Ποια είναι η ελληνική κεντροαριστερά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ποια είναι η ελληνική κεντροαριστερά

Ιδεολογικές προβολές κατανόησης της κρίσης και προτάσεις υπέρβασής της
Περίληψη: 

Μια ιδεολογική ανάλυση της τρέχουσας ελληνικής οικονομικής κρίσης, από τη σκοπιά της κεντροαριστεράς. Ένα συνεκτικό πολιτικό επιχείρημα γύρω από τις αιτίες, τις συνέπειες, αλλά και τις δυνητικές λύσεις σε επιμέρους οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, που προέκυψαν κατά κύριο λόγο από την οικονομική κρίση.

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΓΚΛΑΡΑΣ είναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Η πρώτη σκέψη που έρχεται κατά νου σε κάποιον που προσπαθεί να μιλήσει πολιτικά, ήτοι, ιδεολογικά για την τρέχουσα οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι: «Υπάρχει πράγματι πολιτική δυνατότητα αντιμετώπισής της; Έχει σημασία όταν υπογράφεις μια τραπεζική σύμβαση δανεισμού εάν είσαι συντηρητικός ή προοδευτικός, χριστιανός ή μουσουλμάνος;» Σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο Niklas Luhmann (1917-1998), οι σύγχρονες κοινωνίες απαρτίζονται από πολλαπλά υποσυστήματα, όπως το οικονομικό, το πολιτικό, το θρησκευτικό κτλ. Και μόνο ένα εξ αυτών, το πολιτικό, για λόγους λειτουργικής επάρκειας παραμένει καθηλωμένο στα γεωγραφικά όρια του κράτους. Όλα τα άλλα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι πλέον παγκοσμιοποιημένα. Άρα, το παραπάνω ερώτημα εξειδικεύεται κάπως έτσι: «έχει σημασία να είσαι αριστερός ή νεοφιλελεύθερος στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, όταν ο δανειστής σου βρίσκεται σε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα;» Όποιος από εμάς απαντήσει εν τέλει με ευκολία στο παραπάνω ερώτημα σημαίνει ότι δεν έχει καταλάβει ή το ερώτημα ή το παγκόσμιο οικονομικό διακύβευμα. Για λόγους διευκόλυνσης της ανάλυσης θα παρατηρήσω απλώς ότι ο Luhmann ανήκει στο συντηρητικό στρατόπεδο των κοινωνικών θεωρητικών και έτσι οφείλουμε να σημειώσουμε πως υφίστανται και άλλες ανταγωνιστικές με τη δική του θεωρίες από το αντίπαλο προοδευτικό στρατόπεδο. Και βέβαια, στο αγωνιστικό πεδίο των ιδεολογιών υφίστανται πάντα ανταγωνιστικές θεωρήσεις.

Εάν ξεκινούσαμε λοιπόν την ανάλυσή μας από εδώ θα εγκλωβιζόμασταν σε ένα αναπόδραστο δίλημμα και θα καταλήγαμε πράγματι, αβίαστα στις ίδιες πολιτικές που ακολουθήθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια. Είναι ωστόσο προφανές, ότι η Δημοκρατία, παρότι τούτο αποτελεί κοινοτοπία, δεν έχει αδιέξοδα. Και όλα σχετίζονται. Σ’ αυτήν την περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης όλα σχετίζονται με το βαθμό στον οποίο οι πολιτικές που μας επιβάλλονται (κατ’ άλλους καλώς, κατ’ άλλους κακώς) μπορούν να αναγνωσθούν ως μια ισορροπία απέναντι στο εθνικό μας συμφέρον να μετέχουμε σε ένα παγκόσμιο σύστημα που είναι εκμεταλλευτικό και οδηγεί σε ανισότητες και στη δική μας θέση σ’ αυτό το σύστημα: εάν μπορούμε δηλαδή να μετριάσουμε αυτές τις συνέπειες ή και να τις αντιμετωπίσουμε εξ ολοκλήρου επιθετικά και προς όφελός μας. Και είμαι σίγουρος πως κανένας Ελβετός δεν έχει σημαντικές ενστάσεις για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, τουλάχιστον όχι τόσες όσες έχουν οι φτωχοί Νιγηριανοί.

Συνεπώς, παρότι οι ιδεολογίες και η κρίση του τι είναι ορθό και τι όχι παραμένουν σταθερές, οι πολιτικές του κράτους μπορούν να μεταβάλλονται προς το σκοπό της μεγιστοποίησης της κοινωνικής ευημερίας. Κατά μια έννοια, αξιοποιώντας στρεβλά τον όρο, στη βάση ενός κριτηρίου κοινωνικού ωφελιμισμού. Αυτός μπορεί να είναι και ο υπολειμματικός ρόλος της ελληνικής κεντροαριστεράς στο παγκόσμιο σύστημα. Υπολειμματικός ως προς τον υψηλό ιδεολογικό στόχο της συνεισφοράς στην οικοδόμηση μιας παγκόσμιας κοινωνίας της ευημερίας και της ειρήνης. Βασικός στόχος, δηλαδή, της ελληνικής κεντροαριστεράς οφείλει να είναι, πρωτίστως, να προστατεύσει από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα όσο περισσότερη ευημερία του ελληνικού οικονομικού συστήματος μπορεί. Οι ad hoc, λοιπόν, πολιτικές και οικονομικές προτάσεις που θα παρουσιαστούν παρακάτω στοχεύουν ακριβώς σε αυτό. Στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σε ένα παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα που συσσωρεύει τρομακτικές ανισότητες, οι οποίες δεν δικαιολογούνται με κανένα μέτρο δικαιοσύνης και έτσι, υπό μια έννοια, αριστοτελικά, πρέπει να ιδωθεί ως ένα παγκόσμιο σύστημα υπό άρση. Η ιστορία, όμως, είναι σχετικό μέγεθος, και μας έχει διδάξει ότι συστήματα υπό άρση μπορεί να αντέξουν πολύ. Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η ελληνική κοινωνία είναι σε αναμονή μιας παγκόσμιας πολιτικής τελεολογίας, ενός προοδευτικού τέλους της ιστορίας.

Η πολιτική συζήτηση, λοιπόν, για τις ιδεολογίες στην εποχή της κρίσης πρέπει να ξεκινήσει από τα προφανή, από το γεγονός, δηλαδή, ότι η έλευση της τρόικας στην Ελλάδα δεν σήμανε το τέλος της ιστορίας των ιδεολογιών ούτε την απαρχή νέων τάσεων σκέψης. Επιπλέον, οι όποιες παρατηρήσεις γίνουν παρακάτω στοχεύουν στο να απαντούν με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο στα μεγάλα προβλήματα και διλήμματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία στην καθημερινότητά της και να μην συγκροτούν απλώς γενικές αρχές στις οποίες όλοι μπορούν δυνητικά να προσχωρήσουν, όπως ότι: «υπάρχει η ανάγκη να συγγραφεί ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας» και άλλες παρόμοιες γενικολογίες. Η διάκριση μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών θέσεων δεν είναι ένα παιχνίδι τακτικισμού και διαχείρισης των συγκυριών της πολιτικής ούτε γίνεται στη βάση απλοϊκών σκέψεων όπως: συντήρηση ίσον στασιμότητα, πρόοδος ίσον κινητικότητα. Συνεπώς, αναλύοντας και την επικαιρότητα, οι ιδέες περί Ευρωπαϊκού Κόμματος ή Κόμματος των Μεταρρυθμιστών ακούγονται μάλλον γραφικές ή επιχειρούν να συγκαλύψουν σκληρές ιδεολογικές θέσεις πίσω από όμορφες λέξεις, για τις οποίες κανείς δεν διαφωνεί ότι είναι τέτοιες, αλλά πολύ φοβάμαι πως όλοι θα εναντιωθούν όταν διαπιστώσουν το πραγματικό τους περιεχόμενο, τη στιγμή που π.χ. οι «ευρωπαϊστές» θα αναγκαστούν να μιλήσουν ή να πράξουν προς συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις.