Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί

Η μοίρα της νομισματικής ένωσης είναι στα χέρια τής Γερμανίας
Περίληψη: 

Αν η ευρωζώνη διασπαστεί, θα είναι μια καταστροφή που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Στο κάτω - κάτω, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη κάνει μεγάλες προσπάθειες για να ενισχύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της γηραιάς ηπείρου. Τώρα, η επιλογή βρίσκεται στη Γερμανία, η οποία μπορεί να σώσει τη νομισματική ένωση, εφόσον επιτρέψει πολιτικές που αποσκοπούν στην ελάφρυνση του χρέους και την ανάπτυξη, όχι απλώς να μειώνει τα ελλείμματα.

Ο SEBASTIAN MALLABY είναι βασικός συνεργάτης στην έδρα Paul A. Volcker για την Διεθνή Οικονομία στο Council on Foreign Relations και είναι συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο More Money Than God: Hedge Funds and the Making of a New Elite.

Πριν από δύο δεκαετίες, όταν το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα έφθασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, το ύστατο ερώτημα ήταν πόση προσπάθεια θα κάνει η Γερμανία, η οικονομική δύναμη της ηπείρου, για να το σώσει. Οι περιφερειακές οικονομίες ήταν πληγωμένες, καταβεβλημένες από μια νομισματική πολιτική που ήταν κατάλληλη για τη Γερμανία αλλά και πολύ αυστηρή για τις ασθενέστερες ευρωπαϊκές χώρες. Η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, η Bundesbank, έπρεπε να κάνει μια επιλογή. Θα μπορούσε να συνεχίσει να κρατά υψηλά τα επιτόκια, δεσμευόμενη κατά συνέπεια στη σταθερότητα των τιμών. Ή θα μπορούσε να μειώσει τα επιτόκια και να δεχθεί έναν μικρό πληθωρισμό - και έτσι να σώσει το υπόλοιπο της Ευρώπης από μια παρατεταμένη ύφεση.

Γνωρίζουμε ποια επιλογή έκανε τότε η Γερμανία. Η Bundesbank απέρριψε τις προτάσεις ότι θα έπρεπε να αποδεχθεί το ρίσκο του πληθωρισμού για το καλό της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι κερδοσκόποι ορθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή οδηγεί σε μια κοινή νομισματική πολιτική ανυπόφορη για τις ασθενέστερες οικονομίες της Ευρώπης. Και τον Σεπτέμβριο του 1992, ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών της γηραιάς ηπείρου, ένας πρόδρομος του σημερινού ευρώ, γκρεμίστηκε κάτω από την πίεση των επιθέσεων από τα hedge funds. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο κόσμος περιμένει μια νέα απάντηση στην ίδια ερώτηση. Πόσο μακριά θα πάει η Γερμανία για να κρατήσει την Ευρώπη ενωμένη;

Ο οικονομολόγος Ρούντιγκερ Ντόρνμπους (Rudiger Dornbusch) παρατήρησε ότι στα οικονομικά, οι κρίσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να φθάσουν σε σημείο αιχμής από ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι, και τότε εξελίσσονται γρηγορότερα από ό, τι νομιζόταν ότι θα μπορούσαν. Μέχρι τη στιγμή που διαβάζετε αυτό το κείμενο, η ευρωζώνη μπορεί να έχει διασπαστεί. Αλλά είτε έχει συμβεί είτε όχι, είτε συμβεί στο προσεχές μέλλον, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Από την αρχή της κρίσης, η Γερμανία είχε τη δύναμη να σώσει την νομισματική ένωση, αν ήθελε. Η διάλυση της Ένωσης μπορεί να είναι μια προαιρετική καταστροφή.

ΚΕΝΤΡΙΚΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ «ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ»

Για να γίνει κατανοητό το γιατί η αποτυχία του ευρώ θα μπορούσε να αποφευχθεί, πρέπει κανείς να συλλάβει αρχικά την τρομερή δύναμη των σημερινών κεντρικών τραπεζών. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι προηγμένες οικονομίες ήταν προσδεμένες στον κανόνα του χρυσού, που σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούσαν να τυπώσουν χρήματα σε απεριόριστες ποσότητες. Ομοίως, για σχεδόν όλα τα έτη από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η δύναμη της νομισματικής… τυπογραφίας έχει ελεγχθεί, πρώτα από μια αποδυναμωμένη εκδοχή του κανόνα του χρυσού και στη συνέχεια από το φόβο του πληθωρισμού. Αλλά ο συνδυασμός των νομισμάτων «Fiat» (σ.σ.: δηλαδή τα αδύναμα νομίσματα) και των οικονομιών που βρίσκονται σε ύφεση αλλάζει το παιχνίδι. Το χρήμα, που δεν συνδέεται πλέον με τον χρυσό ή οποιοδήποτε άλλο στιβαρό σημείο αγκύρωσης, μπορεί να δημιουργηθεί άμεσα, σε άπειρες ποσότητες, με μια εντολή των τεχνοκρατών. Και εφ 'όσον τα εργοστάσια έχουν πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και η ανεργία κρατά υπό έλεγχο τους μισθούς, είναι απίθανο να υπάρξει κάποιο σημαντικό κόστος από τον πληθωρισμό.

Φυσικά, οι κεντρικές τράπεζες είχαν την ίδια εξουσία τη δεκαετία του 1930, όταν ο κόσμος ήταν σε ύφεση και ο κανόνας του χρυσού είχε εγκαταλειφθεί. Αλλά δίστασαν να την χρησιμοποιήσουν, μια απόφαση που τεκμηριώθηκε και θρηνήθηκε από νομισματικούς ιστορικούς ξεκινώντας από τον Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και φθάνοντας ως τον Μπεν Μπερνάνκι (τον σημερινό πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ). Από το 2008, αντίθετα, οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι αποφασισμένοι να αποδείξουν ότι κατανοούν τα διδάγματα της ιστορίας. Σε εμφάνισή του στο Λόφο του Καπιτωλίου λίγο μετά την κήρυξη πτώχευσης της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers το 2008, ο ίδιος ο Μπερνάνκι ενημέρωσε τον Μπάρνι Φρανκ (Barney Frank), τότε πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Βουλής, ότι η Federal Reserve θα σταθεροποιήσει την ασφαλιστική AIG με κόστος πάνω από 80 δισεκατομμύρια δολάρια. «Έχετε 80 δισεκατομμύρια δολάρια;», ρώτησε ο Φρανκ. «Έχουμε 800 δισεκατομμύρια», απάντησε ο Μπερνάνκι. Στην πραγματικότητα, τον Δεκέμβριο του 2008, η Fed αφιέρωσε 1,5 τρισ. δολάρια σε χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης στις αγορές, ξεπερνώντας τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια του Ταμείου Διάσωσης που είχαν εγκριθεί από το Κογκρέσο μέσω του Προγράμματος Ανακούφισης Προβληματικών Κεφαλαίων (Troubled Asset Relief Program, TARP).

Οι κεντρικές τράπεζες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ενήργησαν με την ίδια αποφασιστικότητα. Για το μεγαλύτερο μέρος του 2011, η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης λογομαχούσε για τις λεπτομέρειες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ένα ταμείο διάσωσης παρόμοιο με το TARP με «δύναμη πυρός» 440 δισ. ευρώ. Τότε, μια μέρα τον περασμένο Δεκέμβριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρείχε 489 δισ. ευρώ για τις προβληματικές τράπεζες της γηραιάς ηπείρου και τον Φεβρουάριο του 2012 επανέλαβε αυτήν την ακροβασία, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά το ισοδύναμο δύο EFSFs από κοπανιστό αέρα μέσω της μαγείας της νομισματικής τυπογραφίας. Από την αρχή του 2007, η ΕΚΤ έχει αγοράσει χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,7 τρισεκατομμυρίων ευρώ, διευρύνοντας το χαρτοφυλάκιό της από 13% σε πάνω από 30% επί του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει τυπώσει αρκετά χρήματα για να αυξήσει τον χάρτινο πλούτο της κατά ένα ποσό που υπερβαίνει την αξία του ελληνικού ΑΕΠ οκτώ ετών.