Λιτότητα με κινεζικά χαρακτηριστικά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Λιτότητα με κινεζικά χαρακτηριστικά

Γιατί το σφίξιμο της ζώνης στην Κίνα έχει να κάνει περισσότερο με τον Κομφούκιο παρά με τον Κέυνς
Περίληψη: 

Με την λιτότητα να είναι η κυρίαρχη κουβέντα στο Πεκίνο, είναι δελεαστικό να υποθέσουμε ότι η Κίνα έχει ενταχθεί τελικά στην εξελισσόμενη συζήτηση της Δύσης για την μακροοικονομία. Στην πραγματικότητα, οι ηγέτες της Κίνας σχεδιάζουν με βάση ένα πολύ διαφορετικό καμβά πνευματικής ιστορίας.

Ο JOHN DELURY είναι επίκουρος καθηγητής στη Μεταπτυχιακή Σχολή Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Yonsei στη Νότια Κορέα. Μαζί με τον Orville Schell έχουν συγγράψει το βιβλίο με τίτλο Wealth and Power: China's Long March to the Twenty-First Century. Ακολουθείστε τον στο Twitter @JohnDelury.

Φέτος, προς κατάπληξη των παραγωγών ειδών πολυτελείας ανά τον κόσμο, η «λιτότητα» έγινε μια από τις πιο σημαντικές λέξεις στην πολιτική του Πεκίνου. Αφότου έγινε επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας τον περασμένο Νοέμβριο, ο Σι Ζινπίνγκ ανακοίνωσε μια σταθερή ροή μέτρων λιτότητας: κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν φυλακιστεί γιατί έδιναν πολυτελείς δεξιώσεις [1] και φορούσαν πανάκριβα ρολόγια, και η κατασκευή κυβερνητικών κτιρίων [2] έχει απαγορευτεί για πέντε χρόνια. Είναι φυσικό ότι οι δυτικοί σχολιαστές δεν έχασαν χρόνο να ερμηνεύσουν το κίνητρο της λιτότητας της Κίνας από την άποψη της δικής τους μακροχρόνιας συζήτησης σχετικά με την μακροοικονομία: από την Αθήνα ως το Δουβλίνο και την Ουάσιγκτον, πολιτικοί και οικονομολόγοι επιχειρηματολογούν για τα οικονομικά πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των περικοπών επί του προϋπολογισμού και των ελλειμματικών δαπανών.

Αλλά θα ήταν μεγάλο λάθος να ερμηνευθεί η απαγόρευση του Σι για σούπα πτερυγίου καρχαρία (στμ: πανάκριβο έδεσμα στην Άπω Ανατολή) ως μια προέκταση αυτού που ο Paul Krugman περιγράφει από το 2010 ως «στροφή στη λιτότητα» [3] της Δύσης. Ενώ η δυτική λιτότητα αποτελεί ένα εργαλείο χειρισμού τής οικονομίας, στην Κίνα η ουσία της είναι κυρίως πολιτική. Η Κίνα έχει μια μακρά ιστορία προσφυγής στην λιτότητα, όχι για την τόνωση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, αλλά, μάλλον, για την καταπολέμηση της ασθένειας της διαφθοράς. Είναι ασφαλές να πούμε ότι ο Σι σκεπτόταν λιγότερο τον Μίλτον Φρίντμαν και τον Τζον Μάυναρντ Κέυνς από όσο την κινεζική παράδοση πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που εκτείνεται από τον Κομφούκιο ως τους κομμουνιστές.

Κατά την περίοδο σχηματισμού της κινεζικής πολιτικής, περίπου 2.500 χρόνια πριν, ο Κομφούκιος δημιούργησε μια φιλοσοφία διακυβέρνησης και κοινωνικής ηθικής που άφησε βαθύ αποτύπωμα στον πολιτισμό της Ανατολικής Ασίας. Προειδοποίησε τους κυβερνώντες να κρατήσουν τόσο την φορολογία όσο και τις δαπάνες στο ελάχιστο. Ο φωτισμένος ηγεμόνας, είπαν ο Κομφούκιος και οι οπαδοί του, θα πρέπει να ενσωματώνει συγκεκριμένη ηθική λιτότητα στην προσωπική συμπεριφορά του και δημοσιονομική λιτότητα στα θέματα του κράτους. Οι άνθρωποι – οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αγρότες - θα ακολουθήσουν έτσι τον αυτοκράτορα, «όπως το γρασίδι λυγίζει από τον άνεμο». Με άλλα λόγια, επιδεικνύοντας κάποιος την πολιτική αρετή του μέσω της λιτότητας, η σεμνότητα και η απλότητα θα εξασφαλίσουν την λαϊκή νομιμοποίηση και την σταθερότητα της δυναστείας.

Η προσέγγιση του Κομφούκιου για την εξασφάλιση ενάρετης διακυβέρνησης μέσω της λιτότητας υπήρξε συνεχής στην κινεζική πολιτική μέχρι και στη σύγχρονη εποχή. Ένας αυτοκράτορας στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, για παράδειγμα, κήρυξε μόνιμο «πάγωμα» των φορολογικών συντελεστών ως μια επίδειξη της φειδούς του Κομφούκιου. (Ωστόσο η πολιτική αυτή τελικά απέτυχε: Τα όρια στους φόρους παρεμπόδισαν την ικανότητα της κυβέρνησης να δημιουργήσει έσοδα για τα υπόλοιπα 200 χρόνια της δυναστείας του στην εξουσία). Εκστρατείες κατά της διαφθοράς - συμπεριλαμβανομένων των συλλήψεων ανώτερων υπουργών - ήταν ένα σύνηθες χαρακτηριστικό στο τέλος των αυτοκρατορικών χρόνων. Ακόμη και οι μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις του εικοστού αιώνα ήγειραν θέματα διαφθοράς και λιτότητας. Το Εθνικιστικό Κόμμα του Τσιάνγκ Κάι-Σεκ, ο οποίος ανέλαβε ως επικεφαλής του κράτους της Δημοκρατίας της Κίνας μετά το θάνατο του Sun Yat-sen το 1925, κέρδισε γρήγορα φήμη διεφθαρμένου. Ο Τσιάνγκ απάντησε προωθώντας νεο-κομφουκιανικές αξίες, ως μέρος αυτού που αποκαλούσε κίνημα «Νέα Ζωή», το οποίο έκανε την «απλότητα και λιτότητα» μια από τις κεντρικές αρετές του. Αλλά τελικά έπεσε από τον Μάο Τσε Τουνγκ, ο οποίος προώθησε μια ακόμη πιο ριζοσπαστική ιδέα περί αυστηρού κράτους. Ο Μάο απαίτησε από τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος να απορρίψουν ως και την παραμικρή νύξη αστικών ανέσεων, επιβάλλοντάς τους να φορούν μια στολή ανάλογη του αλλόκοτου κοστουμιού του. Αν και ο Μάο κατέληξε να ζει περισσότερο σαν ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας παρά ως ένας Σπαρτιάτης στρατιώτης, ήταν αποτελεσματικός στη δημιουργία τής αντίληψης ότι οι κομμουνιστές ήταν απρόσβλητοι από την διαφθορά, σε πλήρη αντίθεση με τη φήμη του Εθνικιστικού Κόμματος για διαπλοκή. Όπως ο Κομφούκιος θα μπορούσε να έχει προβλέψει, αυτό βοήθησε τους κομμουνιστές να κερδίσουν «την καρδιά και το μυαλό» των ανθρώπων.

Το παλιό κομφουκιανό υπόδειγμα του «καθαρού αξιωματούχου» ακόμη αντηχεί με δύναμη στην σημερινή ημι-καπιταλιστική, ημι-κομμουνιστική, ψευδο-κομφουκιανική Κίνα. Το τρέχον πρόγραμμα λιτότητας είναι καλύτερα κατανοητό ως μια προσπάθεια του Σι να βάλει τη σφραγίδα του στην παραδοσιακή έννοια της χρηστής διακυβέρνησης. Συγκεκριμένα, υπάρχουν σαφή ίχνη του Μάο στο πρόγραμμα του Σι. Πρόσφατα ο Σι εξήρε τον κατάλογο του Μάο των «έξι όχι» [4], που απαγόρευαν στους αξιωματούχους την κατασπατάληση του πλούτου τού λαού, και υποσχέθηκε να ανανεώσει τον παλιό αγώνα τού Μάο κατά «του φορμαλισμού, της γραφειοκρατίας, του ηδονισμού και της υπερβολής».