Ο νέος ελληνικός εθνικισμός | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο νέος ελληνικός εθνικισμός

Η «κακιά» Ευρώπη, η «φίλη» Ρωσία και η ξεχασμένη Αμερική

Σε μια παρόμοια συνέντευξη στην εφημερίδα Το Βήμα, το 1978, ο Ελύτης ταύτισε τη «Δύση» με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ: «Οι ξένοι μας ζηλεύουν, όπως οι γείτονες μας ή μας φοβούνται και δεν εννοούν να μας αφήσουν να σηκώσουμε κεφάλι, όπως απαξάπαντες οι Δυτικοί. Το έδειξαν με την αισχρή στάση τους απέναντί μας και στα χρόνια της Μικρασιατικής εκστρατείας και στις μέρες μας με την Κύπρο. Μόνιμη επιδίωξη της Δύσης ανέκαθεν ήταν να μας χωρέσει τα δυο πόδια στα δικά της παπούτσια. Και να που τα καταφέρνει στις μέρες μας. Από εδώ και εμπρός θα περπατάμε με το ένα πόδι στην ΕΟΚ και με το άλλο στο ΝΑΤΟ». [9] Η απόρριψη αυτή και των δυο διακρατικών οργανισμών εναρμονιζόταν με τις θέσεις της Αριστεράς σχετικά. Τα τρομερά χρόνια της Χούντας και μετά, ο Ελύτης, μελοποιημένος από τον Θεοδωράκη και λατρεμένος από την Αριστερά, έγινε ο πλέον αναγνωρισμένος «εθνικός» ποιητής. Σύμφωνα με το Άκη Γαβριηλίδη, στη μελέτη του για τον εθνικισμό στο έργο των Ρίτσου, Ελύτη, Θεοδωράκη και Σβορώνου, [10] σημειώνει πως το τραύμα του Ελληνικού Εμφυλίου και, ακόμα περισσότερο, οι εμπειρίες της Αριστεράς με την μεγάλη στρατιωτική ήττα που υπέστη, οδήγησε σε ένα είδος αυτο-θυματοποίησης των Αριστερών και δαιμονοποίησης του «ξένου παράγοντα», δηλαδή του δυτικού παράγοντα στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. [11]

Με ένα τέτοιο παρελθόν, δεν μπορεί παρά να είναι κατανοητό ότι σήμερα, σε θεωρητικό επίπεδο, στην οικονομική κρίση που μέσα σε τρία χρόνια οδήγησε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας στην ένδεια, πολλοί θα στρέφονταν και πάλι κατά του φαντάσματος της «Δύσης». Πέρα από την τάση λοιπόν να παρουσιάζονται οι Έλληνες και η Ελλάδα ως θύματα μια διεθνούς συνωμοσίας (οι «κυνηγημένοι» Έλληνες απέναντι στους «αχάριστους», «ζηλόφθονους» Ευρωπαίους, «μας ζηλεύουν για τον ήλιο μας» κλπ.), αναβιώνει και η θεωρία περί πολιτιστικής και πνευματικής υπεροχής των Ελλήνων απέναντι στους υπόλοιπους Ευρωπαίους. [12]

Ο φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς, προειδοποιεί την Ευρώπη να μην αποστραφεί τον ελληνικό πολιτισμό και συμβουλεύει τους Δυτικοευρωπαίους να διδαχθούν από την ορθοδοξία που θα τους σώσει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό τους. Στη σχετική θεωρία του, ο Γιανναράς παραπέμπει στον Jacques Delors και την διεθνή πρωτοβουλία του “Une âme pour l’ Europe” [13], καθώς και στον Βέλγο Thierry Verhelst που καλεί τους Ευρωπαίους σε μεγαλύτερη πνευματικότητα στην διαμόρφωση της πολιτικής τους. [14] Έτσι, αντί να εκλιπαρεί βοήθεια από την δυτική Ευρώπη, ο Γιανναράς «προσφέρει» ελληνικές, θρησκευτικές ως επί το πλείστον «λύσεις» στα ηθικά και φιλοσοφικά διλήμματα της ηπείρου. Οι θέσεις του Γιανναρά μοιάζουν πολύ με αυτές του Ελύτη, αν και στη θέση της αρχαιότητας, της «ελληνικότητας», του «τρόπου να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα», υπεισέρχεται το ελληνορθόδοξο δόγμα, οι αξίες και οι παραδόσεις του. Η αντιπαραβολή του δυτικού «ευρωπαϊσμού» με την ανατολική ορθόδοξη «ευλάβεια» ανάγεται ήδη στην δεκαετία του 1850, στη «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», της μόνης χώρας που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολής και Δύσης. [15] Όλα αυτά, επομένως, δεν είναι ούτε πρωτόγνωρα, ούτε πρωτότυπα.

Ωστόσο, το ενδιαφέρον σημείο στη σημερινή συζήτηση περί Ελλάδας και Δύσης είναι πως με την κρίση, η Ρωσία ανέλαβε τον ρόλο της «καλής Ανατολής» απέναντι στην «κακιά Δύση», η οποία με τη σειρά της εκπροσωπείται όλο και περισσότερο από την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση (σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1980 ήταν η επιτομή της «Δύσης» ή του «δυτικού τρόπου ζωής» για την Αριστερά). Από την αρχή της κρίσης, πολλά μέσα ενημέρωσης προώθησαν την ιδέα πως για την κρίση ευθύνεται η «Δύση», και πιο συγκεκριμένα ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας. Ως αντίβαρο και εναλλακτική λύση, συχνά προβαλλόταν η Ρωσία και κυρίως ο Πούτιν ως δυναμικός ηγέτης που θα μπορούσε να προσφέρει άμεσες λύσεις, αρκεί να το ήθελαν οι Έλληνες. Από το 2010 μάλιστα κυκλοφόρησε μια φανταστική ιστορία για την συγκεκριμένη προοπτική: Σύμφωνα με την πλοκή του συγκεκριμένου μύθου, αμέσως μετά την εκλογή στην πρωθυπουργία του Γιώργου Παπανδρέου, και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2010, ο Βλαντίμιρ Πούτιν υποτίθεται πως είχε προσεγγίσει ένα μέλος της ρωσικής Δούμα, τον πόντιο ομογενή Ιβάν Σαββίδη, για να του εμπιστευτεί πως ήταν πρόθυμος να δανείσει στην ελληνική κυβέρνηση το ποσό των 25 δισ. ευρώ, με επιτόκιο 1%. Η πρόταση αυτή, αν και μεταφέρθηκε άμεσα στην ελληνική κυβέρνηση, δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση στην Ελλάδα που, ειδικά μετά την εκλογή Παπανδρέου είχε στρέψει την πλάτη στη Ρωσία, υπηρετώντας και υπακούοντας μόνο αμερικανικά και δυτικοευρωπαϊκά συμφέροντα στην βαλκανική χερσόνησο. [16] Αν και το παραμύθι τελειώνει εδώ, τα συμπεράσματα και οι παραινέσεις διαφόρων προς τους Έλληνες πολιτικούς, έλαβαν σημαντική έκταση:

ύμφωνα πάντα με τους παραμυθάδες, το (υποτιθέμενο) δάνειο έπρεπε όχι μόνον να έχει γίνει δεκτό με ευγνωμοσύνη από την Ελλάδα, αλλά και να συνοδεύεται και από μια σειρά αποφάσεων, η σημαντικότερη εκ των οποίων όφειλε να είναι η στροφή προς την αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων. Για τα πολύ πιο αποτελεσματικά και φθηνά οπλικά συστήματα (ειδική μνεία γινόταν στα ρωσικά τανκς, τα «Τομς» σε αντίθεση με τα γερμανικά και τα αμερικανικά), η Ελλάδα δεν χρειαζόταν παρά να αποδεχτεί και να προωθήσει την υπεροχή της Ρωσίας στην Ευρώπη και το μέλλον της. Η παραδοχή αυτή θα ήταν ό,τι πιο φυσικό για την Ελλάδα, μια και η Ρωσία αποτελεί – πάντα σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ιδεολογική τάση – τον φυσικό διάδοχο της βυζαντινής αυτοκρατορίας και τον επάξιο θεματοφύλακα της ανατολικής ορθόδοξης παράδοσης.