Ελβετικό θαύμα; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ελβετικό θαύμα;

Πέρα από την σοκολάτα, το τυρί και τις τράπεζες
Περίληψη: 

Ολόκληρη η Ευρώπη φαίνεται να είναι σε οικονομική και πολιτική κρίση. Αλλά υπάρχει μια μικρή περιοχή ηρεμίας στον πυρήνα της ηπείρου: η Ελβετία. Παρά το γεγονός ότι πολλά από αυτά που κάνουν την χώρα επιτυχημένη δεν θα υιοθετούνταν από την υπόλοιπη Ευρώπη, τα τμήματα του πολιτικού πλαισίου που ενθαρρύνουν την λαϊκή νομιμοποίηση θα βοηθούσαν - και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό - στην επίλυση των προβλημάτων άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Ο ROLAND BENEDIKTER [1] είναι καθηγητής του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Ερευνών για την Διακλαδική Πολιτική Ανάλυσης και Πολιτική Πρόβλεψη στο Κέντρο Orfalea για τις Παγκόσμιες και Διεθνείς Σπουδές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στη Σάντα Μπάρμπαρα. Είναι επίσης επιστημονικός ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Κέντρο του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών Freeman Spogli του πανεπιστημίου Στάνφορντ.
Ο LUKAS KAELIN [2] είναι επισκέπτης συνεργάτης στο Ευρωπαϊκό Κέντρο του Πανεπιστημίου Στάνφορντ και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

Από την Ιρλανδία έως την Κύπρο, ολόκληρη η Ευρώπη φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη στην οικονομική και πολιτική κρίση. Αλλά υπάρχει μια μικρή περιοχή ηρεμίας στον πυρήνα της ηπείρου: η Ελβετία.

Το μυστικό της Ελβετίας είναι ότι αποτελεί μέλος της Ευρώπης - και ταυτόχρονα δεν είναι. Από τη μία πλευρά, έχει υπογράψει την Συνθήκη Σένγκεν, και ως εκ τούτου εκχώρησε την προστασία των συνόρων της την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με χώρες της ΕΕ από το 1972. Ως εκ τούτου, στέλνει το 60% των εξαγωγών της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και πραγματοποιεί το 80% των εισαγωγών της από αυτήν. Η χώρα είναι μέλος του Ενιαίου Χώρου Πληρωμών Ευρώ (Single Euro Payments Area, SEPA), ο οποίος ενοποιεί την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική βιομηχανία, και το νόμισμά της είναι συνδεδεμένο σταθερά με το ευρώ από το 2011. Ταυτόχρονα, όμως, η Ελβετία δεν είναι μέρος της ηπείρου: δεν ανήκει ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε στην ευρωζώνη, οπότε ακολουθεί τη δική της δημοσιονομική πολιτική και παραμένει οικονομικά και πολιτικά ανεξάρτητη.

Η μέση οδός της Ελβετίας είναι πιθανόν ο λόγος για τον οποίο η χώρα τα έχει πάει τόσο καλά. Μεταξύ του 2007 και του πρώτου τριμήνου του 2012, η οικονομία της αναπτύχθηκε με σταθερό ρυθμό 2% - 3% ανά έτος, με μια μικρή επιβράδυνση στο 1,9% κατά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2009. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε επίσης ελαφρώς κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2012, αλλά αναμένεται να αυξηθεί και πάλι κατά περισσότερο από 1% το 2013. Επιπλέον, η κυβέρνηση είναι απίστευτα σταθερή. Η βασική ισορροπία των κομμάτων στην εκτελεστική εξουσία έχει παραμείνει σταθερή τα τελευταία 50 χρόνια.

Η επιτυχία της Ελβετίας έρχεται σε αντίθεση με τους αγώνες πολλών από τους γείτονές της, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι σε βαθιά ύφεση, να αντιμετωπίζουν βαθείς κοινωνικούς διχασμούς και έχουν κυβερνήσεις που αγωνίζονται να παραμείνουν στην εξουσία. Το γεγονός αυτό και μόνο θα πρέπει να κάνει το «ελβετικό φαινόμενο» αντικείμενο διεθνούς μελέτης. Όμως, μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει. Ο κόσμος μόνο περιστασιακά συζητάει σχετικά με αυτό το περίκλειστο «νησί των ευλογημένων» στην μέση της Ευρώπης. Και ακόμα και τότε, οι ιστορίες θα αφορούν κυρίως ηθικά προβληματικά τραπεζικά μυστικά ή την επιβολή των διεθνών αυστηρών νομικών κανονισμών για εταιρείες που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο στην Ελβετία από αυτό. Κάτω από την σχετική επιτυχία της χώρας βρίσκεται ένα μοναδικό πολιτικό σύστημα, ορισμένα στοιχεία του οποίου η Ευρώπη θα έπρεπε να υιοθετήσει.

Στη ρίζα τους, τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Ευρώπης προκύπτουν από μια κρίση νομιμοποίησης. Στην Ευρώπη, η κοινή οικονομική ζώνη και το νόμισμα δημιουργήθηκαν χωρίς μια συνοδευτική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Και η ίδια η Ένωση ελέγχει λιγότερο από το 2% των εθνικών ΑΕΠ των 27 κρατών μελών της ΕΕ και ως εκ τούτου είναι σε μεγάλο βαθμό μη λειτουργικές. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν διατηρήσει τη νομιμοποίησή τους, αλλά είναι δεσμευμένες σε μια δύσμοιρη και αντιλαϊκή ένωση. Όπως έδειξαν οι πρόσφατες ιταλικές εκλογές, οι Ευρωπαίοι αισθάνονται να ασφυκτιούν λόγω μιας υπερβολικά πολύπλοκης γραφειοκρατίας και ενός κενού εξουσίας. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε απώλεια εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά κόμματα και στις θεσμικές πολιτικές.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει στην Ελβετία, όμως, η οποία αποτελεί το πρότυπο της άμεσης δημοκρατίας που κρατά την πολιτική, το κεφάλαιο και τον πληθυσμό σε συνεχή διάλογο. Με λίγα λόγια, η εκτελεστική εξουσία της κυβέρνησης της Ελβετίας δεν αποτελείται από έναν πρόεδρο και έναν πρωθυπουργό, αλλά από κάτι που ονομάζεται «Ομοσπονδιακό Συμβούλιο», το οποίο εκλέγεται από το ελβετικό κοινοβούλιο. Το συμβούλιο αυτό αποτελείται από επτά μέλη και σε αυτό πρέπει να εκπροσωπούνται και τα πέντε μεγάλα κόμματα και η γερμανική και η γαλλική γλώσσα. Η διάκριση μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και της αντιπολίτευσης είναι δυσδιάκριτη, αφού και οι δύο συμμετέχουν στο εκτελεστικό σκέλος της κυβέρνησης.

Μια άλλη διαφορά είναι ότι τα περίπου οκτώ εκατομμύρια πολίτες της Ελβετίας καλούνται στις κάλπες μέχρι και τέσσερις φορές τον χρόνο σε εθνικές ψηφοφορίες. Η συχνότητα των ψηφοφοριών αφορά σε δύο γεγονότα: συνταγματικές τροποποιήσεις μπορεί να υποβληθούν στην κυβέρνηση μέσω λαϊκής πρωτοβουλίας (100.000 υπογραφές μέσα σε 18 μήνες) και όλες οι συνταγματικές αλλαγές υπόκεινται σε υποχρεωτικά δημόσια δημοψηφίσματα. Επιπλέον, οι Ελβετοί πολίτες μπορούν να ξεκινήσουν ένα δημοψήφισμα για οποιοδήποτε κομμάτι της νομοθεσίας, συγκεντρώνοντας 50.000 υπογραφές μέσα σε 100 ημέρες. Κατά τα τελευταία χρόνια, οι Ελβετοί πολίτες έχουν ψηφίσει για συνταγματικές αλλαγές που σχετίζονται με την προστασία από την ένοπλη βία, την καθιέρωση της διαχειριζόμενης περίθαλψης, την προστασία από το παθητικό κάπνισμα, την απαίτηση να τεθούν συμφωνίες με άλλες χώρες σε μια δημόσια ψηφοφορία και έναν νόμο κατά τον οποίο σε μια εταιρεία κανείς δεν μπορεί να κερδίζει λιγότερα σε ένα έτος από όσα κερδίζει ένας ανώτατος διευθυντής σε έναν μήνα.