Αξιολογώντας την εξωτερική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αξιολογώντας την εξωτερική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα

Ένας προοδευτικός πραγματιστής προσπαθεί να αλλάξει την ιστορία

Καθώς οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν, η εξωτερική πολιτική και τα θέματα εθνικής ασφάλειας αποκτούν μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα προωθεί την πλατφόρμα τερματισμού των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ επιδεικνύει σκληρότητα εναντίον της Αλ Κάιντα. Οι ρεπουμπλικανοί αντίπαλοί του τού χρεώνουν ότι προεδρεύει στην εποχή της παρακμής των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι επιδεικνύει έλλειψη αποφασιστικότητας σχετικά με το Ιράν. Η αληθινή ιστορία είναι κάπως πιο περίπλοκη από ό, τι παραδέχεται η κάθε πλευρά.

Όταν ο Ομπάμα ορκίστηκε πρόεδρος τον Ιανουάριο του 2009, είχε ήδη αναπτύξει ένα ακτιβιστικό όραμα για την μοίρα της εξωτερικής πολιτικής του. Θα ανακαίνιζε την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό κόσμο. Θα έβαζε ένα τέλος στους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Θα έτεινε το χέρι του στο Ιράν. Θα «επανεκκινούσε» τις σχέσεις με τη Ρωσία ως ένα βήμα προς την απαλλαγή του κόσμου από τα πυρηνικά όπλα. Θα προκαλούσε την συνεργασία της Κίνας για τα περιφερειακά και τα παγκόσμια ζητήματα. Και θα πετύχαινε την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Για τον εαυτό του, ο Ομπάμα δεν έβλεπε τίποτα λιγότερο από το να κάμψει το τόξο της ιστορίας προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης και ενός πιο ειρηνικού, σταθερού κόσμου.

Υπήρξε μια αναπόφευκτη ένταση μεταξύ της υψιπετούς ρητορικής και της επιθυμίας του Ομπάμα για ριζική αλλαγή, από τη μία πλευρά, και του ενστίκτου του για πραγματιστική διακυβέρνηση, από την άλλη. Η ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Ομπάμα υπήρξε έτσι μία από τις προσπάθειες να συνδυαστούν το υψηλό όραμα του προέδρου με τον εγγενή ρεαλισμό του και την προσοχή που επιδεικνύει στις πολιτικές του κινήσεις. Ως πρόεδρος, ο Ομπάμα υπήρξε προοδευτικός όπου ήταν δυνατόν, αλλά και ρεαλιστής όταν ήταν απαραίτητο. Και με τις δεδομένες εγχώριες και παγκόσμιες καταστάσεις που αντιμετώπισε, ο πραγματισμός κυριάρχησε.

Αυτή η πράξη εξισορρόπησης ικανοποίησε λίγους και έδωσε τροφή στους επικριτές του Ομπάμα. Οι συμβιβασμοί του ερμηνεύθηκαν ως σημάδια αδυναμίας και η αδυναμία του να παράγει καθαρά αποτελέσματα σε σύντομο χρονικό διάστημα εξελήφθη ως ένδειξη ανικανότητας. Οι προσπάθειές του να βάλει στο παιχνίδι τις ανταγωνιστικές δυνάμεις φάνηκε κατά καιρούς να γίνεται με το κόστος του να αγνοεί τους παραδοσιακούς συμμάχους. Πάνω απ' όλα, η προσέγγισή του προκάλεσε κάποιους να αναρωτηθούν κατά πόσον έχει μια στρατηγική ή απλώς αντιδρά στα γεγονότα.

Ένα τέτοιο πορτρέτο, όμως, χάνει το νόημα. Ο Ομπάμα δεν είναι ούτε ένας ρηχός αφελής ούτε ένας αντιδραστικός ρεαλιστής. Επιχείρησε να διαμορφώσει μια νέα φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξακολουθούν να έχουν το προβάδισμα, αλλά να μοιράζονται περισσότερες ευθύνες και βάρη με άλλες χώρες, όπου αυτό είναι δυνατόν ή αναγκαίο. Έχοντας γύρω του έμπειρα μέλη του υπουργικού συμβουλίου που δεν είναι προσωπικά κοντά του, μαζί με νεώτερους συμβούλους που είναι κοντά του αλλά δεν είναι έμπειροι, ο Ομπάμα έχει κρατήσει στα χέρια του την σύλληψη, την άρθρωση και μερικές φορές ακόμη και την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής του. Ευφυής, με αυτοπεποίθηση, φιλόδοξος και αποστασιοποιημένος, είναι πιο άμεσα υπεύθυνος για τα πεπραγμένα του από όσο ήταν οι περισσότεροι από τους προκατόχους του.

Έχει καταγράψει μερικές αξιοσημείωτες επιτυχίες, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής αποδυνάμωσης της Αλ Κάιντα, της αποτελεσματικής διαχείρισης των σχέσεων με την Κίνα, της αναστήλωσης της διεθνούς φήμης των Ηνωμένων Πολιτειών, της επανεκκίνησης της σχέσης με τη Ρωσία και της κύρωσης της Νέας Συνθήκης Μείωσης των Στρατηγικών Όπλων (New START), επιτυγχάνοντας ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την επιβολή σκληρών κυρώσεων στο Ιράν, ολοκληρώνοντας καθυστερημένες αλλά ευπρόσδεκτες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και αποσύροντας τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ.

Υπήρξαν επίσης κάποιες αξιοσημείωτες οπισθοδρομήσεις, συμπεριλαμβανομένης της μη προόδου για την επίλυση της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης, της ελάχιστης προόδου για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, της συνεχιζόμενης χαμηλής εκτίμησης για τις ΗΠΑ στον μουσουλμανικό κόσμο, της εμβάθυνσης των τριβών στις σχέσεις ΗΠΑ - Πακιστάν, της βύθισης του Μεξικό στα ναρκωτικά και τη βία, του Ιράν που συνεχίζει να επιμένει στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και της Βόρειας Κορέας που εξακολουθεί να αναπτύσσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο.

Η προσέγγιση του Ομπάμα ήταν στην πράξη σχετικά μη-ιδεολογική αλλά διαμορφώθηκε από ένα ρεαλιστικό αίσθημα κυριαρχίας του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα. Ο τόνος δεν ήταν εστιάστηκε ούτε σε θριαμβολογίες για την αμερικανική μοναδικότητα ούτε στην αμερικανική παρακμή. Σε γενικές γραμμές, αυτή η προσέγγιση ήταν αποτελεσματική, ούσα κατά έναν βαθμό πιο ανοιχτή στις απόψεις των άλλων ηγετών και τα συμφέροντα των άλλων εθνών, ενώ οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προβάλλουν εμπιστοσύνη και ηγεσία.

Κρίνοντας από το επίπεδο της προστασίας των αμερικανικών συμφερόντων, η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα μέχρι στιγμής έχει λειτουργήσει αρκετά καλά. Κρίνοντας από το επίπεδο της εκπλήρωσης του οράματος μιας νέας παγκόσμιας τάξης, παραμένει σε πολύ μεγάλο βαθμό εν εξελίξει.

Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ

Ο Ομπάμα ανέλαβε την εξουσία οραματιζόμενος μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται σε τρεις πυλώνες: μια αλλαγή στις σχέσεις με τις ανερχόμενες δυνάμεις της Ασίας και ιδιαίτερα με την Κίνα, μια μεταβολή στη σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του μουσουλμανικού κόσμου στον οποίο η συνεργασία αντικατέστησε τη σύγκρουση καθώς και η αναζωογόνηση της προόδου προς την κατεύθυνση της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και του πυρηνικού αφοπλισμού. Παρότι η εκλογή του δημιούργησε ιστορία, η οικονομική κατάρρευση έκανε την διαχείριση της οικονομικής κρίσης την κορυφαία προτεραιότητα του νέου προέδρου στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική – και περιόρισε τις επιλογές του και στις δύο.

Αναμφισβήτητα τα πιο δύσκολα βήματα για να αποτραπεί μια καταστροφή (όπως η ψήφιση του Προγράμματος Ανακούφισης Προβληματικών Στοιχείων Ενεργητικού και οι ενέργειες για να καταστεί δυνατή η διάσωση των βασικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) έγιναν κατά τη λήξη της θητείας του Τζορτζ Μπους. Αλλά ο Ομπάμα έπρεπε να καθορίσει το ποιοι θεσμοί θα διασωθούν και να πάρει επιπλέον μέτρα για να σταματήσει την ελεύθερη πτώση της οικονομίας και να τονώσει την ανάπτυξη. Αυτό είχε σοβαρές συνέπειες στην εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, κάνοντας απαραίτητη τη γρήγορη συλλογική δράση μαζί με άλλες ισχυρές οικονομίες. Η κυβέρνηση συνεργάστηκε με χώρες τόσο εντός όσο και πέρα από το παραδοσιακό κλαμπ των μεγάλων δυνάμεων G-8, στρεφόμενη προς το μεγαλύτερο αλλά ακόμα νεοσύστατο G-20, στο οποίο εκπροσωπούνται όλες οι αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις.

Τελικά, ο κίνδυνος κάθε χώρα να ενεργήσει για την προστασία της δικής της οικονομία της εις βάρος των άλλων, αποφεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό, επιδεικνύοντας ένα εκπληκτικό βαθμό συνεργατικής κοινής λογικής σχετικά με κοινά συμφέροντα. Όμως, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στην πρόκληση της κρίσης μέσω της εκλαΐκευσης των αμφίβολων χρηματοοικονομικών «εργαλείων» αμαύρωσε σοβαρά το αμερικανικό μοντέλο ελεύθερης αγοράς, μειωμένων ελλειμμάτων και απελευθερωμένου εμπορίου. Ένας πρόεδρος λιγότερο ανοιχτός στην ανακούφιση της διεθνούς κοινότητας θα μπορούσε να έχει γίνει το αλεξικέραυνο για την παγκόσμια απογοήτευση, και ο Ομπάμα αξίζει περισσότερη αναγνώριση από όση συνήθως λαμβάνει για το ότι απέφυγε κάτι τέτοιο και βοήθησε στον περιορισμό της καταστροφής. Αυτή η ίδια η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την επιτάχυνση της οικονομικής αντίληψης της ανόδου του Πεκίνου και της σχετικής πτώσης της Ουάσιγκτον, κάτι που περιέπλεξε τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας κατά το δεύτερο έτος της προεδρίας Ομπάμα και έθεσε μια ευρύτερη πρόκληση διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής του.

Από την αρχή, η νέα κυβέρνηση ζήτησε ενεργότερη συνεργασία με την Ασία, προσπαθώντας να βελτιώσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με φίλους και συμμάχους, και τη συνεργασία με την Κίνα σε διμερή, περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα. Η ομάδα του Ομπάμα δέχθηκε ότι η σχετική σημασία της Κίνας στον κόσμο μεγάλωνε και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν πλέον να ασκήσουν τον βαθμό της μόχλευσης που είχαν προηγουμένως.

Παρά την ιδιαίτερη προσοχή, ωστόσο, οι προσπάθειες της κυβέρνησης να συνεργαστεί πιο στενά με την Κίνα δεν έχουν εξελιχθεί ομαλά. Μια σημαντική επιδείνωση στις σχέσεις έχει αποφευχθεί, αντικατοπτρίζοντας την υποκείμενη ωριμότητα των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας και τη μακροχρόνια επιθυμία των ηγετών των δύο χωρών να διατηρούν τις διαφωνίες εντός ορίων. Τακτικές συναντήσεις υψηλού επιπέδου έχουν δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα για τη σταθεροποίηση των σχέσεων και την κατανομή των τομέων συνεργασίας, αλλά η μετέπειτα εφαρμογή των προθέσεων που εκφράζονται σε αυτές τις συναντήσεις συχνά έχει αποδειχθεί ατελής.

Ένας από τους βασικούς στόχους της διοίκησης Ομπάμα ήταν να κάνει την Κίνα να γίνει ένας υπεύθυνος παίκτης στην τρέχουσα φιλελεύθερη διεθνή τάξη, τέτοιος που να δέχεται τους βασικούς στόχους και τους κανόνες του συστήματος και να συμβάλλει στη γενικότερη επιτυχία τους. Ωστόσο, διαπίστωσε ότι η ραγδαία άνοδος της Κίνας στο παγκόσμιο σκηνικό έχει δημιουργήσει πολύ γρήγορα αυξανόμενες προσδοκίες για να μπορέσει να τις απορροφήσει το Πεκίνο. Παρά το γεγονός ότι η Κίνα είναι πλέον ένας σημαντικός παράγοντας στα παγκόσμια ζητήματα, η ίδια βλέπει ακόμα τον εαυτό της ως αναπτυσσόμενη χώρα της οποίας η υποχρέωση είναι πρώτα απ' όλα να αναπτύξει την οικονομία της και όχι να αναλάβει ευθύνες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία πολιτικής και για τις δύο χώρες υπήρξε η αδυναμία να μετριάσουν την δυσπιστία πάνω στις μακροπρόθεσμες προθέσεις η μια της άλλης. Σχεδόν κάθε αμερικανική πολιτική θεωρείται από τους περισσότερους στο Πεκίνο ως μέρος μιας εξελιγμένης συνωμοσίας για να εμποδίσει την άνοδο της Κίνας. Η Ουάσινγκτον, εν τω μεταξύ, ολοένα και περισσότερο δυσαρεστείται από τις κινεζικές απόψεις και ανησυχεί ότι το Πεκίνο επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την αναπτυσσόμενη οικονομική και στρατιωτική ισχύ του στην Ασία για την επίτευξη πλεονεκτημάτων τόσο στη διπλωματία όσο και στην ασφάλεια εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι σχεδόν κάθε άλλη χώρα στην Ασία θέλει τις Ηνωμένες Πολιτείες να βοηθήσουν να αντισταθμιστούν οι αυξανόμενες κινεζικές πιέσεις, αλλά όχι κάνοντάς τις να επιλέξουν μεταξύ των δύο γιγάντων.

Ως αποτέλεσμα, ο «στρατηγικός άξονας» του Ομπάμα στην Ασία που ανακοινώθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, ήταν μια προσπάθεια να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στο μελλοντικό ηγετικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, κάτι για το οποίο πολλοί είχαν αρχίσει να διατυπώνουν αμφιβολίες. Αυτή είναι μια εξελιγμένη, ολοκληρωμένη περιφερειακή οικονομική, διπλωματική στρατηγική που συμπεριλαμβάνει και την ασφάλεια, αλλά η πλήρης εφαρμογή της θα απαιτήσει πειθαρχημένη κυβερνητική διαχείριση και πειστικές αποδείξεις περί οικονομικής ανάκαμψης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η στρατηγική της εξεύρεσης νέας ισορροπίας στην Ασία έτσι έχει λογική, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργήσει προσδοκίες ότι η Ουάσιγκτον δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί, ενώ θρέφει τις κινεζικές υποψίες οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολύ πιο οξυμένες σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πρέπει να ενεργήσουν επιδέξια τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ασία, προκειμένου να υλοποιηθούν τα στρατηγικά οφέλη που έχουν θέσει σε κίνηση, αντί να παράξουν μεγαλύτερη δυσπιστία και ένταση.

ΤΟ ΤΕΛΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Οι σχέσεις της διοίκησης Ομπάμα με τον μουσουλμανικό κόσμο έχουν φέρει τις μεγαλύτερες εκπλήξεις και δράματα. Ο Ομπάμα ανέκαθεν είχε την πρόθεση να συνεχίσει την καταπολέμηση της τρομοκρατίας αλλά δεν είχε υιοθετήσει την έννοια του Μπους περί «παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Αντ' αυτού, προσπάθησε να χαλαρώσει τους συνεχιζόμενους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ εστιάζοντας στενά στην επίθεση των ενεργούμενων της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν και αλλού, έβγαλε την οργάνωση από τον κατάλογο των απειλών για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο γενικότερα. Η επιτυχία της κυβέρνησης στον τομέα αυτό ήταν μεταξύ των εμβληματικών επιτευγμάτων της και ο Ομπάμα μπορεί να ισχυριστεί δικαίως ότι έχει τελειώσει τον πόλεμο στο Ιράκ, έδειξε αποφασιστικότητα στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν και, κυρίως, αποκεφάλισε την Αλ Κάιντα.

Κατά τη διαδικασία αυτή, ο Ομπάμα ήταν σκληρός. Επέδειξε καθόλου αφελείς προσδοκίες σχετικά με τη δύναμη της προσωπικής του γοητείας ή του οράματός του για την επίλυση θεμάτων πολέμου και ειρήνης. Στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, ωστόσο, η σταθερότητα κρέμεται από μια λεπτή κλωστή και δεν είναι ακόμη σαφές εάν ο πρόεδρος θα μπορέσει να επιτύχει και τους δύο στόχους του ταυτόχρονα, τελειώνοντας τους πολέμους χωρίς να αφήνει πίσω του επικίνδυνο χάος.

Σε αμφότερα τα Ιράκ και Αφγανιστάν, η διοίκηση Ομπάμα έχει επιδείξει μια αξιοθαύμαστη ευελιξία και προσαρμογή. Στο Ιράκ, για παράδειγμα, ο πρόεδρος συμφιλίωσε τις προεκλογικές θέσεις του με την πραγματικότητα που βρήκε επιτόπου. Επιβράδυνε την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων περιστασιακά, φέρνοντας τελικά τους στρατιώτες στην πατρίδα τους στα τέλη του 2011, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που αρχικά σχεδιάστηκε και συμφωνήθηκε από τον Μπους και τον ιρακινό πρωθυπουργό Νούρι αλ Μαλίκι, το 2008. Είναι δύσκολο να δούμε πώς ένας Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να έχει - ή θα έπρεπε να έχει - διατηρήσει τις δυνάμεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό σε μια χώρα που δεν ήταν πρόθυμη να τους έχει κάτω από ένα κανονικό νομικό πλαίσιο.

Παρ' όλα αυτά, οι θριαμβολογίες του Ομπάμα για το αμετάκλητο της απόσυρσης των στρατευμάτων ήταν ατυχείς, δεδομένου ότι καταγράφηκε πως η κυβέρνησή του προσπάθησε να καταλήξει σε μια συμφωνία με τους Ιρακινούς για να κρατήσει τα στρατεύματα εκεί για περισσότερο χρόνο. Ταυτόχρονα, είναι καλύτερο για το μέλλον της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στο εξωτερικό το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκατέστησαν τη φήμη τους ότι φεύγουν όταν τους το ζητούν αντί να παραμένουν εκεί που δεν τους θέλουν.

Ο Ομπάμα αποφάσισε να αφιερώσει πολύ περισσότερους πόρους από ό, τι ο προκάτοχός του, τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Πακιστάν. Αλλά η δυσεπίλυτη φύση των προβλημάτων εκεί και οι βαθιές διαφορές εντός της κυβέρνησης για το πώς να τα χειριστούν, τους κράτησαν μακριά την επιτυχία. Σχεδόν κάθε ανώτερος αξιωματούχος της εθνικής ασφάλειας έχει τη δική του προτεραιότητα όταν πρόκειται για το AfPak (σ.σ.: σύντμηση του Afghanistan και Pakistan) και γι' αυτό δεν αποτελεί έκπληξη που οι ντόπιοι εκεί δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φύγουν ή θα μείνουν ή αν η Ουάσιγκτον τους θεωρούσε φίλους ή εχθρούς. Αυτό, φυσικά, οδήγησε σε αντιθετικές συμπεριφορές από τους βασικούς τοπικούς παράγοντες και στην αποτυχία επίτευξης των στόχων όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα. Έχοντας επενδύσει τόσο πολύ σε μια ισχυρή στρατηγική στο Αφγανιστάν που επιδίωκε να αποδυναμώσει την εξέγερση και να δημιουργήσει θεσμούς για το αφγανικό κράτος, ο Ομπάμα, σε μια ενδεχόμενη δεύτερη θητεία, θα πρέπει να δημιουργήσει ένα προσεκτικό σχέδιο απόσυρσης των στρατευμάτων μέσα στο 2013 και το 2014, όταν οι αφγανικές δυνάμεις θα είναι έτοιμες να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για την ασφάλεια σε όλη τη χώρα.

Η διπλωματία στη Μέση Ανατολή, εν τω μεταξύ, υπήρξε η πηγή του μεγαλύτερου χάσματος ανάμεσα στις υποσχέσεις και το αποτέλεσμα από τον Ομπάμα, και της μεγαλύτερης απογοήτευσης για τον πρόεδρο. Αυτό αποτελεί ειρωνία, δεδομένου ότι ο Ομπάμα δεσμεύθηκε να καταστήσει προτεραιότητα την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή από την πρώτη ημέρα της προεδρίας του. Οι παρατηρητές έχουν ομόφωνα καταλήξει ότι το μεγαλύτερο λάθος του προέδρου ήταν το μη ρεαλιστικό αίτημα για πλήρες πάγωμα των ισραηλινών εποικιστικών δραστηριοτήτων στα κατεχόμενα εδάφη. Επιμένοντας σε μια τέτοια δέσμευση, υποστηρίζουν, ο Ομπάμα οδήγησε τον παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς μακριά από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (αφού δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποδέχεται κάτι λιγότερο από αυτό που ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε ζητήσει από τους Ισραηλινούς) και στη συνέχεια επιτυγχάνοντας λιγότερα από τους δηλωμένους στόχους του, ο Ομπάμα κατέστρεψε την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως διαμεσολαβητή στη διαμάχη.

Η απαίτηση του Ομπάμα ήταν λογική: ο περιορισμός της εποικιστικής δραστηριότητας θα μπορούσε να βελτιώσει το περιβάλλον για τις διαπραγματεύσεις και να μειώσει την δυσπιστία των Παλαιστινίων για τις προθέσεις των ισραηλινών. Η Παλαιστινιακή Αρχή έχει σημειώσει πρόοδο στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη διάρκεια της θητείας του Μπους και ήταν λογικό για τον Ομπάμα να περιμένει ότι το Ισραήλ με τη σειρά του θα εκπληρώσει τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του, περιορίζοντας τις δραστηριότητες εποικισμού. Οι αναμνήσεις από το πώς ο τότε Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε οδηγήσει ένα φορτηγό μέσα από ένα άνοιγμα επιτρέποντας την «φυσική ανάπτυξη» των οικισμών επί διακυβέρνησης Κλίντον, εξάλλου, αύξησε την αποφασιστικότητα ορισμένων από τους ανώτερους συμβούλους του Ομπάμα που ήταν τότε γύρω του στο να υποστηρίξουν την επιθυμία του προέδρου για ένα πλήρες πάγωμα.

Αλλά όταν ο Ομπάμα, ακολουθώντας το ρεαλιστικό ένστικτό του, έδωσε στον Τζορτζ Μίτσελ, τον ειδικό απεσταλμένο του στη Μέση Ανατολή, το πράσινο φως για να διαπραγματευτεί κάτι λιγότερο από ένα πλήρες πάγωμα του εποικισμού με τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση Νετανιάχου, ο πρόεδρος απέτυχε να προσαρμόσει τον διακηρυγμένο στόχο του. Αυτό άνοιξε ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που η διοίκηση Ομπάμα απαιτεί δημοσίως και την πραγματικότητα του τι τελικά επιτυγχάνει (ένα πρόβλημα που επίσης προέκυψε με την ομιλία του προέδρου που προέβλεπε ένα παλαιστινιακό κράτος που θα καλωσοριζόταν στη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 2011, κάτι που η διοίκηση Ομπάμα τελικά έπρεπε να απορρίψει). Η προσπάθεια χάλασε τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις και έφερε ένα μορατόριουμ που απογοήτευσε τους Άραβες.

Στην πραγματικότητα, σε γενικές γραμμές, οι σχέσεις του Ομπάμα με τους Ισραηλινούς ήταν περιέργως άτονες. Η ομιλία - υπερπαραγωγή που έκανε στο Κάιρο το 2009 απευθυνόταν σαφώς στους Άραβες, αλλά δεν υπήρχαν αντίστοιχες επισκέψεις στο Ισραήλ ή ομιλίες που απευθύνονταν σε Ισραηλινούς, με αποτέλεσμα να χάσει την ισραηλινή κοινή γνώμη από νωρίς. Αυτό, με τη σειρά του, βοήθησε να ματαιωθεί η ειρηνευτική διπλωματία του προέδρου μειώνοντας τη δυνατότητα επιρροής πάνω στον Νετανιάχου, ο οποίος παρακολουθεί τις δημοσκοπήσεις μανιωδώς και συνειδητοποίησε ότι αψηφώντας έναν πρόεδρο που θεωρείται εχθρικός είχε περισσότερα να κερδίσει παρά να χάσει στο εσωτερικό της χώρας του. Από τον αντιπρόεδρο Τζόζεφ Μπάιντεν και τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Rahm Emanuel ως την υπουργό Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον και τον σύμβουλο της Κλίντον, Ντένις Ρος, ο Ομπάμα είχε μια σειρά από συμβούλους οι οποίοι συνιστούσαν μεγαλύτερες προσπάθειες για να αλλάξει τα μυαλά των Ισραηλινών, αλλά ο ίδιος ο πρόεδρος σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κερδίσει το Ισραήλ εντείνοντας την υποστήριξή του επί της ασφάλειας της χώρας, μην καταλαβαίνοντας ότι αυτό που η ισραηλινή κοινή γνώμη πραγματικά λαχταρούσε ήταν την προσοχή και την στοργή του.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν ξεχαστεί ή συγχωρεθεί αν ο Ομπάμα είχε επιτύχει να φέρει τον αραβικό κόσμο σε μια πιο ενθαρρυντική διπλωματική στάση. Αλλά όταν αποδείχθηκε ανίκανος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του για την επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος και να κλείσει το Γκουαντάναμο, ο αραβικός κόσμος απογοητεύτηκε από τον Ομπάμα, γυρίζοντας τελικά την πλάτη του σ' αυτόν, όταν στράφηκε προς τις ισραηλινές θέσεις όσο πλησίαζε ο αγώνας για την επανεκλογή του. Ο πρόεδρος κατέληξε με τη χειρότερη εκτίμηση των δύο κόσμων, χάνοντας την υποστήριξη των Ισραηλινών και των Αράβων και μην έχοντας επιτύχει τίποτα.

Σίγουρα, ο Ομπάμα δεν βρήκε πρόθυμους συνεργάτες στον Νετανιάχου και τον Αμπάς. Αλλά τα δικά του στραβοπατήματα κατέληξαν να τους αφήσουν και τους δύο επί ξύλου κρεμάμενους. Αν αποφασίσει να δοκιμάσει και πάλι σε μια δεύτερη θητεία, θα χρειαστεί Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους εταίρους που να είναι πρόθυμοι να αναλάβουν κινδύνους για την ειρήνη και την υπεράσπιση των αναγκαίων και οδυνηρών συμβιβασμών. Αλλά θα πρέπει επίσης να εργαστεί πολύ περισσότερο μαζί με αυτούς, αντί απέναντι σε αυτούς.

ΑΝΟΙΞΗ ΕΝΟΨΕΙ;

Η αραβική αφύπνιση είναι το μεγαλύτερο απρόσμενο γεγονός που έτυχε στον Ομπάμα μέχρι σήμερα. Ο πρόεδρος έχει διαχειριστεί την αναταραχή και τις εντάσεις σχετικά καλά, αναγνωρίζοντας ότι αυτά τα επαναστατικά σκιρτήματα δεν αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι ως εκ τούτου οι ΗΠΑ έχουν περιορισμένη ικανότητα να επηρεάζουν τα αποτελέσματά τους. Αντίθετα με τη διάρκεια των διαδηλώσεων στον απόηχο των ιρανικών εκλογών του Ιουνίου 2009, όταν ο Ομπάμα φίμωσε την κριτική του ενώ το ιρανικό καθεστώς κατέστειλε το δημοκρατικό κίνημα, ο πρόεδρος έθεσε την φωνή των Ηνωμένων Πολιτειών πίσω από τα λαϊκά αιτήματα για ελευθερία και δημοκρατία σε όλο τον αραβικό κόσμο και βοήθησε στην ανατροπή αντιλαϊκών δικτατόρων στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Υεμένη, ενώ έκανε ό, τι καλύτερο για να προστατεύσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη σταθερότητα του Κόλπου. Υπήρξαν και κάποια λάθη τακτικής: η ταπείνωση του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ, η αποτυχία να πιέσει αποτελεσματικά για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στο Μπαχρέιν και η επακόλουθη βραδύτητα να πιέσει για την αποπομπή του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ. Αλλά σε γενικές γραμμές, ο ενστικτώδης ιδεαλισμός του Ομπάμα έθεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες στη σωστή πλευρά της ιστορίας και ο έμφυτος πραγματισμός του τον έχει εξυπηρετήσει καλά στο να πετύχει μια νέα ισορροπία μεταξύ των αμερικανικών αξιών και των στρατηγικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια ασταθή περιοχή.

Στην Αίγυπτο, η υποστήριξη του Ομπάμα στη διατήρηση του ρόλου του στρατού ήταν σημαντική για την επίτευξη μιας γρήγορης έναρξης της διαδικασίας μετάβασης, αλλά το στοίχημα του αιγυπτιακού στρατού ότι θα είναι η μαμή της αιγυπτιακής δημοκρατίας δεν έχει ακόμα εξελιχθεί όπως αναμενόταν. Παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων (SCAF), ο προσωρινός φορέας εξουσίας της Αιγύπτου, επανέλαβε την πρόθεσή του να τιμήσει όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ, έχει αποδειχθεί ανίκανο στο χειρισμό των λαϊκών αιτημάτων και στην προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Ακόμη χειρότερα, αντί να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση που ο Ομπάμα ζήτησε από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, ο στρατός προσπάθησε να προστατέψει τα ειδικά συμφέροντά του και να θέσει εαυτόν πάνω από το σύνταγμα.

Στην απαίτηση ότι το SCAF πρέπει να συμμορφωθεί με τα πρόσφατα αποτελέσματα των εκλογών της Αιγύπτου και να επιτρέψει στους ισλαμιστές να καταλάβουν την εξουσία, ο Ομπάμα στοιχηματίζει ότι αντί να προσπαθήσει να επιβάλει σαρία στο ένα τέταρτο του πληθυσμού του αραβικού κόσμου, η Μουσουλμανική Αδελφότητα, από ανάγκη να υπάρξουν απτά αποτελέσματα για εκείνους που ψήφισαν για αυτό, θα προτιμήσει τη σταθερότητα που έρχεται από τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διατήρηση της συνθήκης ειρήνης με το Ισραήλ. Ο Ομπάμα έχει κάνει μια εκτίμηση ότι θα είναι λιγότερο ζημιογόνο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν αυτές τις δραματικές εξελίξεις από το να ενθαρρύνουν την καταστολή τους. Αλλά είναι ένα στοίχημα. Το να στέκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας σημαίνει ότι αποδέχεται πλέον ότι ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών ανάμεσα στα αραβικά κράτη θα ηγείται από ισλαμιστικά θρησκευτικά κόμματα και στοιχηματίζει ότι ο ρεαλισμός τους θα αντισταθμίσει την ιδεολογική αντίθεσή τους στο φιλελευθερισμό, την εκκοσμίκευση και τους περιφερειακούς στόχους των ΗΠΑ.

Η αστάθεια της στρατηγικής σχέσης των Ηνωμένων Πολιτειών με την Αίγυπτο, ωστόσο, αντισταθμίζεται από τα στρατηγικά απροσδόκητα που προέρχονται από τα προβλήματα της Συρίας, ένα αραβικό κράτος σύμμαχο με το Ιράν. Η αποκοπή του συριακού δίαυλου για την ανάμιξη του Ιράν στις υποθέσεις της αραβο-ισραηλινής ενδοχώρας αποτελεί σημαντικό στρατηγικό πλήγμα για το Ιράν. Ήδη, η διεθνής απομόνωση του Άσαντ και η ενασχόλησή του με τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα της χώρας του, έχουν μειώσει σημαντικά τη δυνατότητά του να υποστηρίζει το ενεργούμενο του Ιράν, τη Χεζμπολάχ, όσον αφορά τη διατήρηση του ελέγχου του Λιβάνου. Εν τω μεταξύ, η Χαμάς είναι απασχολημένη με το να βγει έξω από την τροχιά του Ιράν και να μπει στο στρατόπεδο της Αιγύπτου καθώς η επιρροή των δικών της ανθρώπων στην Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο αυξάνει, όπως καταδεικνύει η απόσυρση του εξωτερικού αρχηγείου της Χαμάς από τη Δαμασκό και η διακοπή της ιρανικής βοήθειας στην ομάδα.

Η Λιβύη ήταν πάντα ένα στρατηγικό παραλειπόμενο. Ο Ομπάμα επέτρεψε να επιτευχθεί η σχετικά χαμηλού κόστους ανατροπή του στυγνού δικτάτορα εκεί, υποστηρίζοντας την στρατιωτική επέμβαση των Ευρωπαίων συμμάχων του ΝΑΤΟ, που είχαν μεγαλύτερη συμμετοχή στο αποτέλεσμα. Αλλά υπήρχε και έμμεσο κόστος. Με τις επανειλημμένες εκκλήσεις για την ανατροπή του Μουαμάρ αλ-Καντάφι, όταν το ψήφισμα του Συμβούλιου Ασφαλείας του ΟΗΕ που δικαιολογούσε την επέμβαση του ΝΑΤΟ δεν προέβλεπε τίποτα τέτοιο, ο Ομπάμα επιβεβαίωσε τις κινεζικές και ρωσικές κατηγορίες ότι η Δύση θα στρεβλώσει τις προθέσεις των ψηφισμάτων του ΟΗΕ στο θέμα αυτό, για τους δικούς της σκοπούς. Η ακούσια συνέπεια ήταν ότι η Κίνα και η Ρωσία, καθώς και οι αναδυόμενες δυνάμεις του Συμβουλίου Ασφαλείας (Βραζιλία, Ινδία και Νότια Αφρική), δεν είναι πλέον πρόθυμες να υποστηρίξουν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρατιωτικές επεμβάσεις για να ανατρέψουν καθεστώτα σε άλλα μέρη του αραβικού κόσμου. Αυτό έχει καταστήσει πιο δύσκολο για τον Ομπάμα να απομονώσει το καθεστώς του Άσαντ.

Εν τω μεταξύ, η εξισορρόπηση από τον Ομπάμα των αμερικανικών αξιών και των συμφερόντων είναι πιθανό να τεθεί σε δοκιμασία στον Περσικό Κόλπο, νωρίτερα παρά αργότερα. Η Σαουδική Αραβία φαίνεται αποφασισμένη να συγκρατήσει την πολιτική μεταρρύθμιση στο εσωτερικό της, να την προλάβει επίσης στο γειτονικό Μπαχρέιν και να χαράξει μια εξαίρεση από την πολιτική φιλελευθεροποίηση για όλους τους βασιλείς και σεΐχηδες στην ευρύτερη γειτονιά της. Αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μια μακροπρόθεσμη λύση, ακόμη και αν οι μοναρχίες χαίρουν μεγαλύτερης νομιμοποίησης μεταξύ των ανθρώπων τους από τους «φαραώ» και τους στρατηγούς οι οποίοι κυβέρνησαν σε άλλα μέρη του αραβικού κόσμου.

Πράγματι, φαίνεται πιθανό ότι κανένα αραβικό αυταρχικό καθεστώς δεν θα παραμείνει για πολύ καιρό απρόσβλητο από τα λαϊκά αιτήματα για πολιτική ελευθερία και υπεύθυνη διακυβέρνηση. Η τάση του Ομπάμα να αφήσει αυτές τις μεταβάσεις να εξελίσσονται από μόνες τους είναι κατανοητή, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί και ως κοντόφθαλμη, εκτός αν μπορέσει να βρει έναν τρόπο να διαπραγματευτεί μια νέα συνθήκη με τον Σαουδάραβα βασιλιά Αμπντουλάχ. Ο Ομπάμα πρέπει να πείσει το βασιλιά ότι η κατάρτιση ενός οδικού χάρτη που οδηγεί τελικά σε συνταγματικές μοναρχίες στη περιοχή, πρώτα στο Μπαχρέιν αλλά με την πάροδο του χρόνου στην Ιορδανία και άλλες χώρες που ανήκουν στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσει αυτά τα βασίλεια και τα συμφέροντα των υπηκόων τους.

Σε αντιδιαστολή, δεν είναι σαφές ότι μια πιο συνεκτική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή θα είχε καλύτερα αποτελέσματα από την ώρα που ξεκίνησαν οι αναταραχές. Η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν εγγενώς περιορισμένη στις περισσότερες περιπτώσεις. Όμως, το καθαρό αποτέλεσμα των θυελλωδών εξελίξεων στον αραβικό κόσμο, σε συνδυασμό με την αποτυχία του Ομπάμα να επιτευχθεί μια ισραηλινο-παλαιστινιακή ειρηνευτική συμφωνία και με την αποφασιστικότητα της Τουρκίας να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στον αραβικό κόσμο σε βάρος των σχέσεών της με το Ισραήλ, έχει αφήσει το Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς μια συνεπή στρατηγική πέρα από το να αντιδρά στα διασταυρούμενα κύματα των απρόβλεπτων γεγονότων.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΥΡΗΝΙΚΑ

Ο Ομπάμα ανέλαβε τα καθήκοντά του αποφασισμένος «να επιδιώξει την ειρήνη και την ασφάλεια σε έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα», όπως το έθεσε ο ίδιος στην Πράγα τον Απρίλιο του 2009. Η Ρωσία ήταν κρίσιμη για αυτήν την προσπάθεια, γι 'αυτό ο πρόεδρος ζήτησε την επανεκκίνηση των σχέσεων, αποσκοπώντας στην εξάλειψη των τριβών που δημιουργούνται από την επέκταση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της Ρωσίας και από την αποφασιστικότητα του Μπους να αναπτύξει ένα σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας στην Τσεχία και την Πολωνία. Η νέα συνθήκη START, που υπεγράφη με το Ρώσο πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ τον Μάρτιο του 2010, με τις μειώσεις που προβλέπει στο πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ήταν μια εκδήλωση αυτής της νέας σχέσης συνεργασίας, με σκοπό να δώσει το παράδειγμα στον υπόλοιπο κόσμο.

Το Ιράν και η Βόρεια Κορέα βρίσκονται στο κέντρο του ζητήματος της διάδοσης των πυρηνικών. Ο Ομπάμα προσπάθησε αρχικά να δεσμεύσει σε συνομιλίες το Ιράν, αλλά όταν οι προσπάθειες αυτές απέδωσαν ελάχιστα, πήγε να πιέσει την Τεχεράνη. Ως μέρος της ατζέντας του για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ο Ομπάμα θέλησε να διασφαλίσει ότι εκείνοι που θα παραβούν τους κανόνες στον τομέα αυτό θα αντιμετωπίσουν, σύμφωνα με τα λόγια του, «διογκούμενες επιπτώσεις», δηλαδή, κυρώσεις που «θα επιβάλλουν ένα πραγματικό τίμημα». Οι αρχικές προσπάθειές του να δεσμεύσει σε διαπραγματεύσεις το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, τού έδωσαν μεγαλύτερη αξιοπιστία όταν ζήτησε ευρεία στήριξη για την επιβολή κυρώσεων: έτσι επετεύχθη το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Ιούνιο του 2010, με την θετική ψήφο της Κίνας και τη Ρωσίας, που επιβάλλει αυστηρότερες κυρώσεις κατά του Ιράν για παραβιάσεις της Συνθήκης για την Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων.

Οι προσπάθειες της διοίκησης Ομπάμα να αλλάξει τη συμπεριφορά της Βόρειας Κορέας ήταν αντιπαραγωγικές, αλλά τουλάχιστον η προσπάθεια έγινε με τρόπο που έχει δημιουργήσει άλλα σημαντικά διπλωματικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσω της σαφούς άρθρωσης των συνεπειών για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη πυρηνικών πυραύλων και την ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στη Βορειοανατολική Ασία, η διοίκηση Ομπάμα έχει αυξήσει τα κίνητρα της Κίνας να προσπαθήσει να περιορίσει τη Βόρεια Κορέα. Ο Λευκός Οίκος έχει επίσης συνεργαστεί τόσο λεπτομερώς με τη Σεούλ για να κατανοήσει το πώς να χειριστεί την Πιονγκγιάνγκ, που η συμμαχία ΗΠΑ-Νότιας Κορέας έχει γίνει ίσως πιο γερή από ποτέ. Εκτεταμένες διαβουλεύσεις με την Ιαπωνία έχουν συμβάλλει στη βελτίωση των αμερικανικών σχέσεων με την εκεί κυβέρνηση, καθώς επίσης μείωσε τους κινδύνους για την αμερικανο-ιαπωνική συμμαχία από τη νίκη του Δημοκρατικού Κόμματος της Ιαπωνίας μετά από πάνω από πέντε δεκαετίες σχεδόν αδιάκοπη διακυβέρνηση από το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα.

Ομοίως, παρά τις εντάσεις με το Ισραήλ για το Παλαιστινιακό ζήτημα και με τη Σαουδική Αραβία για τις αραβικές αφυπνίσεις, ο στενός συντονισμός κατά του Ιράν με αυτούς τους δύο κρίσιμους συμμάχους στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής των ΗΠΑ.

Τις ημέρες που γράφονταν αυτές οι γραμμές, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα εξακολουθούσαν να διατηρούν προγράμματα πυρηνικών και βαλλιστικών πυραύλων. Το Ιράν, ειδικότερα, κοροϊδεύει και προκαλεί τη διεθνή κοινότητα. Και οι δύο χώρες έχουν κάνει νευρικούς τους γείτονές τους. Αλλά και οι δύο αντιμετωπίζουν επίσης τις «διογκούμενες συνέπειες» που ο Ομπάμα τις προειδοποίησε στην Πράγα με την ομιλία του. Και μέσα από επίπονες διπλωματικές προσπάθειες, ο Ομπάμα έχει καταφέρει να πείσει την Κίνα και τη Ρωσία να συνεργαστούν με την ευρύτερη ατζέντα του για έλεγχο των εξοπλισμών και με τις προσπάθειες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να προκαλέσουν αύξηση του κόστους της δυστροπίας του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Αυτό, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, έχει αναγκάσει τους ηγέτες του Ιράν να αναλογιστούν τις ολέθριες συνέπειες της πυρηνικής προόδου της χώρας τους και, ενδεχομένως, έχει πείσει τη Βόρεια Κορέα να αναθεωρήσει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να επανενεργοποιήσει τις εξαμερείς συνομιλίες. Επιπλέον, οι ενέργειες του Ομπάμα έχουν προειδοποιήσει άλλους που θα ήθελαν να «ξεφύγουν» ότι κάτι τέτοιο θα τους είναι δαπανηρό.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξαν σημαντικές εξελίξεις σχετικά με τον αφοπλισμό του κόσμου, ο Ομπάμα έχει ενισχύσει τη δέσμευση της διεθνούς κοινότητας για τη μη διάδοση των πυρηνικών και τον πυρηνικό αφοπλισμό. Κατά συνέπεια, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα αντιμετωπίζουν αυξανόμενη απομόνωση από την αναδυόμενη παγκόσμια τάξη που ο Ομπάμα διαμορφώνει. Το γιγάντιο ερωτηματικό που κρέμεται πάνω από τις προσπάθειες αυτές, όμως, παραμένει η προοπτική της πιθανής εξαγοράς πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Αυτό θα επιφέρει πλήγμα στο καθεστώς της μη διάδοσης των πυρηνικών -έναν πυλώνα της καθοδηγούμενης από τις ΗΠΑ διεθνούς τάξης - και εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της τακτικής πιέσεων από τον Ομπάμα.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ;

Η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα ήταν λογική και σοβαρή αλλά δεν ήταν πρωτοποριακή. Έχει υπηρετήσει τα συμφέροντα του έθνους αρμοδίως στις περισσότερες περιοχές, καταγράφοντας λίγες επιτυχίες (εκτός από τη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν) που μπορούν να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη ιστορική κληρονομιά. Το να κρατήσει ασφαλή την χώρα και να αποτρέψει μια ακόμα χειρότερη οικονομική κατάρρευση ήταν σημαντικό κατόρθωμα. Αλλά έχει επιτευχθεί κατά κύριο λόγο απέναντι σε δυνητικά αρνητικά γεγονότα - άσχημα πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί αλλά εμποδίστηκαν, όπως μια άλλη μεγάλη τρομοκρατική επίθεση ή ακόμα μια Μεγάλη Ύφεση. Και το χάσμα μεταξύ της ρητορικής του προέδρου και των πράξεών του έχει προκαλέσει απογοήτευση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, μεταξύ εκείνων που δεν εκτιμούν το ότι ο τρόπος που ο Ομπάμα επιτυγχάνει πρόοδο είναι σταδιακός και όχι μεταρρυθμιστικός.

Τα πεπραγμένα του αφήνουν επίσης τον πρόεδρο χωρίς σαφή οδικό χάρτη για το μέλλον εάν επανεκλεγεί. Η θεραπεία για αυτή την κατάσταση, κατά ειρωνικό τρόπο, είναι να ανανεώσει την αρχική άποψή του για το τι έχει περισσότερη σημασία: μια σταδιακή αναπροσαρμογή του ηγετικού ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια αναδυόμενη παγκόσμια τάξη. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων επτά δεκαετιών, το υπό αμερικανική ηγεσία διεθνές σύστημα έχει ενθαρρύνει την ανάπτυξη και την άνοδο άλλων δυνάμεων, από την Ευρώπη και την Ιαπωνία μέχρι χώρες στην υπόλοιπη Ασία, τη Λατινική Αμερική και αλλού. Σταδιακά, οι κατευθυνόμενες αλλαγές σε αυτές τις ανερχόμενες δυνάμεις που αποδίδουν μεγαλύτερο ρόλο στην εποικοδομητική διαχείριση του συστήματος, θα μπορούσαν να ωφελήσουν περισσότερες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ομπάμα φαίνεται να το καταλαβαίνει αυτό καλά, αλλά δεν έχει ακόμη αναπτύξει μια σαφή στρατηγική για την επίτευξή του ή δεν βρήκε έναν τρόπο να πείσει την αμερικανική κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα και τα οφέλη μιας τέτοιας πορείας. Ένας ακρογωνιαίος λίθος θα μπορούσε να είναι η στρατηγική εξισορρόπησης ως προς την Ασία την οποία η διοίκηση Ομπάμα ξεδίπλωσε το περασμένο φθινόπωρο. Με καλή υλοποίηση και διαχείριση, θα μπορούσε να αποφέρει μια επαναβεβαίωση της διεθνούς ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών για τα επόμενα χρόνια, που χρησιμεύει ως πλαίσιο για την προώθηση του εμπορίου και των επενδύσεων, μια μετάβαση σε μια πιο λιτή, πιο ευέλικτη στρατιωτική στενή συνεργασία με τους ξένους συμμάχους, μια αναμόρφωση των παγκόσμιων και περιφερειακών οργανισμών για να διατηρηθεί ο ηγετικός ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ θα αντικατοπτρίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την αναδυόμενη κατανομή της εξουσίας στο διεθνές σύστημα.

Η ικανότητα του Ομπάμα να επιδιώξει αποτελεσματικά μία τέτοια στρατηγική, όμως, θα εξαρτηθεί από δύο άλλους παράγοντες: κάποια μη καταστροφική επίλυση του ιρανικού πυρηνικού ζητήματος και την αναβίωση της εγχώριας πολιτικής οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε περίπτωση που το Ιράν γίνει πυρηνικό, ή εάν το Ισραήλ ή οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτεθούν σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν την έκβαση αυτή, τα θέματα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή θα εκτοξευτούν πάλι στην κορυφή της ατζέντας της εξωτερικής πολιτικής, ρίχνοντας πιθανότατα την περιοχή σε αναταραχή και ωθώντας άλλα θέματα προς τα πίσω και πάλι. Όπως και ο Μάικλ Κορλεόνε στην ταινία «Ο νονός», ακριβώς όταν ο Ομπάμα νόμιζε ότι μείωνε την εμπλοκή του στην περιοχή, εξωθήθηκε πάλι πίσω, για μια εκδίκηση.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι το αν ο πρόεδρος θα είναι σε θέση να υπερβεί τα διαρθρωτικά προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών που φέρνουν χαμηλή ανάπτυξη, υψηλή ανεργία και μια μη βιώσιμη πορεία για το χρέος. Το παγκόσμιο σύστημα βασίζεται στην αμερικανική πολιτική, οικονομική, καθώς και στρατιωτική, δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι τώρα υπό αμφισβήτηση, και η ίδια η δημόσια εσωτερική πολιτική δυσλειτουργία στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάζει τις προσδοκίες για το μέλλον σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν πολλές διαστάσεις σε αυτό το θέμα, αλλά η ικανότητα της Ουάσιγκτον να αποκτήσει τον έλεγχο επί των δημοσιονομικών προβλημάτων της κάνοντας επενδύσεις που τροφοδοτούν την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προσαρμοστούν και να ανταγωνίζονται στο μέλλον προφανώς θα πρέπει να είναι ένα κρίσιμο συστατικό κάθε σοβαρού προγράμματος. Και στο τέλος της ημέρας, οι εθνικοί αμυντικοί προϋπολογισμοί μπορούν και πρέπει επίσης να προσαρμοστούν (αν και κατά προτίμηση χωρίς τις σοβαρές περικοπές της «απομόνωσης»).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν πολλά πλεονεκτήματα: τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο, ένα ισχυρό δίκτυο συμμάχων και εταίρων, συνεχή ηγετικό ρόλο στην Έρευνα και Ανάπτυξη, το καλύτερο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του κόσμου, καινοτομία και κατασκευαστικές δυνατότητες υψηλής τεχνολογίας, ένα δημογραφικό χωνευτήρι και μέτρια, ισόρροπη ανάπτυξη πληθυσμού, ένα διαφανές πολιτικό σύστημα και ένα αξιόπιστο κράτος δικαίου που συμβάλλουν στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και άφθονους φυσικούς πόρους, μια ζωντανή κοινωνία πολιτών καθώς και μεγάλη εμπειρία στην παγκόσμια ηγεσία.

Ωστόσο, ορισμένες βασικές τάσεις κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση, και το οικονομικό μέλλον της χώρας παραμένει ως εκ τούτου σε κίνδυνο. Με απλά λόγια, η συνεχιζόμενη αποδυνάμωση των οικονομικών θεμελίων των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ασυμβίβαστη με τη διατήρηση μακροπρόθεσμης εθνικής ισχύος και μιας επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής. Οι συνέπειες μιας αποτυχίας στο να ανακοπεί η αμερικανική εγχώρια πτώση, θα φθάσουν για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο γενικότερα πολύ πέρα από τις όποιες συνέπειες απορρέουν από την προσωπική δημοτικότητα του προέδρου ή την κομματική του στάση.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/137516/martin-indyk-kenneth-liebe...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr