Τα τελευταία σύνορα της εξορυκτικής βιομηχανίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα τελευταία σύνορα της εξορυκτικής βιομηχανίας

Η υπόσχεση – και το ρίσκο – των ορυκτών πόρων της Μογγολίας
Περίληψη: 

Η Μογγολία αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μέρη που έχουν μείνει στον κόσμο, με μεγάλα παρθένα κοιτάσματα ορυκτών. Όμως, η επιτυχής επένδυση στον κλάδο των ορυχείων απαιτεί κάτι περισσότερο από χρήματα και την προθυμία ανάληψης ρίσκου. Απαιτεί την κατανόηση της ευάλωτης γεωγραφίας της χώρας και του βυζαντινικού πολιτικού περιβάλλοντος.

Ο MATT MOSSMAN είναι αναλυτής αναπτυσσόμενων αγορών και σύμβουλος με έδρα στην Ουάσιγκτον, D.C.

Η Μογγολία είναι το τελευταίο σύνορο της εξορυκτικής βιομηχανίας. Η χώρα αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μέρη με μεγάλα παρθένα κοιτάσματα ορυκτών που έχουν απομείνει στον κόσμο. Η καλύτερη - και ίσως η μοναδική της - ελπίδα για ευρεία οικονομική ανάπτυξη έγκειται στην πρόσληψη ξένων εργατών ορυχείων ώστε να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των πόρων αυτών. Το πρόβλημα είναι ότι ήταν τόσο δύσκολο για την ηγεσία της Μογγολίας να συνεργαστεί με τις ξένες εταιρείες εξόρυξης, που η όλη στρατηγική ανάπτυξης της χώρας τέθηκε σε κίνδυνο.

Το ορυχείο Oyu Tolgoi, η μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία της Μογγολίας, έχει αποτελέσει πείραμα για όλες τις ξένες επενδύσεις στην χώρα. Πρόκειται για μικτά κοιτάσματα χαλκού και χρυσού που αναπτύσσονται από την Rio Tinto, την δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης στον κόσμο. Η παραγωγή δεν θα ξεκινήσει παρά μετά από λίγους μήνες, αλλά ακόμη και στα προπαρασκευαστικά στάδια, οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Oyu Tolgoi το παγκόσμιο ρεκόρ ανάπτυξης που κατέγραψε η Μογγολία το 2011 με αύξηση του ΑΕΠ κατά 17.3%, καθώς κατέφθαναν προμηθευτές και εργολάβοι διαχέοντας οφέλη σε όλη την ευρύτερη οικονομία. Όταν καταστεί πλήρως επιχειρησιακό, το ορυχείο θα καθορίζει το 1/3 του ΑΕΠ της Μογγολίας. Μετά από περισσότερο από μια δεκαετία έρευνας και προετοιμασίας ωστόσο, η πρωτεύουσα Ουλάν Μπατόρ θέλει να επαναδιαπραγματευθεί το μερίδιό της από τα κέρδη, και η Rio Tinto απειλεί να κλείσει το ορυχείο.

Η Μογγολία δεν είναι η μόνη χώρα που απαιτεί μεγαλύτερο μερίδιο κερδών από τις εξορυκτικές δραστηριότητες εντός της επικράτειάς της. Η τάση αυτή έχει επικρατήσει αρκετά ώστε να έχει αποκτήσει και ψευδώνυμο: εθνικισμός των πόρων. Όμως, οι ξένοι επενδυτές στην Μογγολία είναι πιο πιθανό να επιτύχουν εάν δώσουν προσοχή όχι σε αυτό που κάνει την χώρα ίδια με τις άλλες, αλλά σε αυτό που την κάνει διαφορετική: την γεωγραφία

Η Μογγολία είναι περίκλειστη μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας, οι οποίες εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση του γείτονά τους. Η Rosneft, η κρατική εταιρεία ενέργειας της Ρωσίας, είναι ο μόνος σημαντικός προμηθευτής καυσίμων της Μογγολίας και η Μόσχα έχει μια ιστορία στο να χρησιμοποιεί τις ενεργειακές της εξαγωγές ως πολιτικό εργαλείο. Η Rosneft χρεώνει ακριβότερα τους Μογγόλους εισαγωγείς και συχνά παρέχει λιγότερες ποσότητες από την ζήτηση, στέλνοντας κατά καιρούς τις τιμές στα ύψη σε όλη την οικονομία της Μογγολίας. Επιπλέον, επειδή υπάρχουν τόσες λίγες οδοί μεταφοράς προϊόντων από την Μογγολία στον υπόλοιπο κόσμο, η Κίνα είναι ουσιαστικά ο μόνος ξένος πελάτης της Μογγολίας για την υπάρχουσα παραγωγή των ορυχείων της. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τις τιμές, η Κίνα έχει πάντα το πάνω χέρι.

Η Μογγολία επιδιώκει διμερείς εταιρικές σχέσεις πέρα από την Ρωσία και την Κίνα, όπου είναι δυνατόν. Ο στόχος αυτός, που είναι γνωστός ως η πολιτική του «τρίτου γείτονα», επηρεάζει σχεδόν κάθε απόφαση που παίρνει η Ουλάν Μπατόρ. Οι ξένοι επενδυτές που αδυνατούν να το συλλάβουν αυτό - ακόμη και εκείνοι που τηρούν τους τοπικούς νόμους και κανονισμούς κατά γράμμα - συχνά βρίσκονται σε διασταυρούμενα πυρά μεταξύ της Μογγολίας και των γειτόνων της. Η Μογγολία είναι ένα μέρος όπου το το να επιτύχει κανείς κέρδος απαιτεί όχι μόνο την κατανόηση του νομικού περιβάλλοντος, αλλά και την πρόβλεψη του πώς οι αρχές πρόκειται να δράσουν σε μια ad hoc βάση. (Είναι το πνεύμα των νόμων - και σε ορισμένες περιπτώσεις το πνεύμα των νομοθετών που μπορεί να ήθελε να περάσει εκ των υστέρων - που μετράει περισσότερο στην Μογγολία). Κατά το παρελθόν, η Ουλάν Μπατόρ εμπόδισε επενδυτές από το να πωλούν ορυχεία που τους ανήκουν και άδειες εξόρυξης σε κρατικές κινεζικές εταιρείες και σε μια περίπτωση μέχρι που κατασχέθηκε και ένα ορυχείο από μια εταιρεία που προσπάθησε να το πουλήσει.

Αν και το εξορυκτικό δυναμικό της Μογγολίας έχει επιδεινώσει τις ασύμμετρες σχέσεις της με τους γείτονές της, φαίνεται επίσης να είναι η μόνη βιώσιμη λύση για τα προβλήματα της χώρας. Οι κρύοι χειμώνες της Μογγολίας και η δύσκολη γεωγραφική θέση της αποκλείουν άλλους τρόπους ανάπτυξης όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός και οι υπηρεσίες. Αυτό καθιστά την εξόρυξη ως το μόνο δυνατό μέσο για την δημιουργία αρκετών εσόδων ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που καθυστερούν την ανάπτυξη, τα οποία περιλαμβάνουν την έλλειψη κατοικιών και οδικών αξόνων.

Οι λύσεις και για τα δύο είναι πολύ μακριά από τις υπάρχουσες δυνατότητες της χώρας. Το Oyu Tolgoi, ωστόσο, αποτελεί μια κρίσιμη επένδυση που θα μπορούσε τελικά να βάλει την Μογγολία στον σωστό δρόμο. Αν το ορυχείο εξελιχθεί όπως αναμενόταν, θα γίνει ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σημαντικά στον κόσμο. Η καναδική Turquoise Hill Resources, η οποία ανέπτυξε την περιοχή για λογαριασμό της Rio Tinto για περισσότερο από μια δεκαετία, θα έχει δαπανήσει 6.6 δισεκατομμύρια δολάρια για το έργο μέχρι την στιγμή που θα αρχίσει η παραγωγή κατά τους προσεχείς μήνες. Το ορυχείο θα μπορούσε να αποφέρει αρκετά έσοδα από μόνο του ώστε η Μογγολία να ξεκινήσει την αντιμετώπιση των προβλημάτων της και να βοηθήσει στην καθιέρωση της χώρας ως ένα μέρος όπου οι ξένοι μπορούν να κάνουν δουλειές.

Η Μογγολία ωστόσο, φαίνεται να έχει τις «τύψεις του πωλητή»: οι περισσότεροι Μογγόλοι, συμπεριλαμβανομένου ενός ισχυρό μπλοκ βουλευτών, πιστεύουν ότι το κράτος θα πρέπει να πάρει μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη. Η Rio Tinto ισχυρίζεται ότι η Μογγολία παίρνει ήδη μεγάλο ποσοστό - σύμφωνα με την διαφημιστική καμπάνια του 2012, η εταιρεία κατέχει το 66% του ορυχείου αλλά η κυβέρνηση της Μογγολίας θα καταλήξει με 71% των κερδών. (Ο τελευταίος αριθμός βασίζεται στην πραγματικότητα σε μια προβολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που τοποθετεί το εύρος της απόδοσης των κερδών στο κράτος από 55% έως 71%.)