Πώς η Ιρλανδία ξαναβρήκε τον δρόμο της | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η Ιρλανδία ξαναβρήκε τον δρόμο της

Το νέο πρόσωπο της λιτότητας ξεγελά την αγορά
Περίληψη: 

Για πρώτη φορά, η Ιρλανδία προβάλλεται ως χώρα που μπορεί να την εμπιστευτεί κανείς και εφαρμόζει επώδυνα μέτρα λιτότητας με σκοπό να βάλε σε τάξη τα δημοσιονομικά της, κάτι που θα της επιτρέψει να δανείζεται χρήματα παρά τα πολλά οικονομικά προβλήματα της. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι μπορούν να κάνουν το ίδιο και άλλες υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης.

O STEPHEN KINSELLA είναι Λέκτορας Οικονομικών στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Kemmy στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ.

Οι Ιρλανδοί έχουν μια έκφραση, «to put on the poor mouth» (σ.σ.: σε ελεύθερη μετάφραση «να κλαίγεται») - που σημαίνει να υπερβάλλει κάποιος για την σοβαρότητα της κατάστασής του, ώστε να κερδίζει τη συμπάθεια, τη φιλανθρωπία και ίσως την ανοχή. Στον απόηχο της κατάρρευσης της κατασκευαστικής «φούσκας» της Ιρλανδίας το 2007, η χώρα έκανε ακριβώς αυτό και έλαβε ένα πακέτο δανείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), που θα διαρκέσει μέχρι το 2014. Για χρόνια, το Δουβλίνο είχε προσπαθήσει να ευνοηθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές, υποστηρίζοντας κατ' ιδίαν ότι θα αμελούσε τα δάνεια της αν δεν υπήρχε συμφωνία σχετικά με τα 64 δισεκατομμύρια ευρώ του τραπεζικού χρέους, το οποίο είχαν αυξήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Επιτέλους, η Ιρλανδία αρχίζει να προχωράει χωρίς να «κλαίγεται». Ο πρωθυπουργός της χώρας, ο Έντα Κέννυ, πρόσφατα κοσμούσε το εξώφυλλο του Time, συνοδευόμενος από τον τίτλο «Η επιστροφή των Κελτών», και οι Financial Times ονόμασαν των Ιρλανδό υπουργό Οικονομικών έναν από τους καλύτερους στην Ευρώπη. Οι μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας μπορεί να δανειστούν και πάλι από την ελεύθερη αγορά. Τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων της Ιρλανδίας - θεωρούνται βασικοί δείκτες της πιθανότητας αθέτησης των υποχρεώσεων - έχουν ραγδαία πτώση. Οι οίκοι αξιολόγησης, όπως η Moody και η Fitch έχουν αναβαθμίσει τις προοπτικές για τη χώρα και για ορισμένες από τις τράπεζες της.

Η ανάκαμψη φαινόταν να έχει σχεδόν ολοκληρωθεί το περασμένο καλοκαίρι, όταν η κυβέρνηση πραγματοποίησε δύο επιτυχημένες δημοπρασίες κρατικών ομολόγων και προγραμμάτισε πολλές άλλες για το επόμενο έτος. Μέχρι τα τέλη του 2013 ή τις αρχές του 2014, η Ιρλανδία δεν θα πρέπει πλέον να χρειάζεται τη βοήθεια που έχει λάβει από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται αργά με όρους ΑΕΠ, αλλά αυτό απέχει πολύ από την κατάρρευση. Οι εξαγωγές έχουν οδηγήσει στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανάπτυξης, χάρη στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που έχει πέσει ταχύτερα από οποιασδήποτε άλλης χώρας στην Ευρώπη. Οι ιρλανδικές τράπεζες μειώνουν το χρέος τους (απομοχλεύονται) - κυρίως απορρίπτοντας τα επισφαλή δάνεια - ώστε να συρρικνώσουν τους ισολογισμούς τους σε ένα πιο διαχειρίσιμο μέγεθος. Η Ιρλανδία εξακολουθεί να είναι ένας παράδεισος για τις πολυεθνικές εταιρείες που ψάχνουν για χαμηλή φορολογία και ένα ευέλικτο, νεαρό, ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Μόλις η απειλή μιας οριστικής αθέτησης πέρασε και οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να ανακάμπτουν, οι διεθνείς επενδυτές άρχισαν να αγοράζουν ακίνητα εκεί. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, δεν υπήρξαν σημαντικές δημόσιες διαμαρτυρίες ή κοινωνικές ταραχές.

Οι υποστηρικτές της λιτότητας έχουν κρίνει την Ιρλανδία ως το πρότυπο για την δική τους ατζέντα. Πράγματι, η χώρα έχει βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της, αυξάνοντας τους φόρους και περικόπτοντας τις δαπάνες. Όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία, όπως δήλωσε το Μάιο ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ, Ζαν- Κλοντ Τρισέ, «Η Ελλάδα έχει ένα πρότυπο. Και αυτό το πρότυπο είναι η Ιρλανδία».

Και όμως, η εγχώρια ζήτηση έχει παραμείνει σε χαμηλό επίπεδο και η κυβέρνηση πρέπει ακόμα να βρει 18 δισεκατομμύρια ευρώ για να τα περικόψει από τους επόμενους τρεις προϋπολογισμούς της. Η συνολική παραγωγή της χώρας ανέρχεται σε περίπου 160 δισ. ευρώ - περίπου 1,5% μόνο της συνολικής παραγωγής των Ηνωμένων Πολιτειών. Το χρέος της Ιρλανδίας ως προς το ΑΕΠ έχει φθάσει σε ένα εντυπωσιακό 108% και αναμένεται να αυξηθεί στο 122% μέχρι το 2014, κάνοντας την αθέτηση χρέους μια πραγματική πιθανότητα. Η αναλογία του χρέους των νοικοκυριών προς το διαθέσιμο εισόδημα ανέρχεται στο 210%, πολύ υψηλότερο από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη αναπτυγμένη χώρα. Σχεδόν το 15% του ιρλανδικού κόσμου είναι χωρίς δουλειά, με περισσότερους από τους μισούς να είναι άνεργοι για πάνω από ένα χρόνο. Το κράτος έχει χορηγήσει περισσότερα από 64 δισεκατομμύρια ευρώ στις προβληματικές τράπεζες, οι οποίες εξακολουθούν να αρνούνται να δανείσουν. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι προοπτικές για μια ισχυρή ανάκαμψη φαίνεται αδύνατη. Ακόμη και αν η ζήτηση ανακάμψει «αύριο», η Ιρλανδία θα εξακολουθεί να έχει να ξεπληρώσει τεράστια ποσά χρέους, κάτι που θα εμποδίσει την ανάπτυξη στο άμεσο μέλλον. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία μπορεί να έχει επιτύχει μόνο το ήμισυ των δεικτών στη χαμένη δεκαετία της.

Γιατί λοιπόν οι αγορές εξακολουθούν να πιστεύουν στην Ιρλανδία; Αρχικά, όταν πρόκειται για το χρέος και την αποτυχία, η Ιρλανδία συχνά συγκρίνεται με τους διασωσμένους» στην περιφέρεια της Ευρώπης, όπως την Ουγγαρία, την Ελλάδα, την Λετονία, την Λιθουανία και την Πορτογαλία. Σε σύγκριση με αυτές τις περιπτώσεις, η Ιρλανδία είναι σε μια εντελώς διαφορετική θέση. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα, αλλά στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος.

Δεύτερον, ένα μεγάλο μέρος της σταθεροποίησης των επιτοκίων που απαιτείτο για το ιρλανδικό χρέος σε σχέση με εκείνο των ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών, προέρχεται από τις ιρλανδικές τράπεζες, οι οποίες αγοράζουν κρατικό χρέος στρεφόμενες ξανά σε μεροληπτικές εγχώριες επενδύσεις. Με άλλα λόγια, αντί να επενδύουν σε όλο τον κόσμο, οι τράπεζες της Ευρώπης κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους προς τις εγχώριες αγορές, τονώνοντας τη ζήτηση για τα ομόλογα των χωρών τους.

Τέλος, οι αγορές υποθέτουν ότι η ιρλανδική κοινή γνώμη θα αποδεχθεί τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας και θα υποφέρει σιωπηλά, όπως έχει κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια. Ακόμα και τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ εγγυημένων και μη εγγυημένων ομολόγων αποπληρώθηκαν, με τη χρήση μελλοντικών φορολογικών εσόδων, οι Ιρλανδοί δεν βγήκαν στους δρόμους. Οι Αρχές, όσο κι αν η λιτότητα ήταν δυσάρεστη, κατάφεραν να αποφύγουν τις έντονες δημόσιες διαμαρτυρίες και τα χειρότερα έχουν ήδη περάσει. Τα 8,1 δισεκατομμύρια ευρώ από τις περικοπές δαπανών και τις φορολογικές αυξήσεις αναμένεται να γίνουν κατά τα επόμενα δύο χρόνια, ωχριούν σε σύγκριση με τα 25,1 δισεκατομμύρια ευρώ περικοπών και αυξήσεων φόρων που η χώρα έχει ήδη υποστεί.