Η «διαρθρωτική κατάρρευση» της ελληνικής οικονομίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η «διαρθρωτική κατάρρευση» της ελληνικής οικονομίας

Τι έπρεπε να είχε γίνει, τι πρέπει να γίνει για την ανάκαμψη
Περίληψη: 

Σύμφωνα με μία εξαιρετικά διαδεδομένη άποψη στην ελληνική κοινή γνώμη, η παρούσα κρίση της ελληνικής οικονομίας είναι προϊόν «λανθασμένης» οικονομικής πολιτικής, κυρίως κατά την περίοδο της τελευταίας τριετίας, και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν είχε εφαρμοσθεί ένα διαφορετικό πλέγμα μέτρων. Το άρθρο αυτό εξηγεί ότι η κεϋνσιανή πρόσληψη της οικονομίας, που υποτείνει την συγκεκριμένη πεποίθηση, είναι τελείως ακατάλληλη για την συγκεκριμένη περίπτωση. Η οικονομική κρίση της Ελλάδας δεν έχει «συγκυριακό» χαρακτήρα ώστε να είναι δυνατόν να θεραπευθεί βραχυπρόθεσμα με λύσεις του κεϋνσιανού συνταγολογίου. Είναι, δυστυχώς, μία κρίση «διαρθρωτικού» χαρακτήρα που επωάσθηκε επί μακρόν και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί παρά με μία αντίστοιχα μακρόπνοη πολιτική κλαδικής αναδιάρθρωσης και παραγωγικής ανάταξης.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ είναι και οικονομολόγος. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για θέματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, καθώς και για θέματα νομισματικών σχέσεων και νομισματικής πολιτικής, εξωτερικού εμπορίου και διεθνών οικονομικών σχέσεων. Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι καθαρά προσωπικές.

Όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία (και παρουσιάζουν με πολύ γλαφυρό τρόπο οι Reinhart-Rogoff [1]), όταν μία χώρα χρεοκοπεί, η απομείωση του χρέους (haircut) είναι τις περισσότερες φορές αναπόφευκτη. Πράγμα που συνεπάγεται απώλεια για τους πιστωτές. Στην περίπτωση, όμως της Ελλάδας το 2010 το πρόβλημα ήταν πιο σύνθετο. Τυχόν απώλειες των πιστωτών, δηλαδή κυρίως των ευρωπαϊκών τραπεζών, θα δημιουργούσαν κινδύνους οι οποίοι ήταν αδύνατον την συγκεκριμένη στιγμή να σταθμισθούν και να εκτιμηθούν σε όλες τους τις διαστάσεις, λαμβανομένων υπ’ όψιν τόσο της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας όσο και του γεγονότος ότι η Ελλάδα ήταν μέλος μιας νομισματικής ένωσης, η οποία δεν διέθετε μηχανισμούς αντιμετώπισης παρόμοιων κρίσεων. Ο κίνδυνος δεν ήταν απλά μία επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας αλλά η κατάρρευση της ίδιας της νομισματικής ένωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι απολύτως φυσικό η πολιτική που θα επιλεγεί να ιεραρχεί τους κινδύνους αναλόγως της σοβαρότητάς τους.

Ο ισχυρισμός ότι οι Ευρωπαίοι και οι διεθνείς διασώστες της Ελλάδας, προκειμένου να μην υπάρξει «ύφεση», όφειλαν να επιλέξουν μία πολιτική η οποία θα είχε σαν στόχο να συνεχίσει η ελληνική οικονομία να συμπεριφέρεται ως μία οικονομία με ΑΕΠ 310 δισεκατομμυρίων ευρώ, (γιατί σε αυτό το επίπεδο την τοποθετούσε η τελική κατανάλωση των νοικοκυριών της ύψους 170 δισεκατομμυρίων ευρώ, την στιγμή που η πραγματική παραγωγική δυναμικότητά της δεν έφτανε ούτε τα 200), είναι ανεδαφικός. Πρώτον διότι, όπως είναι απολύτως φυσιολογικό, μέλημα των ξένων πιστωτών δεν ήταν η ευημερία των Ελλήνων πολιτών αλλά η διάσωση των δικών τους οικονομιών από τις επιπτώσεις της ελληνικής χρεοκοπίας. Και, δεύτερον, διότι και για όσους είχαν ως κύριο και αποκλειστικό μέλημά τους τα ελληνικά συμφέροντα, θα ήταν απολύτως παράλογο και καταστροφικό να υποστηρίξουν και να επιδιώξουν την συνέχιση της ίδιας ακριβώς πορείας που μέχρι την στιγμή εκείνη είχε ακολουθήσει η ελληνική οικονομία. Αυτό -ακόμη και αν ήταν εφικτό- θα σήμαινε ότι πολύ σύντομα όχι πλέον η ελληνική οικονομία αλλά η ελληνική κοινωνία συνολικά θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη.

Εάν πραγματικά θέλει κανείς να ασκήσει ουσιαστική κριτική στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να κατηγορεί τον σχεδιασμό μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ανά ετήσια χρήση διότι αυτός ήταν μάλλον ήπιος και προοδευτικός και σε καθε περίπτωση προέκυπτε από την απλή αριθμητική, αφού κάθε άλλος –«οπισθοβαρής»- σχεδιασμός δεν θα εμπόδιζε το χρέος να αυξηθεί εκθετικά. Η κριτική θα έπρεπε να στραφεί στον τρόπο υλοποίησής του από ελληνικής πλευράς, όπου αντί να δοθεί βάρος στην μείωση των δαπανών δόθηκε βάρος στην αύξηση των εισπράξεων, εξ αιτίας τόσο της πρυτανεύουσας και γνωστής πολιτικής νοοτροπίας των πελατειακών σχέσεων όσο και εξ αιτίας της ψευδαισθήσεως ότι επρόκειτο για μία κρίση προσωρινού χαρακτήρα. Επίσης, όμως, η κριτική θα πρέπει να στραφεί και στις πολιτικές δυνάμεις εκείνες που εστράφησαν εναντίον του σταθεροποιητικού προγράμματος, είτε εάν επρόκειτο για «συστημικές», που διακρίθηκαν σε αερολογίες όπως τα περί διαχωρισμού «κυκλικού» και «διαρθρωτικού» ελλείμματος, είτε για «αντι-συστημικές», που διακρίθηκαν στα περί «συρρικνώσεως» του ΑΕΠ λόγω «συσταλτικής» πολιτικής.

Και στις δύο περιπτώσεις, με την καταχρηστική επίκληση ή το ψευτο-επιστημονικό επίχρισμα μίας θεωρητικής αναφοράς στην κεϋνσιανή θεωρία, εκείνο που συνέβη ήταν να εμποδισθεί η κοινωνία να αντιληφθεί την αδήριτη αναγκαιότητα εφαρμογής και επιτυχίας του σταθεροποιητικού προγράμματος. Με παρόμοιο στρεψόδικο και δημαγωγικό τρόπο, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στην εμπέδωση πεπλανημένων πεποιθήσεων στην κοινή γνώμη, χειρίστηκαν οι εγχώριοι εκπρόσωποι του αγοραίου κεϋνσιανισμού, σε όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, και το λανθασμένο από οικονομολογική άποψη θέμα των υποτιμημένων -υποτίθεται- δημοσιονομικών «πολλαπλασιαστών».

Η ΣΩΣΤΗ ΤΙΜΗ ΤΟΥ «ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΗ»