Η εξέλιξη του ανορθόδοξου πολέμου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξέλιξη του ανορθόδοξου πολέμου

Στασιαστές και αντάρτες από την Μεσοποταμία ως το Αφγανιστάν
Περίληψη: 

Οι αυθεντίες τείνουν να αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία και τις τακτικές των ανταρτών ως κάτι νέο, αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι οι σχετικές υποθέσεις έχουν αλλάξει με την πάροδο των ετών - από τον φυλετισμό, στον φιλελευθερισμό και τον εθνικισμό, από τον σοσιαλισμό, στον εξτρεμισμό της τζιχάντ – ο ανταρτοπόλεμος και οι επιχειρήσεις των τρομοκρατών ήταν πανταχού παρόντες σε όλη την ιστορία και παρήγαγαν σταθερά θανατηφόρα αποτελέσματα.

Ο MAX BOOT είναι βασικός συνεργάτης στην έδρα Jeane J. Kirkpatrick για μελέτες εθνικής ασφάλειας στο Council on Foreign Relations και ο συγγραφέας του βιβλίου Invisible Armies: An Epic History of Guerrilla Warfare From Ancient Times to the Present (Liveright, 2013), του οποίου προσαρμογή αποτελεί το παρόν δοκίμιο. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @MaxBoot.

Οι ειδήμονες και ο Τύπος πολύ συχνά αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία και τις τακτικές που ακολουθούν οι αντάρτες ως κάτι νέο, μια αποστασιοποίηση από παρωχημένους τρόπους διεξαγωγής πολέμου. Αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της μακράς και αιματηρής εξέλιξης του είδους μας, ο πόλεμος κατά κύριο λόγο διενεργήθηκε από ομάδες χαλαρά οργανωμένες, απειθάρχητες, και με ελαφρά οπλισμένους εθελοντές που περιφρονούσαν την ανοιχτή μάχη και τάσσονταν υπέρ των απρόσμενων επιδρομών και των ενεδρών: δηλαδή τις στρατηγικές τόσο των πολεμιστών στις παλιές φυλετικές διαμάχες όσο και των σύγχρονων ανταρτών και τρομοκρατών. Στην πραγματικότητα, ο συμβατικός τρόπος εχθροπραξιών είναι σχετικά πρόσφατη εφεύρεση. Για πρώτη φορά κατέστη δυνατός μετά το 10.000 π.Χ. με την ανάπτυξη των αγροτικών κοινωνιών, η οποίες παρήγαγαν αρκετό πλεόνασμα πλούτου και πληθυσμό ώστε να καταστεί δυνατή η δημιουργία ειδικά σχεδιασμένων οχυρώσεων και όπλων (και επαγγελματιών για τη λειτουργία τους). Οι πρώτοι γνήσιοι στρατοί - διοικούμενοι από μια αυστηρή ιεραρχία, που αποτελείται από εκπαιδευμένους στρατιώτες, πειθαρχημένους κάτω από απειλές τιμωρίας - προέκυψαν μετά από το 3100 π.Χ. στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Αλλά η διαδικασία του σχηματισμού κρατών και, ως εκ τούτου, ο σχηματισμός στρατών πήρε πολύ περισσότερο χρόνο στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Σε ορισμένες περιοχές, τα κράτη εμφανίστηκαν μόνο κατά τον περασμένο αιώνα, και η ικανότητά τους να εκτελούν βασικές λειτουργίες όπως η διατήρηση ενός στρατού παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, αδύναμη. Λαμβάνοντας υπόψη πόσο καιρό οι άνθρωποι περιδιαβαίνουν την γη, η εποχή αυτού που σήμερα θεωρούμε ως συμβατική σύγκρουση αντιπροσωπεύει απλώς μια ιστορική στιγμή.

Παρ' όλα αυτά, τουλάχιστον από την εποχή των Ελλήνων και των Ρωμαίων, οι παρατηρητές έχουν υποτιμήσει τον ανορθόδοξο πόλεμο. Δυτικοί στρατιώτες και μελετητές έχουν την τάση να τον βλέπουν ως άνανδρο, ακόμη και βάρβαρο. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί: οι αντάρτες, σύμφωνα με τα λόγια του Βρετανού ιστορικού John Keegan, είναι «σκληροί με τους αδύναμους και άνανδροι όταν είναι αντιμέτωποι με γενναίους» - ακριβώς το αντίθετο από ό, τι οι επαγγελματίες στρατιώτες διδάσκονται να είναι. Πολλοί μελετητές έχουν, μάλιστα, ισχυριστεί ότι οι επιδρομές ανταρτών δεν είναι αληθινός πόλεμος.

Η άποψη αυτή έχει αρχίσει να φαίνεται λίγο ειρωνική, όταν λάβει κανείς υπόψη του το γεγονός ότι σε όλη την ιστορία, ο ανορθόδοξος πόλεμος ήταν σταθερά πιο θανατηφόρος από όσο ο συμβατικός ξάδελφός του - όχι σε σύνολο αριθμού θανάτων, καθώς οι φυλετικές κοινωνίες είναι πολύ μικρές σε σύγκριση με τον πληθυσμό του αστικού πολιτισμού, αλλά ως ποσοστό θανάτων. Στις φυλετικές κοινωνίες, ο μέσος όρος ετήσιων θανάτων σε μάχη είναι 0,5% του πληθυσμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό θα μεταφραζόταν σε 1,5 εκατομμύρια θανάτους, ή 500 επιθέσεις όπως της 11ης Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο. Αρχαιολογικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι τέτοιες απώλειες δεν αποτελούν μια σύγχρονη ανωμαλία.

Οι ρίζες του ανταρτοπόλεμου χάνονται μέσα στους βάλτους της προϊστορίας, αλλά τα είδη των εχθρών που έχουν αντιμετωπίσει οι αντάρτες έχουν αλλάξει με την πάροδο των αιώνων. Περίπου πριν από το 3000 π.Χ., αντάρτες των φυλετικών κοινωνιών πολέμησαν αποκλειστικά έναντι των άλλων φυλετικών ανταρτών. Παρά το γεγονός ότι αυτό το είδος της πάλης συνεχίστηκε και μετά το 3000 π.Χ., συμπληρώθηκε και μερικές φορές αντικαταστάθηκε από εχθροπραξίες φυλετικής φθοράς και επαναστάσεις ενάντια σε νεοσυσταθέντα κράτη. Οι συγκρούσεις αυτές ήταν, κατά μία έννοια, οι πρώτες εξεγέρσεις και αντεξεγέρσεις του κόσμου. Κάθε μεγάλη αυτοκρατορία της αρχαιότητας, ξεκινώντας με την πρώτη στο αρχείο, την Ακκαδική αυτοκρατορία στην αρχαία Μεσοποταμία, ήταν διαιρεμένη από νομάδες αντάρτες, αν και ο όρος «αντάρτης» (guerrilla) δεν θα επινοηθεί παρά χιλιετίες αργότερα. (ο όρος «guerrilla», που κυριολεκτικά σημαίνει «μικρός πόλεμος», χρονολογείται στην ισπανική αντίσταση κατά του Ναπολέοντα από το 1808 ως το 1814).

Στη σύγχρονη εποχή, οι ίδιες παλιές τακτικές του ανταρτοπόλεμου παντρεύτηκαν με ιδεολογικές πλατφόρμες, κάτι που έλειπε εντελώς από τους απολίτικους (και αναλφάβητους) πολεμιστές των φυλών της παλιάς εποχής. Φυσικά, η ακριβής φύση των ιδεολογικών πλαισίων για τα οποία έγιναν πόλεμοι άλλαξαν με τα χρόνια, από τον φιλελευθερισμό και τον εθνικισμό (η «φωνή της καρδιάς» των ανταρτών από το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα ως τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα), στο σοσιαλισμό και τον εθνικισμό (που ενέπνευσε αντάρτες από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και το τέλος του εικοστού αιώνα), και τον εξτρεμισμό της τζιχάντ σήμερα. Όλο αυτό το διάστημα, ο ανταρτοπόλεμος και οι τρομοκρατικές ενέργειες έχουν παραμείνει πανταχού παρούσες και θανατηφόρες, όπως πάντα.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟΥ

Η επιτυχία των διαφόρων επιδρομέων στην επίθεση και κατάκτηση κρατών από την αρχαία Ρώμη ως την μεσαιωνική Κίνα, οδήγησε σε αυτό που ένας ιστορικός αποκάλεσε «το παράδοξο των νομάδων». «Στην ιστορία του πολέμου, ο κανόνας ήταν ότι η στρατιωτική υπεροχή βρίσκεται στις πλουσιότερες χώρες και εκείνες με τις πιο ανεπτυγμένες δημόσιες διοικήσεις», έγραψε ο ιστορικός Hugh Kennedy στο βιβλίο του «Μογγόλοι, Ούννοι, και Βίκινγκ». Ωστόσο, πηγαίνοντας πίσω στις ημέρες της Μεσοποταμίας, οι νομάδες συχνά κατάφερναν να νικούν πολύ πλουσιότερες και πιο προηγμένες αυτοκρατορίες. Ο Κένεντι εξηγεί αυτή την φαινομενική αντίφαση αναφέροντας όλα τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι νομάδες: ήταν πιο κινητικοί, κάθε ενήλικο αρσενικό ήταν και πολεμιστής, και οι ηγέτες τους επιλέγονταν κατά κύριο λόγο για την πολεμική ανδρεία τους. Αντίθετα, σημειώνει, στις εγκατεστημένες κοινωνίες οι διοικητές διορίζονται με βάση πολιτικές σκοπιμότητες και καλούνται ως στρατιώτες, αγρότες με ελάχιστες πολεμικές ικανότητες.