπιστημιακής μόρφωσης εργαζόμενος Α και ο γυμνασιακής μόρφωση εργαζόμενος Β δεν διέφεραν και κέρδιζαν παρόμοιο εισόδημα. Αλλά όταν τα εργοστάσια αναβάθμισαν τους τόρνους σε καθοδηγούμενους από ηλεκτρονικούς υπολογιστές τότε όχι μόνο ο Α ήταν πιο χρήσιμος αλλά ο Β δεν χρειαζόταν πλέον.

Δεν χάθηκαν, βέβαια, όλες οι θέσεις χαμηλής ειδίκευσης. Αποσπασματικές, χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας για υπηρεσίες που είναι δύσκολο να αυτοματοποιηθούν ή να ανατεθούν σε τρίτους, όπως η οδήγηση ταξί, η κομμωτική ή η κηπουρική, παρέμειναν άφθονες. Έτσι το εργατικό δυναμικό των ΗΠΑ διαχωρίστηκε σε χαμηλά αμειβόμενα επαγγέλματα που απαιτούν λίγα προσόντα και υψηλά αμειβόμενα που απαιτούν δημιουργικότητα και τυπικά προσόντα. Άνετες, κανονικές δουλειές που απαιτούν μέτριες δεξιότητες και προσφέρουν καλές παροχές εξαφανίστηκαν και οι απολυμένοι εργαζόμενοι έπρεπε είτε να αναβαθμίσουν τις δεξιότητές τους ή να καταλαμβάνουν χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Δυστυχώς, για διάφορους λόγους - ανεπαρκή αρχική εκπαίδευση, δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινότητες, υψηλό κόστος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης - πάρα πολλοί Αμερικανοί δεν έχουν πάρει την εκπαίδευση ή τις δεξιότητες που χρειάζονται. Άλλοι έχουν περάσει πάρα πολύ χρόνο σε συρρικνούμενες βιομηχανίες, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, αντί να αποκτούν δεξιότητες για αναπτυσσόμενους τομείς, όπως η ιατρική τεχνολογία. Όπως οι οικονομολόγοι Κλόντια Γκόλντιν και Λόρενς Κατζ το έχουν θέσει, στον «αγώνα μεταξύ της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης» στις Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δεκαετίες, η εκπαίδευση έχει μείνει πίσω.

Καθώς οι δεξιότητες των Αμερικανών υστέρησαν, το χάσμα μεταξύ των μισθών των καλά εκπαιδευμένων και των μισθών των μετρίως μορφωμένων έχει διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων του κορυφαίου 10% των μισθωτών (που συνήθως κατέχουν πανεπιστημιακά πτυχία) και εκείνων της μεσαίας ζώνης εισοδημάτων (οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν μόνο απολυτήριο λυκείου) έχει αυξηθεί σταθερά. Αντίθετα, η διαφορά μεταξύ των μέσων εισοδημάτων και των εισοδημάτων του χαμηλότερου 10% έχει μεταβληθεί οριακά. Η κορυφή τρέχει μακριά από τη μέση, και η μέση συγχωνεύεται με το κατώτερο τμήμα.

Τα στατιστικά στοιχεία είναι ανησυχητικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 35% των ατόμων ηλικίας 25 έως 54 ετών, χωρίς απολυτήριο λυκείου, δεν έχουν δουλειά. Αυτοί που εγκατέλειψαν το λύκειο είναι τρεις φορές πιο πιθανό να μείνουν άνεργοι από όσο οι απόφοιτοι πανεπιστημίου. Επιπλέον, οι Αμερικανοί μεταξύ των ηλικιών 25 και 34 ετών είναι λιγότερο πιθανό να έχουν ένα πτυχίο από εκείνους μεταξύ 45 και 54, ακόμη και αν τα πτυχία έχουν γίνει πιο πολύτιμα στην αγορά εργασίας. Πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι τα τελευταία χρόνια τα παιδιά των πλούσιων γονέων έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να πάρουν πτυχία κολλεγίων από τα παιδιά της ίδιας οικονομικής τάξης στο παρελθόν, ενώ τα ποσοστά ολοκλήρωσης του κολεγίου για τα παιδιά από φτωχά νοικοκυριά έχουν μείνει σταθερά χαμηλά. Το χάσμα εισοδήματος που δημιουργείται από τον εκπαιδευτικό διαχωρισμό αρχίζει να εδραιώνεται.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Στα χρόνια πριν την κρίση, η καθημερινή πραγματικότητα για τους Αμερικανούς της μεσαίας τάξης ήταν ένας μισθός που δεν αυξανόταν και μια δουλειά που γινόταν λιγότερο ασφαλής κάθε χρόνο, ακόμα και αν η ανώτερη μεσαία τάξη και οι πολύ πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι. Καλά αμειβόμενες, χαμηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας με καλές παροχές ήταν όλο και πιο δύσκολο να βρεθούν, εκτός ίσως από το δημόσιο.

Αντί να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα αίτια αυτής της τάσης, οι αμερικανοί πολιτικοί επέλεξαν τις εύκολες λύσεις. Η αντίδρασή τους είναι κατανοητή: στο κάτω - κάτω, δεν είναι εύκολο να αναβαθμιστούν οι δεξιότητες των εργαζομένων σε σύντομο χρόνο. Όμως, οι διορθώσεις που προέκυψαν έκαναν περισσότερη ζημιά παρά καλό. Οι πολιτικοί προσπάθησαν να ενισχύσουν την κατανάλωση, ελπίζοντας ότι αν οι ψηφοφόροι της μεσαίας τάξης αισθανθούν ότι συμβαδίζουν με τους πλουσιότερους γείτονές τους - αν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά ένα νέο αυτοκίνητο κάθε λίγα χρόνια και περιστασιακές εξωτικές διακοπές - θα έδιναν μικρότερη προσοχή στο γεγονός ότι οι μισθοί τους δεν αυξάνονταν. Ένας εύκολος τρόπος να γίνει αυτό ήταν να ενισχύσουν την πρόσβαση του κοινού στις πιστώσεις.

Κατά συνέπεια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ηγέτες των ΗΠΑ ενθάρρυναν τον χρηματοπιστωτικό τομέα να δανείζει περισσότερο προς τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα αυτά της μεσοκατώτερης τάξης. Το 1992, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο της «Ομοσπονδιακής Ασφάλειας και Αρτιότητας Στεγαστικών και Χρηματοπιστωτικών Επιχειρήσεων», εν μέρει για να αποκτήσουν περισσότερο έλεγχο στις Fannie Mae και Freddie Mac, τις γιγάντιες ομοσπονδιακές υπηρεσίες ενυπόθηκων δανείων ιδιωτικών φορέων, και εν μέρει για την προώθηση της ιδιοκτησίας προσιτών κατοικιών για πληθυσμιακές ομάδες με χαμηλό εισόδημα.

Τέτοιες πολιτικές συνέβαλαν στο να ρεύσουν χρήματα προς τα νοικοκυριά της μεσοκατώτερης τάξης και να αυξηθούν οι δαπάνες τους - σε τέτοιο βαθμό που η καταναλωτική ανισότητα αυξήθηκε πολύ λιγότερο από ό, τι η εισοδηματική ανισότητα στα χρόνια πριν από την κρίση. Αυτές οι πολιτικές ήταν επίσης πολιτικά δημοφιλείς. Αντίθετα από όταν γίνονται επεκτάσεις στα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας από την κυβέρνηση, λίγες ομάδες αντιτάχθηκαν στην πιστωτική επέκταση προς την μεσοκατώτερη τάξη - ούτε οι πολιτικοί που ήθελαν περισσότερη ανάπτυξη και ευτυχισμένους ψηφοφόρους, ούτε οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές οι οποίοι επωφελήθηκαν από τα τέλη επί των υποθηκών, ούτε οι δανειζόμενοι που θα μπορούσαν πλέον να αγοράσουν τα σπίτια των ονείρων τους με σχεδόν καθόλου χρήματα και ούτε οι ρυθμιστικές Αρχές των τραπεζών, οπαδοί του laissez-faire, που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια εάν η αγορά στέγης κατέρρεε. Μπορεί να φανεί κυνικό, αλλά ο εύκολος δανεισμός χρησιμοποιήθηκε ως παρηγοριά από διαδοχικές κυβερνήσεις που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν άμεσα τα βαθύτερα προβλήματα της οικονομίας ή τις αγωνίες της μεσαίας τάξης.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve, FED) συνήργησε σε αυτές τις κοντόφθαλμες πολιτικές. Το 2001, ως απάντηση στο σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών πληροφορικής, η Fed μείωσε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια μέχρι το κόκαλο. Ακόμα κι αν οι ταλαιπωρημένες εταιρείες που επρόκειτο να ενισχυθούν δεν ενδιαφέρονταν να επενδύσουν, τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια λειτούργησαν ως μια τεράστια επιδότηση προς τους κλάδους της οικονομίας που στηρίχθηκαν στο χρέος, όπως ο στέγαστικός και ο χρηματοοικονομικός κλάδος. Αυτό οδήγησε σε επέκταση της κατασκευής κατοικιών (και των συναφών υπηρεσιών, όπως η μεσιτεία ακινήτων και η στεγαστική πίστη), κάτι που δημιούργησε θέσεις εργασίας, ειδικά για τους ανειδίκευτους. Προοδευτικοί οικονομολόγοι χειροκρότησαν αυτή τη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι η άνθηση της οικοδομής μπορεί να βγάλει την οικονομία από την ύφεση. Όμως, η υποστηριζόμενη από τη Fed φούσκα αποδείχθηκε μη βιώσιμη. Πολλοί εργάτες έχασαν τη δουλειά τους και βρίσκονται τώρα σε βαθύτερο πρόβλημα από ό, τι πριν, αφού στο μεταξύ δανείστηκαν για να αγοράσουν σπίτια που πλέον δεν μπορούν να ανθέξουν οικονομικά.

Στους τραπεζίτες προφανώς αντιστοιχεί ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση. Μερικές από τις δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα ήταν σαφώς επιθετικές, αν όχι παντελώς ποινικές. Αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί και ο ρόλος που έπαιξε η πολιτική στην πρόκληση της επέκτασης των πιστώσεων : Είναι ο κύριος λόγος που δεν λειτούργησαν οι συνήθεις έλεγχοι και οι ισορροπίες στην ανάληψη χρηματοπιστωτικού κινδύνου.

Έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλες κυβερνήσεις ανταποκρίθηκαν με διαφορετικό τρόπο στην επιβράδυνση της ανάπτυξης στη δεκαετία του 1990. Μερικές χώρες επικεντρώθηκαν στο να γίνουν πιο ανταγωνιστικές. Η δημοσιονομικά συντηρητική Γερμανία, για παράδειγμα, μείωσε τα επιδόματα ανεργίας ενώ έφτασε ακόμα και να μειώσει την προστασία των εργαζομένων. Οι μισθοί αυξήθηκαν με αργό ρυθμό έστω κι αν η παραγωγικότητα ανέβαινε, και η Γερμανία έγινε ένας από τους πιο ανταγωνιστικούς κατασκευαστές στον κόσμο. Αλλά μερικές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, είχαν λίγα κίνητρα για μεταρρυθμίσεις, δεδομένου ότι η εισροή εύκολων πιστώσεων μετά την προσχώρησή τους στην ευρωζώνη διατηρούσε την ανάπτυξη και βοηθούσε να μειωθεί η ανεργία. Η ελληνική κυβέρνηση δανείστηκε για να δημιουργήσει υψηλά αμειβόμενες αλλά μη παραγωγικές θέσεις εργασίας στο δημόσιο και η ανεργία έπεσε απότομα. Τελικά, η Ελλάδα δεν μπορούσε να δανειστεί περισσότερο και το ΑΕΠ της πλέον συρρικνώνεται γρήγορα. Αλλά δεν βασίστηκαν όλες οι προβληματικές ευρωπαϊκές χώρες στον δανεισμό και τις αυξημένες δαπάνες. Στην Ισπανία, ένας συνδυασμός οικοδομικού οργασμού και αυξημένων δαπανών από τις τοπικές κυβερνήσεις δημιούργησε θέσεις εργασίας. Στην Ιρλανδία, ήταν κατά κύριο λόγο η φούσκα των ακινήτων που έκανε τη δουλειά. Ανεξάρτητα από αυτά, ο κοινός παρονομαστής ήταν ότι η βασισμένη στο χρέος ανάπτυξη δεν ήταν βιώσιμη.

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ;

Δεδομένου ότι η ανάπτυξη πριν από την κρίση ήταν στρεβλή με θεμελιώδη τρόπο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν γρήγορα τη ζήτηση - ή ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να γυρίσει η παγκόσμια οικονομία στον σωστό δρόμο. Το status quo ante (δηλαδή, το προηγούμενο καθεστώς) δεν είναι ένα καλό σημείο για να γυρίσει κανείς γιατί η φουσκωμένη χρηματοδότηση, η κατασκευή κατοικιών και μερικοί τομείς του δημοσίου πρέπει να συρρικνωθούν και οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι πρέπει να μετακινηθούν σε πιο παραγωγικές εργασίες. Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να γινει με ακόμα περισσότερο δανεισμό και δαπάνες, ιδιαίτερα αν οι δαπάνες δεν δημιουργούν διαρκή περιουσιακά στοιχεία που θα βοηθήσουν τις μελλοντικές γενιές στην αποπληρωμή των χρεών με τα οποία θα επιβαρυνθούν. Αντ' αυτού, η καλύτερη βραχυπρόθεσμη πολιτική αντίδραση είναι η εστίαση στην μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη.

Οι χώρες που δεν έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν υψηλότερα ελλείμματα, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, θα πρέπει να συρρικνώσουν το μέγεθος του δημόσιου τομέα τους και να βελτιώσουν την είσπραξη των φόρων. Θα πρέπει να επιτρέψουν την ανετότερη είσοδο σε επαγγέλματα όπως των λογιστών, των δικηγόρων και των φαρμακοποιών εκθέτοντας παράλληλα σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό τομείς όπως οι μεταφορές, και θα πρέπει να μειώσουν την προστασία επί της απασχόλησης - κινήσεις που θα δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα για τους απολυμένους από το δημόσιο και τους άνεργους νέους. Η δημοσιονομική λιτότητα δεν είναι ανώδυνη και πιθανότατα θα εμποδίσει την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα. Θα ήταν πολύ καλύτερο να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις σταδιακά, αλλά ακριβώς επειδή οι κυβερνήσεις δεν ενήργησαν τους καιρούς των παχέων αγελάδων αναγκάζονται να το πράξουν τώρα και, μάλιστα, γρήγορα, στην εποχή των ισχνών αγελάδων. Πράγματι, υπάρχει μια περίπτωση να γίνει ό, τι είναι απαραίτητο γρήγορα και σε όλους τους τομείς, έτσι ώστε ο καθένας να αισθάνεται ότι ο πόνος είναι κοινός, αντί να διασπείρεται μέσα στον χρόνο και να ρισκάρει την διάχυση της πολιτικής βούλησης. Οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει, ωστόσο, να υποτιμήσουν τον πόνο που αυτά τα μέτρα θα προκαλέσουν στους ηλικιωμένους, τη νεολαία και τους φτωχούς και, όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει να θεσπίσουν νομοθεσίες που θα στοχεύουν στην άμβλυνση των επιπτώσεων εξ αυτών των μέτρων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, μπορούν να βασιστούν σε κάποιο βαθμό στις ισχυρές δυνάμεις που θα βοηθήσουν στη δημιουργία πιο παραγωγικών θέσεων εργασίας στο μέλλον: την καλύτερη τεχνολογία πληροφορικής και επικοινωνιών, τη χαμηλότερου κόστους καθαρή ενέργεια και μια έντονα αυξανόμενη ζήτηση στις αναδυόμενες αγορές για μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας αγαθά. Αλλά πρέπει επίσης να αναλάβουν αποφασιστική δράση τώρα, ώστε να μπορούν να είναι έτοιμες να επωφεληθούν από αυτές τις δυνάμεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βελτιώσουν τις δυνατότητες του εργατικού δυναμικού τους, να διατηρήσουν το περιβάλλον για καινοτομία και να ρυθμίζουν καλύτερα τις χρηματοδοτήσεις, έτσι ώστε να αποφεύγουν τις υπερβολές.

Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν θα είναι εύκολο. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να βελτιωθεί η αντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας. Δεδομένου ότι ο στεγαστικός και ο χρηματοοικονομικός τομέας δεν φαίνεται ότι σύντομα θα στελεχωθούν με τους αριθμούς των απασχολουμένων που είχαν κατά τη διάρκεια της πιστωτικής έκρηξης προ της κρίσης, οι άνθρωποι που εργάστηκαν σε αυτούς τους τομείς, ή εξαρτώνται από αυτούς θα πρέπει να αλλάξουν καριέρα. Αυτό παίρνει χρόνο και δεν είναι πάντα εφικτό. Πολλοί εργαζόμενοι με λίγα προσόντα, οι οποίοι απασχολήθηκαν κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα, είναι δύσκολο να βρουν άλλη δουλειά. Τα κυβερνητικά προγράμματα με στόχο την ανάπτυξη δεξιοτήτων έχουν μια πολυκύμαντη ιστορία. Ακόμα και οι προσπάθειες της κυβέρνησης να βοηθήσει τους μαθητές να χρηματοδοτήσουν την εκπαίδευσή τους δεν έχουν αποδώσει πάντα: Μερικά «αρπακτικά» ιδιωτικά κολέγια έχουν δελεάσει φοιτητές με την πρόσβαση σε κυβερνητική χρηματοδότηση ακριβών πτυχίων που, όμως, έχουν μικρή αξία στην αγορά εργασίας. Αντ' αυτού, ένα μεγάλο μέρος της πρωτοβουλίας θα πρέπει να προέλθει από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Δεν υπονοούμε ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να είναι παθητική. Αν και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η καθολική υγειονομική περίθαλψη υπάρχουν εδώ και καιρό, μπορεί να κάνει περισσότερα σε άλλα μέτωπα. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις προοπτικές απασχόλησης σε διάφορες εκδοχές σταδιοδρομίας, μαζί με καλύτερη παροχή συμβουλών σχετικά με προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις προτού εγγραφούν σε ακριβά, αλλά άχρηστα εκπαιδευτικά προγράμματα. Σε περιοχές με υψηλή ανεργία των νέων, οι επιδοτήσεις για τις επιχειρήσεις προκειμένου να προσλαμβάνουν για πρώτη φορά νέους εργαζόμενους, μπορούν να εντάξουν τη νεολαία στο εργατικό δυναμικό και να βοηθήσουν τους νέους να κατανοήσουν τι χρειάζονται για να κατέχουν μια θέση εργασίας. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να υποστηρίξει τους ηλικιωμένους ανέργους περισσότερο – πληρώνοντας για τη φροντίδα των παιδιών και την εκπαίδευσή τους - έτσι ώστε να μπορούν να επανακαταρτιστούν οι ίδιοι, ενώ ψάχνουν για δουλειά. Κάποια μερίδα των κονδυλίων ασφάλισης των ανέργων θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν λογαριασμούς για την κατάρτιση και την αναζήτηση εργασίας που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να αποκτήσουν δεξιότητες ή να αναζητήσουν εργασία σε περίπτωση που απολυθούν.

Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι οι νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι αυτές που θα δημιουργήσουν την καινοτομία που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρήσουν το επιχειρηματικό περιβάλλον τους. Αν και η πολιτική δεξιά προφανώς προειδοποιεί για τα μειονεκτήματα των κάπως υψηλότερων φόρων εισοδήματος, σημαντικά υψηλότεροι φόροι μπορούν να μειώσουν κατά πολύ την απόδοση της επιχειρηματικότητας και την απόκτηση ικανοτήτων – και για τους πλούσιους και για τους φτωχούς. Πολύ καλύτερη είναι η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, με την εξάλειψη των νομοθετικών κενών που υπάρχουν αλλά και των φορολογικών επιδοτήσεων που οι λογιστές λατρεύουν να ανακαλύπτουν ώστε να κρατούν οριακούς τους συντελεστές φόρου εισοδήματος και να μην αυξάνεται πάρα πολύ η απόδοση φόρων.

Σημασία έχει επίσης και η κουλτούρα. Αν και είναι σημαντικό να λάμψει το φως για τους σκανδαλώδεις μη δεδουλευμένους μισθούς, το να τσουβαλιάζονται όλα τα υψηλά εισοδήματα σε μια αδιαφοροποίητη μάζα - όπως έκανε το σύνθημα του «ένα τοις εκατό» - θα μπορούσε να διασύρει τη δημιουργία πλούτου η οποία έχει υπηρετήσει την χώρα πολύ καλά. Η συζήτηση σχετικά με την ανισότητα θα πρέπει να επικεντρώνεται στο πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να πάνε προς τα πάνω αντί για το πώς θα πρέπει να αναθεωρήσουν προς τα κάτω.

Τελικά, παρόλο που η χώρα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά ότι η οικονομική υπέρβαση έριξε όλο τον κόσμο στην κρίση, οι πολιτικοί δεν πρέπει να λοβοτομήσουν τις τράπεζες μέσω αυστηρών κανονισμών ώστε να γίνουν και πάλι βαρετές. Ο χρηματοοικονομικός κλάδος πρέπει να είναι ζωηρός για να καταστεί ισχυρή η επιχειρηματικότητα και η καινοτομία που ο κόσμος χρειάζεται απελπισμένα. Ταυτόχρονα, η νομοθεσία, όπως ο νόμος Dodd-Frank, με τον οποίον αναθεωρήθηκαν οι χρηματοοικονομικοί κανόνες, αν και χλευάστηκε πολύ για τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει, πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να κάνει τη δουλειά της διοχέτευσης της ενέργειας του ιδιωτικού τομέα μακριά από την υπερβολική ανάληψη κινδύνων. Όπως δείχνει η εμπειρία με αυτούς τους νέους κανονισμούς, μπορούν να τροποποιηθούν αν είναι υπερβολικά επαχθείς. Οι Αμερικανοί θα πρέπει να θυμούνται πάντα ότι οι κανονισμοί διαμορφώνονται από τους κατεστημένους φορείς για να επωφελούνται οι ίδιοι. Θα πρέπει επίσης να θυμούνται το ρόλο που έπαιξαν στην κρίση οι πολιτικές εντολές και οι πολιτικές της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και να προσέχουν να μην επαναληφθούν.

Οι βιομηχανικές χώρες έχουν μια επιλογή. Μπορούν να ενεργούν ως εάν όλα είναι καλά εκτός από το ότι οι καταναλωτές τους είναι σε κατάθλιψη και έτσι αυτό που ο Τζον Μάυναρντ Κέινς ονόμασε «ζωηράδα» ("animal spirits") πρέπει να αναβιώσει μέσα από τα μέτρα τόνωσης της οικονομίας. Ή μπορούν να αντιμετωπίζουν την κρίση ως μια κλήση αφύπνισης και να προχωρήσουν να διορθώσουν όλα αυτά που μπαλώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες και έτσι να τεθούν σε καλύτερη θέση για να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες που έρχονται. Για καλό ή για κακό, τα επιχειρήματα που θα πείσουν τις κυβερνήσεις και τους πολίτες των χωρών αυτών θα καθορίσουν και το μέλλον τους – καθώς και αυτό της παγκόσμιας οικονομίας.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/134863/raghuram-g-rajan/the-true-...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr