Πώς η εξέγερση στη Συρία μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η εξέγερση στη Συρία μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο

Εσωτερικοί και εξωτερικοί δρώντες σε ένα πολυσύνθετο σκηνικό
Περίληψη: 

Η εξέγερση που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 στη Συρία έχει αρχίσει να προσλαμβάνει την εικόνα ενός μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου παρόμοιου με εκείνον του Λιβάνου, καθότι τα σεκταριστικά της χαρακτηριστικά οξύνονται, το τέλος δεν φαίνεται να είναι κοντά, και δεν αποκλείεται η στρατιωτική εμπλοκή ξένων δυνάμεων. Μετά από ενάμιση χρόνο αιματηρών μαχών καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να επικρατήσει της άλλης, και αυτή η σχετική ισορροπία δυνάμεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν μακροχρόνιο σεκταριστικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των σιιτών και των σουνιτών.

Ο Μάρκελλος Λιναίος είναι εκδότης. Το 2012 μετέφρασε, επιμελήθηκε και εξέδωσε στα Ελληνικά το βιβλίο του πρώην προέδρου του Ισραήλ Chaim Herzog «Οι Αραβοϊσραηλινοί Πόλεμοι».

Το 1920, μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ευρύτερη περιοχή της Μεγάλης Συρίας τέθηκε υπό γαλλική Εντολή κατόπιν απόφασης της Κοινωνίας των Εθνών. Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή σε έξι κρατίδια: της Δαμασκού, του Χαλεπίου, της Αλεξανδρέττας, των Αλαουιτών, των Δρούζων και του Λιβάνου. Το 1939 το κράτος της Αλεξανδρέττας προσαρτήθηκε από την Τουρκία. Το 1943, στα πλαίσια των σαρωτικών αλλαγών που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τα πέντε εναπομείναντα κράτη, πλην του Λιβάνου, συνενώθηκαν και συγκρότησαν τη Συρία, ενώ ο Λίβανος, με την υποστήριξη του Σαρλ Ντε Γκολ, ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

Η Συρία εξαρχής αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Λιβάνου, θεωρώντας ότι αποτελούσε ένα παρατύπως αποσχισθέν τμήμα του εθνικού κορμού της Μεγάλης Συρίας. Αυτό υπήρξε η γενεσιουργός αιτία μιας μακράς περιόδου έντασης μεταξύ των δύο χωρών, άλλοτε ψυχρής και άλλοτε θερμής, που κορυφώθηκε με τη στρατιωτική επέμβαση της Συρίας στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου.

Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου ξέσπασε το 1975 και κράτησε 25 χρόνια, έως το 1990. Οι ρίζες της παρατεταμένης και καταστροφικής αυτής εσωτερικής σύγκρουσης ανάγονται στο πολυσύνθετο θρησκευτικό μωσαϊκό του Λιβάνου, στο οποίο οι χριστιανοί αποτελούν το 41%, οι σουνίτες το 27%, οι αλαουίτες σιίτες το 27% και οι δρούζοι το 5%. Το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων και να καταπολεμήσει τις σεκταριστικές συγκρούσεις, βασίστηκε εξαρχής στην αρχή του κονφεσιοναλισμού. Έτσι, σύμφωνα με το λιβανικό Σύνταγμα, ο πρόεδρος της χώρας πρέπει να είναι χριστιανός μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός μουσουλμάνος σουνίτης, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αλαουίτης σιίτης και ο αντιπρόεδρος χριστιανός ορθόδοξος. Με τη συμφωνία του Ταΐφ του 1989, οι 128 έδρες του λιβανικού Κοινοβουλίου μοιράστηκαν ισότιμα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, και μετά την αποχώρηση των ισραηλινών (2000) και των συριακών δυνάμεων (2006) η χώρα επανέκτησε σταδιακά την πολιτική της σταθερότητα. Ωστόσο είναι αμφίβολο εάν οι δυναμικές θρησκευτικές και σεκταριστικές διαφορές του Λιβάνου θα μπορούσαν να αφομοιωθούν και να εκτονωθούν ομαλά εντός ενός εύρυθμου πολιτικού συστήματος εάν η χώρα δεν διήρχετο την οδυνηρή δοκιμασία ενός παρατεταμένου εμφυλίου, στον οποίο ενεπλάκησαν και ξένες δυνάμεις. Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου, που ξεκίνησε ως μια σύγκρουση μεταξύ της χριστιανικής Δεξιάς και της μουσουλμανικής Αριστεράς, σύντομα υπερέβη τα πολιτικά και σεκταριστικά του χαρακτηριστικά και μετατράπηκε σε έναν γενικευμένο πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, η φιλοϊρανική Χεζμπολά, το Ισραήλ και η Συρία.

Η Συρία εισέβαλε στον Λίβανο το 1976, με το πρόσχημα ότι θα ενεργούσε ως ειρηνευτική δύναμη για την επιβολή της κατάπαυσης του πυρός. Σύντομα όμως έγινε φανερό ότι η συριακή ειρηνευτική δύναμη ήταν στην πραγματικότητα μια δύναμη κατοχής, που επιδίωκε να μετατρέψει τον Λίβανο σε υποτελές κράτος. Η κατοχή μέρους του Λιβάνου από τη Συρία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του λιβανικού εμφυλίου και διήρκεσε συνολικά τριάντα χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο Λίβανος διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως για τις παρεμβάσεις της Συρίας στο πολιτικό του σύστημα, και κατηγόρησε ευθέως τον Άσαντ ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του σουνίτη Λιβανέζου πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Κατόπιν αυτού, υπό το βάρος των λιβανικών και των διεθνών πιέσεων, μεταξύ του 2005 και του 2006 η Συρία απέσυρε οριστικά τα στρατεύματά της από τον Λίβανο, και το 2008 τον αναγνώρισε ως ανεξάρτητο κράτος. Σήμερα, ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης του καθεστώτος του Άσαντ λόγω της συριακής εξέγερσης, η φορά του επεμβατισμού μεταξύ Συρίας και Λιβάνου φαίνεται πως έχει αντιστραφεί. Ο υιός του δολοφονηθέντος Ραφίκ Χαρίρι, Σαάντ, ο οποίος επίσης διετέλεσε πρωθυπουργός του Λιβάνου την περίοδο 2009-2011, έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ των Σύριων αντικαθεστωτικών και δεν διαψεύδει ότι τους εφοδιάζει με όπλα. Από την άλλη πλευρά η λιβανική Χεζμπολά υποστηρίζει ενεργά το καθεστώς του Άσαντ, ενισχύοντάς το με μαχητές.

Το θρησκευτικό μωσαϊκό της Συρίας προσομοιάζει με εκείνο του Λιβάνου, καθότι αποτελείται κατά 65% από Σουνίτες, κατά 13% από αλαουίτες σιίτες, κατά 10% από χριστιανούς, κατά 9% από Κούρδους και κατά 3% από δρούζους. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον αλαουίτη Χάφεζ αλ Άσαντ το 1970, η μειονοτική σιιτική σέκτα κατέστη κυρίαρχη στη Συρία – ένα φαινόμενο όχι ασύνηθες στον αραβικό κόσμο, καθότι κατά ανάλογο τρόπο είχε κυριαρχήσει στο Ιράκ η μειονοτική σουνιτική σέκτα του Σαντάμ Χουσεΐν. Έκτοτε τα ανώτερα κλιμάκια των ενόπλων δυνάμεων, των υπηρεσιών ασφαλείας και της δημόσιας διοίκησης της Συρίας στελεχώνονται σχεδόν αποκλειστικά από αλαουίτες. Η κυριαρχία της σιιτικής σέκτας στην κρατική δομή και τον στρατό της Συρίας όχι μόνο προσφέρει μεγαλύτερη συνοχή στο καθεστώς του Άσαντ, αλλά επιπλέον προσδίδει στην εξέγερση χαρακτηριστικά εμφύλιας σεκταριστικής σύγκρουσης, καθότι οι αντικαθεστωτικοί είναι σχεδόν αποκλειστικά σουνίτες. Ως εκ τούτου οι σιίτες, ακόμη και εκείνοι που δεν διάκεινται φιλικά προς το καθεστώς του Άσαντ, συσπειρώνονται όλο και περισσότερο γύρω του, διότι φοβούνται ότι σε περίπτωση επικράτησης των σουνιτών θα υποστούν βίαια αντίποινα και θα απολέσουν τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους.