Πώς τα χημικά όπλα έγιναν ταμπού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς τα χημικά όπλα έγιναν ταμπού

Και γιατί η Συρία δεν θα υπερβεί τα εσκαμμένα

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας έχει ήδη στοιχίσει πάνω από 60.000 ζωές. Ωστόσο, δεν είναι αυτοί οι θάνατοι – αν και τραγικοί- αλλά η χρήση των χημικών όπλων που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει ως το όριο πέρα από το οποίο η συμπεριφορά του συριακού καθεστώτος θα γίνει μη ανεκτή. «Η χρήση των χημικών όπλων είναι και θα είναι εντελώς απαράδεκτη», είπε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, απευθυνόμενος στον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ- Άσαντ, στις 3 Δεκεμβρίου 2012. «Αν κάνετε το τραγικό λάθος να χρησιμοποιήσετε τα όπλα αυτά, θα υπάρξουν συνέπειες και θα λογοδοτήσετε». Την ίδια μέρα, η υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, έκανε εξίσου σοβαρές προειδοποιήσεις, δηλώνοντας ότι η χρήση χημικών όπλων «αποτελεί κόκκινη γραμμή για τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Τώρα, με εκθέσεις που βγάζουν στην επιφάνεια ότι το συριακό καθεστώς μπορεί να χρησιμοποίησε μια ουσία γνωστή ως «Agent 15» (ένα παραισθησιογόνο χημικό) σε μια επίθεση τον περασμένο Δεκέμβριο, αξίζει να εξεταστεί γιατί χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει την χρήση χημικών όπλων εντελώς απαράδεκτη - και τι θα σήμαινε αν η Ουάσιγκτον δεν περιοριζόταν στα λόγια και ανταποκρινόταν στην επίθεση του Άσαντ με σοβαρά αντίποινα.

Εδώ χρειάζεται λίγη ιστορία. Η Συνθήκη για τα Χημικά Όπλα (Chemical Weapons Convention , CWC), η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1997, απαγορεύει όχι μόνο την χρήση χημικών όπλων αλλά και την παραγωγή, την κατοχή και την μεταφορά τους. Με υποστήριξη από 188 χώρες σε όλον τον κόσμο, η CWC είναι μια από τις πιο ευρέως τηρούμενες διεθνείς συνθήκες και έχει δημιουργηθεί για να συμβολίσει την ιδέα ότι είναι δυνατόν να «εκπολιτιστεί» η διεξαγωγή του πολέμου - προφανώς ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Η CWC σηματοδότησε την κορύφωση της διπλωματίας που καταδικάζει τα χημικά όπλα για περισσότερο από έναν αιώνα και, καθώς κυλά ο χρόνος, η χρήση, ακόμα και η κατοχή, των όπλων αυτών έγινε ένα διεθνές ταμπού. Αυτή η παράδοση στηρίζει την πρόσφατη δήλωση της Κλίντον ότι «η συμπεριφορά του καθεστώτος του Άσαντ είναι κατακριτέα. Οι ενέργειες εναντίον τού ίδιου τού λαού του ήταν τραγικές», και όπως συνέχισε, «αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, μεταξύ της φρίκης που έχει ήδη υποστεί ο συριακός λαός και της κίνησης προς αυτό που θα ήταν ένα διεθνώς καταδικαστέο βήμα: της χρήσης των χημικών όπλων».

Γιατί τα χημικά όπλα χαρακτηρίστηκαν ως τόσο απαράδεκτα; Οι παρατηρητές συνήθως ερμήνευαν αυτό το ταμπού με εικασίες, ότι οι άνθρωποι είτε διατηρούν έναν μοναδικό φόβο για τα δηλητήρια, είτε ότι τα χημικά όπλα δεν είναι χρήσιμα στις ένοπλες δυνάμεις. Αλλά αυτές οι θεωρίες δεν στηρίζονται σε κάποια έρευνα. Από την βαλλίστρα ως το πυροβόλο και το υποβρύχιο, πολλές νέες οπλικές τεχνολογίες κατά την διάρκεια της ιστορίας έχουν τύχει υποδοχής με διαμαρτυρίες ότι αγγίζουν το όριο της αποδεκτής συμπεριφοράς, ακόμα και σε πόλεμο. Επιπλέον, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αμερικανική Λεγεώνα υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα τα δηλητηριώδη αέρια ήταν ένα από τα πιο ανθρωπιστικά όπλα πολέμου, προτιμότερα από τα εκρηκτικά και τις ξιφολόγχες, τα οποία συχνά αφήνουν επιζώντες ακρωτηριασμένους να υποφέρουν από τρομακτικές λοιμώξεις. Αυτό που ενδυνάμωσε την προσοχή του κόσμου, ώστε να προσπαθήσουν να απαγορεύσουν αυτά τα όπλα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ο φόβος ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με καταστροφικά θανατηφόρα αποτελέσματα κατά του άμαχου πληθυσμού – ιδίως στους μελλοντικούς πολέμους, στους οποίους η αεροπορική ισχύς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταστρέψει μεγάλες πόλεις.

Το γεγονός αυτό υποσκάπτει την παραδοχή ότι οι ένοπλες δυνάμεις έχουν αποφύγει τα χημικά όπλα επειδή πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τους φανούν χρήσιμα. Η προσπάθεια να αποτραπεί η χρήση τους ξεκίνησε, στην πραγματικότητα, με την Συνθήκη της Χάγης το 1899, που απαγόρευσε την χρήση των βλημάτων που απελευθέρωναν «ασφυξιογόνα ή επιβλαβή αέρια». Παρατηρώντας την ευρεία και καταστροφική χρήση των χημικών όπλων κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι διπλωμάτες συμφώνησαν στο Πρωτόκολλο της Γενεύης του 1925, που διεύρυνε την απαγόρευση όχι μόνο των βλημάτων, αλλά και κάθε «ασφυξιογόνου, δηλητηριώδους ή άλλου αερίου». Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ούτε οι σύμμαχοι ούτε οι Γερμανοί εξαπέλυσαν χημικά όπλα στην πρώτη γραμμή ή σε εκστρατείες βομβαρδισμού εναντίον πόλεων. (Και οι δύο πλευρές εκτιμάται ότι δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένες για την έναρξη του χημικού πολέμου και φοβήθηκαν τα αμοιβαία αντίποινα). Είναι σημαντικό, ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές περιορίζονταν επίσης από κανόνες και νόμους που είχαν ήδη ξεχωρίσει τους χημικούς παράγοντες εκτός από τους άλλους τύπους όπλων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Φράνκλιν Ρούσβελτ, για παράδειγμα, ήταν σθεναρά αντίθετος με την χρήση αερίων στον πόλεμο. Ήταν δύσκολο για τους στρατιωτικούς ηγέτες να ιδιοποιηθούν ένα όπλο το οποίο η Ουάσιγκτον είχε δεσμευτεί να μην χρησιμοποιήσει πρώτη, παρά τις κάποιες εκτιμήσεις σχετικά με την ενδεχόμενη χρησιμότητά του στο πεδίο μάχης. Ο Αμερικανός στρατηγός Alden H. Waitt υποστήριξε ότι «το αέριο είναι το πλέον υποσχόμενο από όλα τα όπλα για να αντιμετωπίσει την άμυνα στις σπηλιές», την οποία οι Ιάπωνες χρησιμοποίησαν με τόσο βάναυση αποτελεσματικότητα κατά την διάρκεια του πολέμου στον Ειρηνικό).

Με άλλα λόγια, το ταμπού κατά των χημικών όπλων είναι και πάντα υπήρξε σαφώς ένας ηθικός και πολιτικός περιορισμός στον πόλεμο, απαιτώντας συνεχή ενίσχυση. Το γεγονός ότι υπήρξε μια συσσωρευμένη ιστορία μη χρήσης – όποιοι και αν ήταν οι λόγοι- έχει καταλήξει να αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της αίσθησης ότι τα χημικά όπλα είναι ταμπού. Οι συζητήσεις στο Κογκρέσο των ΗΠΑ για την χρήση χημικών όπλων από τον πρόεδρο του Ιράκ, Σαντάμ Χουσεΐν, κατά του Ιράν στην δεκαετία του 1980 αποδεικνύουν αυτό ακριβώς: σημειώθηκε τότε ότι τα χημικά όπλα πρέπει να είναι τρομερά, γιατί ακόμη και ο Χίτλερ αρνήθηκε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον των Συμμάχων, Φυσικά, κανείς από όσους συμμετείχαν σε αυτές τις συζητήσεις δεν γνώριζε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο η ναζιστική Γερμανία δεν εξαπόλυσε χημικά όπλα κατά των συμμαχικών πόλεων και στρατιωτών στα μέτωπα (και αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ναζί δεν είχαν κανένα ενδοιασμό σχετικά με την χρήση δηλητηριώδους αερίου για να σκοτώσουν Εβραίους και άλλους κατά την διάρκεια του Ολοκαυτώματος). Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία. Εκείνη την εποχή, το εξέχον γεγονός ήταν ότι τα χημικά όπλα πρέπει να είναι ιδιαίτερα φοβερά αφού ακόμη και ο Χίτλερ τα απέφυγε.

Ο πόλεμος Ιράν - Ιράκ απέδειξε την ανθεκτικότητα του ταμπού. Όταν το Ιράκ χρησιμοποίησε για πρώτη φορά χημικά όπλα κατά του Ιράν το 1982 - μια κίνηση απελπισίας για να προσπαθήσει να γυρίσει την τάση ενός προφανώς χαμένου πολέμου - η διεθνής αντίδραση ήταν υποτονική. Ενθαρρυμένος, ο Σαντάμ έστρεψε το χημικό οπλοστάσιό του εναντίον των Κούρδων. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο Σαντάμ άρχισε τη χρήση των χημικών όπλων σταδιακά - κάνοντας βαθμιαία μετάβαση από τα μη θανατηφόρα δακρυγόνα στα αέρια «μουστάρδας» και μόνο μετά από επανειλημμένες προειδοποιήσεις- που δείχνει μια σημαντική συνειδητοποίηση ότι υπήρχε η δυνατότητα διεθνούς αντίδρασης. Επιπλέον, ακόμη και όταν ο Σαντάμ προχωρούσε στην χρήση χημικών όπλων, ηρνείτο να το παραδεχτεί. Αυτή η συμπεριφορά ενισχύει πραγματικά την αντίληψη ότι τα χημικά ήταν πολιτικά ευαίσθητο θέμα.

Παρά το γεγονός ότι ο Σαντάμ ήταν σε θέση την γλιτώσει με την χρήση χημικών όπλων βραχυπρόθεσμα, αυτό το τελευταίο σημαντικό επεισόδιο πολεμικής χρήσης χημικών ενίσχυσε το ταμπού σε μακροπρόθεσμη βάση. Τελικά, η διεθνής κοινότητα αντέδρασε στις ενέργειες του Σαντάμ με την σύναψη της CWC, η οποία υπεγράφη το 1993 και επέκτεινε την απαγόρευση χρήσης, κατοχής παραγωγής και μεταφοράς χημικών όπλων. Καθ΄ όλη την δεκαετία του 1990, η επιβολή από τα Ηνωμένα Έθνη ενός παρεμβατικού καθεστώτος στην επιθεώρηση των όπλων στο Ιράκ, εδραίωσε περισσότερο την φήμη των χημικών παραγόντων ως «όπλα μαζικής καταστροφής».

Ο κόσμος έχει διανύσει πολύ δρόμο από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά η πρόοδος δεν ήταν ισόρροπη. Η Συρία δεν έχει ενταχθεί στην CWC, επιμένοντας ότι δεν θα εγκαταλείψει «την βόμβα των φτωχών», μέχρι το Ισραήλ να αποσύρει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να ενταχθεί στην Συνθήκη μη Διάδοσης των Πυρηνικών. (Η Αίγυπτος έχει επίσης αντισταθεί στο να ενταχθεί στην CWC για παρόμοιους λόγους). Αυτά τα κράτη υποστηρίζουν ότι τα όπλα μαζικής καταστροφής της επιλογής τους είναι ηθικά ισοδύναμα με τα πυρηνικά όπλα, αλλά οι πυρηνικές δυνάμεις έχουν απορρίψει το σκεπτικό τους. Με όλες τις μεγάλες δυνάμεις να παρατάσσονται ενάντια στην χρήση των χημικών όπλων, η Συρία και άλλες χώρες που δεν έχουν υπογράψει είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι ανίκανες να καταστρέψουν το ταμπού.

Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί με φρίκη την κατάσταση να εξελίσσεται στην Συρία, είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι το καθεστώς του Άσαντ δεν απελευθερώνει αέρια «μουστάρδας», σαρίν ή άλλα παρόμοια, λες και αυτό καθιστά το παιχνίδι δίκαιο. Στην πραγματικότητα, υπό το φως των αντιδράσεων σε πρόσφατες εκθέσεις που ισχυρίζονται ότι έχει γίνει περιορισμένη χρήση ενός παραισθησιογόνου χημικού από το καθεστώς Άσαντ, το ταμπού κατά των χημικών όπλων πιθανότατα θα ενισχυθεί- και η ηθική «θηλιά» γύρω από ένα από τα πολλά μέσα καταστροφής της ανθρωπότητας θα σφίξει.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/138771/richard-price/how-chemical...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr