Η Ειρήνη του «Ναι» και του «Όχι» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ειρήνη του «Ναι» και του «Όχι»

Οι πρόσφατες συνταγματικές αλλαγές στο Ισραήλ ενόψει των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων

Η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών Ισραήλ-Παλαιστινιακής Αρχής αδιαμφισβήτητα συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ τον περασμένο Ιούλιο. Παρ' όλ' αυτά, δεν είναι αδικαιολόγητη η διάχυτη απαισιοδοξία των πολιτικών αναλυτών ότι ο στόχος που τέθηκε από την αμερικανική ηγεσία για εξεύρεση συνολικής λύσης εντός των επομένων 9 μηνών, είναι τουλάχιστον ουτοπικός.

Ανεξάρτητα από τον βαθμό αισιοδοξίας που υιοθετεί η παρούσα πολιτική ηγεσία στο Ισραήλ, οι πρώτες πολιτικές κινήσεις του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου μετά την επίσημη έναρξη των συνομιλιών στην Ουάσιγκτον, παραδόξως στοχεύουν στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Όλα δείχνουν πως η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών εκλαμβάνεται ως καταλύτης για σημαντικές ανακατατάξεις στους κανόνες λειτουργίας του ισραηλινού πολιτικού συστήματος εν γένει.

Κατά τρόπο ασυνήθιστα βιαστικό, μια μόλις ημέρα μετά την πρώτη συνάντηση των Ισραηλινών και Παλαιστινίων διαπραγματευτών στην Ουάσιγκτον, η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε σε χρόνο-ρεκόρ να υποβάλλει προς ψήφιση νομοθετήματα συνταγματικής ισχύος, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι όσο θα διαρκούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες και σε περίπτωση εξεύρεσης πολιτικής λύσης με την Παλαιστινιακή Αρχή, το ισραηλινό πολιτικό σύστημα πρέπει να είναι ήδη έτοιμο θεσμικά ούτως ώστε να καταστεί δυνατό να ληφθούν άμεσα σημαντικές αποφάσεις που θα κρίνουν το μέλλον του κράτους, την εδαφική του κυριαρχία και τα νέα του σύνορα. Ως δεύτερο ζητούμενο προβλήθηκε η διασφάλιση των αναγκαίων εκείνων προϋποθέσεων που θα εξασφαλίσουν εσωτερική πολιτική σταθερότητα.

Έτσι μόνο ερμηνεύεται η αιφνιδιαστική υποβολή προς ψήφιση στο ισραηλινό κοινοβούλιο δύο νομοσχεδίων συνταγματικής ισχύος που αφορούν αφ' ενός την αναθεώρηση του «Θεμελιώδους Νόμου περί Διακυβέρνησης» και αφ΄ ετέρου την εισαγωγή του «Θεμελιώδους Νόμου περί Δημοψηφισμάτων» – και δη την τελευταία μόλις ημέρα της τρέχουσας Τακτικής Συνόδου της Κνέσετ (31/7).

Ο ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΠΛΑΦΟΝ

Ο συνταγματικής ισχύος «Θεμελιώδης Νόμος περί Διακυβέρνησης» μεταξύ άλλων ρυθμίζει επιμέρους ζητήματα σχετικά με το εκλογικό σύστημα που εφαρμόζεται στις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές. Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα παραμένει σταθερό από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα. Υιοθετεί την απλή αναλογική με ενιαία περιφέρεια, απαιτώντας ένα ελάχιστο ποσοστό ψήφων σε όλη την επικράτεια (πλαφόν) προκειμένου ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός κομμάτων να αποκτήσει έδρες στο κοινοβούλιο (Κνέσετ). Το πλαφόν που ίσχυε από τις πρώτες εκλογές (1949) έως το 1992 ισοδυναμούσε με μόλις το 1% των έγκυρων ψηφοδελτίων εφ' όλης της επικράτειας. Το 1992 αυξήθηκε στο 1,5%, ενώ από το 2003 έως και σήμερα απαιτείται πλαφόν της τάξεως του 2%. Με την πρόσφατη αναθεώρηση, επιδιώκεται ο διπλασιασμός του ισχύοντος πλαφόν, από 2% σε 4% επί των εγκύρων ψηφοδελτίων.

Ο διπλασιασμός του εκλογικού πλαφόν, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των μικρών κοινοβουλευτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Τα κύρια «θύματα» της νέας ρύθμισης είναι τα αμιγώς αραβικά κόμματα της Αριστεράς (Ράαμ-Ταλ-Μάντα και Μπάλαντ), το δικοινοτικό αριστερό κόμμα Χαντάς (το οποίο εκπροσωπείται από Εβραίους και Άραβες βουλευτές), το αριστερό κόμμα Μέρετς και το δεξιό θρησκευτικό κόμμα των Υπερορθόδοξων Εβραίων «Εβραϊσμός της Τορά». Τα κόμματα αυτά, τα οποία λόγω της μικρής τους εκλογικής δύναμης εκπροσωπούνται στην Κνέσετ χάρη στη διατήρηση του χαμηλού πλαφόν του 2%, με αυτήν την αλλαγή βλέπουν το κοινοβουλευτικό τους μέλλον να απειλείται. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συζήτηση επί του νομοσχεδίου, πολλοί βουλευτές τους αφού έλαβαν το λόγο, ανέβηκαν στο βήμα και σε ένδειξη διαμαρτυρίας έμειναν βουβοί για όλο το τρίλεπτο που τους αναλογούσε. Οι Άραβες βουλευτές υποστήριξαν ότι με τον διπλασιασμό τού εκλογικού πλαφόν επιδιώκεται ο εξοβελισμός τους από την κοινοβουλευτική ζωή της χώρας - διαπίστωση που υποστήριξε και η αρχηγός του εβραϊκού αριστερού κόμματος Μέρετς, Ζαχάβα Γκαλόν. Αντίστοιχα, οι Υπερορθόδοξοι βουλευτές, χαρακτήρισαν βαθύτατα αντιδημοκρατική οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία κατά την οποία θα θεωρείται νόμιμο να αγνοείται έστω και μια ψήφος.

Από την άλλη πλευρά, εντυπωσιακή υπήρξε η υποτονική αντίδραση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Συγκεκριμένα, το Κόμμα των Εργατικών υπό την Σέλι Γιεχιμόβιτς, εκ του ασφαλούς καταψήφισε τον διπλασιασμό του εκλογικού πλαφόν, γνωρίζοντας ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός συγκέντρωνε ούτως ή άλλως την απαιτούμενη απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (60+1 της 120μελούς Κνέσετ). Πολιτικά μιλώντας, όμως, είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η εξέλιξη θα έχει ως αποτέλεσμα το Κόμμα των Εργατικών να οικειοποιηθεί ευκολότερα τις αριστερές ψήφους του κόμματος Μέρετς και να αποκτήσει με αυτόν τον τρόπο ξανά την χαμένη «αριστερή αίγλη» που απολάμβανε τις προηγούμενες δεκαετίες. Όσον αφορά δε τα κόμματα της συγκυβέρνησης, η σύμπνοιά τους ήταν δεδομένη καθότι οι πολιτικές δυνάμεις που την απαρτίζουν έχουν συναφή εκλογική δυναμική υπό τις παρούσες συγκυρίες.

Παραδόξως, ο διπλασιασμός του εκλογικού πλαφόν δεν έρχεται σε αντίθεση με την τάση που παρατηρείται στην ισραηλινή κοινή γνώμη εναντίον της «άσκοπης πολυφωνίας» μέσα στο κοινοβούλιο. Η πανσπερμία πολιτικών κομμάτων και η εκμετάλλευση των λιγοστών τους εδρών προκειμένου να περάσουν τις πολιτικές τους γραμμές, πράγματι είχαν οδηγήσει σε αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις, δίνοντάς την εντύπωση στον μέσο ισραηλινό πολίτη ότι τα κίνητρά τους ανάγονταν απλώς σε ιδιοτελείς μικροπολιτικές τακτικές. Επίσης, είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ισραηλινών δεν είδε ποτέ με καλό μάτι τις κατά καιρούς δηλώσεις ή πράξεις Αράβων βουλευτών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την παρουσία της βουλευτού του αραβικού κόμματος Μπάλαντ, Χανίν Ζουάμπι, στο τουρκικό πλοίο Mavi Marmara και τις μετέπειτα επικρίσεις της κατά του Ισραήλ τόσο σε διεθνή forα όσο και κατά τις συνεδριάσεις του ισραηλινού κοινοβουλίου.

Εν όψει σημαντικών εθνικών αποφάσεων, η ενίσχυση των κεντρικών κομματικών πόλων διευκολύνει την σύζευξη ομοειδών πολιτικών δυνάμεων και την ευκολότερη χάραξη εθνικής πολιτικής. Υπ' αυτό το πρίσμα, η αύξηση του εκλογικού πλαφόν σε συνδυασμό με την αριθμητική μείωση των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Κνέσετ θα μπορούσαν να αποτελέσουν βασικές προϋποθέσεις εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας σε στιγμές εθνικά κρίσιμες. Από την άλλη όμως, το νέο κοινοβουλευτικό μοντέλο που διαμορφώνεται και ο μοιραίος αποκλεισμός των μικρών πολιτικών κομμάτων από το κοινοβούλιο, φέρνει στο προσκήνιο μια νέα έννοια, και μέχρι ώρα ήταν μάλλον άγνωστη στο ισραηλινό εκλογικό σώμα: Η λεγόμενη «θεωρία της χαμένης ψήφου» οπωσδήποτε δεν συνάδει με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής που καθόριζε τη σύνθεση του ισραηλινού κοινοβουλίου, ένα σύστημα πολύ πιο πλουραλιστικό σε σχέση με πολλά αντίστοιχα ευρωπαϊκά.

Ο ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

Σε αντίθεση με τις διατάξεις για τον διπλασιασμό του εκλογικού πλαφόν, ο νεοεισαχθείς «Θεμελιώδης Νόμος περί Δημοψηφισμάτων» δεν συγκέντρωσε τα βέλη της αντιπολίτευσης. Οι κύριες αντιδράσεις προήλθαν αυτή τη φορά εκ των έσω, και συγκεκριμένα από ορισμένα στελέχη των κομμάτων που συναπαρτίζουν τον κυβερνητικό συνασπισμό.

Σύμφωνα με τον καινούργιο αυτό Θεμελιώδη Νόμο, εάν οι ειρηνευτικές συνομιλίες με την Παλαιστινιακή Αρχή καταλήξουν σε ένα ειρηνευτικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το Ισραήλ θα πρέπει να αποχωρήσει από εδάφη που κατέχει, τότε υποχρεωτικά αυτή η εδαφική αποχώρηση ή μεταβολή θα πρέπει να εγκριθεί με καθολικό δημοψήφισμα. Συγκεκριμένα, το πεδίο εφαρμογής αυτού του νόμου δεν εκτείνεται στα εδάφη της Δυτικής Όχθης, αλλά αφορά αποκλειστικά εδαφικές παραχωρήσεις ή μεταβολές στα Υψώματα του Γκολάν (που προσαρτήθηκαν από το Ισραήλ το 1981), στην ευρεία περιοχή της Ιερουσαλήμ και στην προ του πολέμου του 1967 ισραηλινή επικράτεια.

Η λύση δια δημοψηφίσματος αποτέλεσε, στην ουσία, τη μόνη διέξοδο που μπόρεσε να βρει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου, για να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις τόσο του δεξιού θρησκευτικού κόμματος «Εβραϊκή Εστία», που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, όσο και της δεξιάς πτέρυγας του κόμματός του, Λικούντ. Παρ' όλ' αυτά, οι αντιδράσεις εκφράσθηκαν από την επικεφαλής των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και υπουργό Δικαιοσύνης, Τσίπι Λίβνι, η οποία θεώρησε ότι με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η διαπραγματευτική της ισχύς έναντι λαϊκιστικών εξάρσεων στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο. Αντίθετος επίσης τάχθηκε και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Αβίγκντορ Λίμπερμαν, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι με αυτόν τον τρόπο η εκτελεστική εξουσία θέτει τον εαυτό της υπό αμφισβήτηση, μεταθέτοντας τις ευθύνες της στον απλό ψηφοφόρο που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ούτε όλα τα δεδομένα μιας τέτοιας σημαντικής διαπραγμάτευσης, ούτε βέβαια και το αποτέλεσμά της.

Από την άλλη πλευρά, η Αξιωματική Αντιπολίτευση των Εργατικών προσέφερε για άλλη μια φορά «δίχτυ ασφαλείας» στον πρωθυπουργό Νετανιάχου, στηρίζοντας τη λύση του δημοψηφίσματος και προβάλλοντας την εύηχη εκτίμηση ότι το ισραηλινό εκλογικό σώμα «θα φανεί ώριμο να επιλέξει την ειρήνη έναντι του πολέμου».

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η λύση του δημοψηφίσματος προς το παρόν εξυπηρετεί την ενότητα του κυβερνητικού συνασπισμού και τις πολιτικές επιλογές του Βενιαμίν Νετανιάχου, αναμφίβολα η έγκριση του «Θεμελιώδους Νόμου περί Δημοψηφισμάτων» δημιουργεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θεσμικό προηγούμενο στη λήψη σημαντικών εθνικών αποφάσεων. Ναι μεν ο θεσμός του δημοψηφίσματος στην ισραηλινή έννομη τάξη αφορά εν προκειμένω τον καθορισμό των συνόρων της χώρας – εάν και εφόσον καταλήξουν κάπου οι ειρηνευτικές συνομιλίες- , από την άλλη, όμως, ανοίγει ένα νέο είδος διαλόγου πολίτη-πολιτικού συστήματος. Αλλά, ένας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει ισχυρές δόσεις πολιτικής ωριμότητας ένθεν κακείθεν – γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο.

Παρά το άγνωστο αποτέλεσμα των ειρηνευτικών συνομιλιών, η ισραηλινή κυβέρνηση συνασπισμού δείχνει αποφασισμένη να αλλάξει τους κανόνες τού ισχύοντος πολιτικού συστήματος της χώρας, μειώνοντας την κοινοβουλευτική ισχύ των περιθωριακών πολιτικών δυνάμεων και ενισχύοντας βασικούς κομματικούς και ιδεολογικούς πόλους. Παράλληλα, θεσμοθετείται συνταγματικά και ad hoc ένα αποφασιστικό δημοψήφισμα, που καλεί το εκλογικό σώμα να εγκρίνει ή να απορρίψει εκ των υστέρων τους χειρισμούς της εκτελεστικής εξουσίας, την οποία ωστόσο εξέλεξε, προσδίδοντάς της δημοκρατική νομιμοποίηση.

Ανεξάρτητα από την έκβαση των ειρηνευτικών συνομιλιών, οι κανόνες του ισραηλινού πολιτικού παιχνιδιού αλλάζουν οριστικά τον ερχόμενο Νοέμβριο, όταν η Κνέσετ θα ψηφίσει σε δεύτερη και τρίτη ψηφοφορία τα σχετικά νομοσχέδια, αφού θα τα έχει επεξεργασθεί η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του ισραηλινού κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Συνταγματικό οξύμωρο ή τολμηρές θεσμικές μεταρρυθμίσεις εκ των ενόντων;
Όποια ιδεολογική προσέγγιση και αν επιλεγεί, το μήνυμα που θέλει πάση θυσία να εκπέμψει το Ισραήλ τόσο στην αμερικανική διαμεσολάβηση και στη διεθνή κοινότητα αφ' ενός, όσο και στην ισραηλινή κοινή γνώμη αφ' ετέρου, είναι ότι ενδεχόμενη αποτυχία στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή δεν θα πρέπει να χρεωθεί στην παρούσα πολιτική ηγεσία, αλλά ενδεχομένως στο «ναι» ή στο «όχι» τού μέσου ισραηλινού ψηφοφόρου.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr