Μην κάνετε στην Τεχεράνη ό,τι και στην Βαγδάτη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μην κάνετε στην Τεχεράνη ό,τι και στην Βαγδάτη

Πώς θα αποφευχθεί η επανάληψη της ιρακινής πανωλεθρίας
Περίληψη: 

Στην πορεία προς τον πόλεμο στο Ιράκ, η διπλωματία και οι επιθεωρήσεις για όπλα έγιναν «εργαλείο» προς μια κατάληξη: την οικοδόμηση ενός casus belli. Αυτό ήταν λάθος τότε και γίνεται επίσης το ίδιο και τώρα.

Ο ROLF EKÉUS, πρώην πρέσβης της Σουηδίας στις ΗΠΑ, ήταν Εκτελεστικός Πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ για το Ιράκ από το 1991 ως το 1997.
Η MÅLFRID BRAUT-HEGGHAMMER είναι συνεργάτης στο Τμήμα Νέων Stanton για την Πυρηνική Ασφάλεια στο Κέντρο Διεθνούς Ασφάλειας και Συνεργασίας του Πανεπιστημίου Stanford.

Ο πόλεμος στο Ιράκ μπορεί να φαίνεται σαν ένα ζήτημα του παρελθόντος. Όμως, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την εκκίνηση των μαχών, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους χρησιμοποιούν πολιτικές για την αντιμετώπιση της πρόκλησης του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν που είναι παράξενα παρόμοιες με εκείνες που ακολουθούσαν στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την Επιχείρηση Διαρκής Ειρήνη (Operation Enduring Freedom). Ακριβώς όπως έκαναν με τον Σαντάμ Χουσεΐν, οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει οικονομικές κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση και χαμηλού επιπέδου βία για να αποδυναμώσουν το ιρανικό καθεστώς και να το αποτρέψουν από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, με τον μακροπρόθεσμο στόχο της αλλαγής του καθεστώτος. Στο Ιράκ, και φαινομενικά τώρα στο Ιράν, η διπλωματία και οι επιθεωρήσεις έγιναν το μέσο για μια συγκεκριμένη κατάληξη: την δημιουργία ενός casus belli. Η στρατηγική απέτυχε παταγωδώς στο Ιράκ πριν από μια δεκαετία. Κατά πάσα πιθανότητα θα αποτύχει επίσης και στο Ιράν.

Αυτό δεν γράφεται για να υποστηριχθεί ότι το Ιράν δεν αποτελεί απειλή. Η Τεχεράνη έχει φτάσει στο όριο του να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Τον Αύγουστο, μια έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) ανέφερε ότι η χώρα έχει 2.100 φυγοκεντρωτές σε ένα υπόγειο χώρο και έχει εντείνει την παραγωγή πυρηνικών καυσίμων. Για να περιοριστεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τα ενδιαφερόμενα κράτη έχουν εφαρμόσει όλο και περισσότερο σοβαρές οικονομικές κυρώσεις κατά της ιρανικής Κεντρικής Τράπεζας και του πετρελαϊκού του τομέα, πραγματοποιώντας κυβερνο-επιθέσεις σε ιρανικές συσκευές φυγοκέντρησης, και προχωρώντας σε στοχευμένες δολοφονίες Ιρανών επιστημόνων και μηχανικών. Εν τω μεταξύ, στην Ιερουσαλήμ και την Ουάσιγκτον, οι ιθύνοντες φαίνεται να ευθυγραμμίζουν τα χρονικά τους περιθώρια για μια προληπτική επίθεση [http://nyti.ms/QphdvD]. Στα Ηνωμένα Έθνη, στις αρχές Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου υποστήριξε την θέσπιση μιας «κόκκινης γραμμής» για την διάδοση των πυρηνικών του Ιράν: Σε περίπτωση που το Ιράν εμπλουτίσει ουράνιο πέρα από ένα ορισμένο σημείο, προέτρεψε, ο κόσμος να συμφωνήσει να επιτεθεί. Ευρωπαίοι διπλωμάτες χαρακτήρισαν την ομιλία του παρόμοια με εκείνη του πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Κόλιν Πάουελ στα Ηνωμένα Έθνη το 2003, αν και με χαμηλότερης ποιότητας γραφικές απεικονίσεις…

Όμως, το να κάνει κανείς έκκληση για πόλεμο ενώ εντείνει την πίεση στο Ιράν, χωρίς να καθορίζει με σαφήνεια τα βήματα που θα μπορούσε να κάνει η Τεχεράνη για να εκτονώσει την ένταση, αφαιρεί κάθε κίνητρο από το Ιράν για να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η εχθρότητα των δυτικών χωρών είναι πιθανό να καταστήσει δυσχερέστερο για τους μετριοπαθείς Ιρανούς να χαλιναγωγήσουν το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Και, μακροπρόθεσμα, η Τεχεράνη θα αμφισβητεί όλο και περισσότερο το κατά πόσον το Ιράν θα πρέπει να παραμείνει εντός της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών ενώ αντιμετωπίζει οικονομικές κυρώσεις, βία και απομόνωση. Χωρίς ανθρώπους επιτόπου, άλλωστε, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εκτιμηθεί η πραγματική πρόοδος της Τεχεράνης προς το κατώφλι των πυρηνικών όπλων. Ο κόσμος θα μπορούσε να χάσει την δημιουργία μιας ιρανικής δυνατότητας απεμπλοκής ή αλλιώς να κάνει ένα ακόμα σοβαρό λάθος με έναν αδικαιολόγητο πόλεμο.

ΑΦΟΠΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΑΝΤΑΜ

Στο τέλος του πολέμου στον Περσικό Κόλπο το 1991, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ περιέγραψε τους όρους της κατάπαυσης του πυρός μεταξύ του Ιράκ και της υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχίας. Το ψήφισμα 687 υποχρέωσε το Ιράκ να δεχθεί την καταστροφή όλων των χημικών και βιολογικών του όπλων, όλον τον σχετικό εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις, καθώς και όλα τα υλικά για πυρηνικά όπλα υπό την εποπτεία διεθνών επιθεωρητών. Το Ιράκ έπρεπε επίσης να δεχθεί την καθιέρωση ενός καθεστώτος διεθνούς ελέγχου που θα μπορούσε να επαληθεύσει ότι το Ιράκ δεν είχε διατηρήσει ή αποκτήσει πυρηνικά, χημικά ή βιολογικά όπλα. Σε αντάλλαγμα, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το Ιράκ είχε τηρήσει τις υποσχέσεις του, θα προχωρούσε στην άρση του οικονομικού και εμπορικού (συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων) εμπάργκο που το ψήφισμα 661 του ΟΗΕ είχε επιβάλλει τον Αύγουστο του 1990. Το Ιράκ αποδέχθηκε επίσημα τη συμφωνία.

Μεταξύ 1991 και 1997, το Ιράκ προχώρησε σταθερά προς τον αφοπλισμό. Ακόμη και όταν ενεργούσαν έτσι, φυσικά, οι Ιρακινοί ηγέτες δοκίμαζαν την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας και συχνά εμπόδιζαν τους επιθεωρητές. Όμως, το καθεστώς ήταν αποφασισμένο να κάνει τα Ηνωμένα Έθνη να άρει τις κυρώσεις και συνειδητοποίησε ότι η διεθνής κοινότητα θα παρέμενε δεσμευμένη στην επιβολή των όρων κατάπαυσης του πυρός. Έτσι, μεταξύ 1995 και 1997, το Ιράκ συνεργάστηκε πιο διεξοδικά. Από τους πρώτους μήνες του 1997, το Ιράκ είχε ολοκληρώσει τη φάση του αφοπλισμού της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και τα Ηνωμένα Έθνη είχαν αναπτύξει ένα σύστημα παρακολούθησης για την ανίχνευση τυχόν παραβιάσεων του Ιράκ στις υποχρεώσεις μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Σε αυτό το σημείο, αρκετά μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας υποστήριξαν ότι είχε έρθει η ώρα να προβούν σε πλήρη επανεξέταση της προόδου του Ιράκ στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την άρση των κυρώσεων. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν μια διαφορετική στάση. Την άνοιξη του 1997, η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ σε μια ομιλία της στο Πανεπιστήμιο Georgetown δήλωσε ότι ακόμα και αν οι διατάξεις της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός συμπληρώνονταν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα συμφωνούσαν στην άρση των κυρώσεων, εκτός εάν ο Σαντάμ είχε απομακρυνθεί από την εξουσία.