Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου επί ξυρού ακμής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου επί ξυρού ακμής

Οι συγκλίσεις, οι διαφορές, οι καθυστερήσεις και η εκλογή νέου επικεφαλής
Περίληψη: 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Μετά από πολλά χρόνια αναποτελεσματικών διαπραγματεύσεων που οδήγησαν πολλές χώρες στο να τον παρακάμψουν με διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, ο ΠΟΕ προσπαθεί να αναβιώσει την ισχύ του, με νέο επικεφαλής, προκειμένου να χαρίσει περισσότερο βάθος στην παγκόσμια οικονομία.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΥΛΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτωρ Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών. Υπήρξε μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στον ΠΟΕ από τον Ιανουάριο 2008 μέχρι τον Δεκέμβριο 2010.

Παρά τα πολιτικά, κυρίως, προβλήματα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), τις συνεχείς αναβολές και τις μεταθέσεις ημερομηνιών κατάληξης σε συμφωνία του Γύρου Ντόχα, τα εμπορικά, οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη που εκτιμάται ότι θα προκύψουν για τα κράτη μέλη είναι σημαντικά, γεγονός που επαναλαμβανόμενα επισημαίνουν οι πολιτικοί ηγέτες τους σε κάθε Διεθνή Συνδιάσκεψη (G5, G7, G8, G20). Η αδυναμία προσέγγισης και κατανόησης των συμφερόντων, τόσο των μεγάλων όσο και των μικρότερων παικτών στο διεθνές εμπορικό σύστημα είναι εντυπωσιακή, ώστε να διερωτάται κάποιος για ποιο λόγο συμμετέχουν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, του οποίου έχουν αποδεχτεί τις Καταστατικές Αρχές του.

Η αμφισβήτηση του Οργανισμού ως παγκόσμιου εμπορικού forum είναι έντονη, ενώ οι ελπίδες για πιθανή αναζωογόνησή του ελάχιστες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο ΠΟΕ μοιάζει με ένα τρένο χωρίς μηχανή. Η μηχανή είναι η Κίνα και οι ΗΠΑ, οι ηγέτες των οποίων δεν μπορούν να τρέξουν το τρένο. Η ουσιαστικότερη δυσκολία στη λειτουργία του είναι η καταστατική απαίτηση για ομοφωνία των κρατών μελών, ως προαπαιτούμενο επίτευξης συμφωνίας για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Η δυσκολία κάθε Γενικού Διευθυντή είναι να διαβουλευθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αμβλύνει τα αντιτιθέμενα εθνικά συμφέροντα και να πείσει τους Αντιπροσώπους του συνόλου των κρατών μελών του ΠΟΕ για τα εμπορικά και οικονομικά οφέλη των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων. Όμως, τα αντιτιθέμενα εθνικά συμφέροντα είναι αρκετά ισχυρά καθώς η διάσταση των «Αναπτυγμένων» και «Λιγότερο Αναπτυγμένων Χωρών» είναι εντονότατη, οι φτωχές χώρες εκτιμούν ότι πάντα υποαντιπροσωπεύονται και αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις προσφορές των πλουσίων κρατών μελών.

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΟΣ ΓΥΡΟΣ ΝΤΟΧΑ

Οι συνεχείς αποτυχίες κατάληξης σε Συμφωνία του Γύρου Ντόχα (ξεκίνησε τον Νοέμβριο 2001) δείχνει την έλλειψη αποφασιστικότητας των ηγετών των 158 πλέον κρατών μελών του ΠΟΕ να αποδεχτούν τα οφέλη νέων κανόνων στο Πολυμερές Εμπορικό Σύστημα (Διεθνές Εμπόριο), προτιμώντας την προσφυγή σε διμερείς ή πλειονομερείς προτιμησιακές συμφωνίες που να εξυπηρετούν, πρόσκαιρα, τα στενά εθνικά τους συμφέροντα.

Οι προσπάθειες κατάληξης των διαπραγματεύσεων σε Γενική Συμφωνία Εμπορίου που καταβλήθηκαν ιδιαίτερα τα τελευταία 5 χρόνια, με σημαντικότερη αυτή του Ιουλίου 2008, απέβησαν όλες άκαρπες. Οι κύριοι διαπραγματευτές (ΗΠΑ-Ινδία), προβάλλοντας διαφορές σε επιμέρους τεχνικά θέματα διαπραγματεύσεων, όπως στο θέμα του Ειδικού Μηχανισμού Διασφάλισης στο Εμπόριο Αγροτικών Προϊόντων για τις αναπτυσσόμενες χώρες, έφτασαν τον Κύκλο Ντόχα σε αδιέξοδο και πλήρη κατάρρευση. Κατά τις διαπραγματεύσεις του Ιουλίου 2008, ο ρόλος των μεγάλων παικτών, όπως των ΗΠΑ, της Ινδίας και της Βραζιλίας, υπήρξε έντονα αρνητικός, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας (η Ρωσία εισήλθε στον ΠΟΕ στις 17 Δεκεμβρίου 2011). Οι διαφορές παραμένουν ακόμα αγεφύρωτες με αποτέλεσμα να καταρρίπτονται όλες οι καταληκτικές ημερομηνίες επίτευξης Γενικής Συμφωνίας. Το «πάγωμα» των επίσημων διαπραγματεύσεων έχει σοβαρότατες βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στο διεθνές εμπόριο.

Εκτιμάται ότι η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και η Συμφωνία του Γύρου Ντόχα θα είχε πολλαπλά οφέλη στην παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα σε περίοδο βαθιάς κρίσης. Πιθανή συμφωνία υπολογίζεται ότι θα οδηγούσε το Διεθνές Εμπόριο σε κέρδη 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων (Hufbauer, Schott and Wong, 2010), ενώ τα έσοδα από τη μείωση των δασμών στα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα θα έφθαναν στα 160 δισεκατομμύρια δολάρια (World Bank, 2009). Επίσης, οι εξαγωγές των Λιγότερο Αναπτυγμένων Χωρών εκτιμάται ότι θα αυξάνονταν από 2 έως 5 δισεκατομμύρια δολάρια και το «Εμπόριο στις Υπηρεσίες» θα βελτιωνόταν κατά τουλάχιστον 90 δισεκατομμύρια δολάρια (Centre for International Economics, 2010).

Ειδικά για το Εμπόριο στις Υπηρεσίες (ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα λόγω Ναυτιλίας και Τουρισμού), οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή του ήταν τα τελευταία τρία χρόνια εξαιρετικά σημαντικές και με απτά αποτελέσματα. Σημειώνεται ότι μέχρι το 2008, το θέμα του Εμπορίου στις Υπηρεσίες στον ΠΟΕ ήταν περιθωριακό και σε κάθε περίπτωση αμελητέο, καθώς το βάρος των διαπραγματεύσεων είχε δοθεί αποκλειστικά στο «Εμπόριο Αγροτικών και Βιομηχανικών Προϊόντων». Από τον Ιούλιο του 2008 μέχρι σήμερα, τα 100 και πλέον κράτη-μέλη που συμμετέχουν στην Επιτροπή Εμπορίου για τις Υπηρεσίες στον ΠΟΕ προσπάθησαν να καλύψουν το χαμένο έδαφος σε πολυμερές επίπεδο, παρά το γεγονός ότι, ακόμα, υπολείπονται των στόχων μιας νέας Γενικής Συμφωνίας στο Εμπόριο Υπηρεσιών (GATS).

Ο ΠΟΕ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Η ατζέντα των διαπραγματεύσεων του Γύρου Ντόχα βασίζεται σε τρεις κύριους πυλώνες: τα Αγροτικά Προϊόντα, τα Μη Αγροτικά Προϊόντα και τις Υπηρεσίες. Τα κράτη μέλη ΠΟΕ διαπραγματεύονται πάνω σε «προσφορές» που έχουν καταθέσει προς διαπραγμάτευση. Τα Ελληνικά συμφέροντα στον ΠΟΕ αντιπροσωπεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Αντιπρόσωπος της οποίας διαπραγματεύεται για λογαριασμό των 27 κρατών μελών της.

Όσον αφορά στα καθαρά ελληνικά συμφέροντα, η Ελλάδα επιδιώκει το άνοιγμα των διεθνών αγορών για τα βιομηχανικά προϊόντα χωρίς επιπλέον παραχωρήσεις στα γεωργικά θέματα. Στον τομέα των Υπηρεσιών είναι υπέρ της απελευθέρωσης καθώς υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της ναυτιλίας, του τουρισμού, των τηλεπικοινωνιών, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των κατασκευαστικών εταιριών. Επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα έχουν οι γεωγραφικές ενδείξεις, δηλ. οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό (π.χ. οίνος, οινοπνευματώδη, ελαιόλαδο, φέτα, ούζο) κατάγεται από το έδαφος κάποιου συμβαλλόμενου μέρους ή από συγκεκριμένο τόπο (χώρα προέλευσης) σε κάποιο συμβαλλόμενο μέρος, εφόσον από τη γεωγραφική καταγωγή του προϊόντος συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα, η φήμη και τα λοιπά χαρακτηριστικά του εν λόγω αγαθού.