Η επόμενη οικονομική φούσκα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επόμενη οικονομική φούσκα

Η επερχόμενη μανία για την «πράσινη» τεχνολογία - Και γιατί είναι κάτι καλό

Στον εικοστό αιώνα, η πορεία προς την εθνική ανάπτυξη ακολουθήθηκε από την επιτακτική ανάγκη για εθνική ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η επιστήμη υπηρέτησε τον πόλεμο σε πρωτοφανή κλίμακα, φέρνοντας καινοτομίες από τα ραντάρ μέχρι την ατομική βόμβα. Και η δέσμευση αυτή συνεχίστηκε και μέσα από τις δεκαετίες τού Ψυχρού Πολέμου. Από το 1950 ως το 1978, οι ομοσπονδιακές κυβερνητικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του συνόλου των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη. Από το πυρίτιο ως το λογισμικό και το Διαδίκτυο, η όλη διάταξη των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας που χρησιμοποιούμε σήμερα προέρχεται από κυβερνητικά προγράμματα που αποσκοπούσαν στην προώθηση της εθνικής ασφάλειας.

Οι κρατικές υπηρεσίες δεν χρηματοδοτούσαν μόνο την επιστημονική έρευνα. Χρησίμευσαν επίσης ως δημιουργικοί και συνεργατικοί πελάτες για τα προϊόντα που προέκυψαν. Έκαναν τα προσφερόμενα προϊόντα χαμηλού κόστους, με αξιόπιστη παραγωγή. Με άλλα λόγια, κατέστησαν τις νέες τεχνολογίες ώριμες για εμπορική εκμετάλλευση.

Η Ουάσιγκτον δεν ήταν η μόνη εθνική πρωτεύουσα που υποστήριξε την επανάσταση των υπολογιστών. Σε άμεση αντίθεση με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους, ωστόσο, το Υπουργείο Άμυνας, η NASA και η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας δεν επέλεξαν τους «εθνικούς πρωταθλητές». Αντίθετα, ο ανταγωνισμός για τέτοιες συμβάσεις ήταν ανοικτός σε εταιρίες όπως η Texas Instruments και η Intel. Και οι κυβερνητικές υπηρεσίες επέμειναν σε ένα διαφανές καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο δημιούργησε μια δεξαμενή προσβάσιμης τεχνολογίας στην οποία θα μπορούσαν να βασιστούν οι επιχειρηματίες τού ιδιωτικού τομέα στις επόμενες δεκαετίες.

Στο δεύτερο μισό τού εικοστού αιώνα, η αντιμετώπιση των ασθενειών ήρθε να συμπληρώσει την εθνική ασφάλεια ως κίνητρο για κρατικές επενδύσεις. Η μεταφορά του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον για τον «πόλεμο κατά του καρκίνου», αντιπροσώπευε περισσότερα από ένα παιχνίδι με τις λέξεις. Επικαλέστηκε μια δέσμευση αορίστου χρόνου που ξεπερνούσε μια ανάλυση κόστους-οφέλους, η οποία θα εγγυόταν τους προϋπολογισμούς των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, για μια γενιά.

Κατά σύμπτωση, ακριβώς όπως οι τεχνολογίες πληροφορικής, στις οποίες η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε επενδύσει, ωρίμαζαν μέσα στη δεκαετία του 1980, το πρώτο κύμα τής σύγχρονης βιοτεχνολογίας, ήρθε επίσης, στην επιφάνεια. Και η αρχικά τεράστια επιτυχία των νέων χρεογράφων με την δημόσια εγγραφή (IPO) τής Apple Computer και της Genentech, το φθινόπωρο του ίδιου έτους σηματοδότησε το τέλος επτά ετών που χαρακτηρίστηκαν από παντελή έλλειψη δυναμισμού στο χρηματιστήριο .

ΠΡΑΣΙΝΗ ΦΟΥΣΚΑ

Παρά το γεγονός ότι καθυστέρησε χάρη στην οδυνηρή ήττα του πληθωρισμού από τον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Paul Volker, η «μίνι – φούσκα» νέων χρεογράφων με δημόσια εγγραφή (ΙΡΟ) το 1983 εγκαινίασε τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αισιοδοξία στην ιστορία του καπιταλισμού, με αποκορύφωμα την έκρηξη των εταιρειών dotcom/τηλεπικοινωνίας στο τέλος της χιλιετίας. Και στην πορεία, προέκυψαν διαδοχικές ευκαιρίες IPO για τις νέες εταιρίες βιοτεχνολογίας, συνεχίζοντας ακόμη και μετά το σκάσιμο τής φούσκας το 2001.

Τώρα κείτονται μπροστά μας χρόνια, ακόμη και δεκαετίες οικοδόμησης αυτής της νέας ψηφιακής οικονομίας. Και με αυτό, θα υπάρξουν πολλές ευκαιρίες καινοτομίας που ευνοεί την κερδοσκοπία: η περαιτέρω επέκταση του εικονικού κοινωνικού κόσμου, η μετατροπή της εξ αποστάσεως αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων σε ένα περιβάλλον ασφαλές και αξιόπιστο, το άλμα από την αναγνώριση ομιλίας στην κατανόηση της γλώσσας, η εξαγωγή χρήσιμης πληροφορίας από τα μεγάλα δεδομένα (big data). Η πρόοδος στις βιοεπιστήμες έχει ανάλογες δυνατότητες.

Αλλά, ποιος είναι ο επόμενος τομέας στον οποίο οι κρατικές επενδύσεις και η κερδοσκοπική μανία θα μπορούσαν να συνδυαστούν για να δημιουργήσουν μια άλλη νέα οικονομία; Οι πρώτες εκδηλώσεις της έχουν πρόσφατα φωτίσει τον ουρανό στη Γερμανία και την Κίνα. Η συμπτωματική κίνηση προς μια αυριανή οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι ήδη εμφανής.

Στην πραγματικότητα, οι πρώτες φούσκες τής επόμενης οικονομίας έχουν ήδη αρχίσει να δημιουργούνται: τα τελευταία χρόνια, η γερμανική κυβέρνηση έχει προσφέρει γενναιόδωρες επιδοτήσεις για να υποστηρίξει την ταχεία επέκταση της ηλεκτροπαραγωγής από φωτοβολταϊκά στοιχεία, στις οποίες (επιδοτήσεις) απάντησε επιθετικά η Κίνα. Το κλασικό μοτίβο τής χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας που οδήγησε σε μαζική αύξηση της προσφοράς, ακολουθούμενη από την κατάρρευση των τιμών και την πτώχευση, έχει παιχθεί και στις δύο χώρες.

Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεθεί στο δικό τους περίπλοκο κόμπο. Ο νόμος περί Ενεργειακής Πολιτικής του πρώην προέδρου George W. Bush το 2005 ενέκρινε ένα πρόγραμμα εγγυήσεων δανείων «για την υποστήριξη καινοτόμων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας που δεν είναι συνήθως σε θέση να λάβουν τις συμβατικές ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις λόγω των υψηλών κινδύνων της τεχνολογίας». Στην ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο του 2009, κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της οικονομίας μετά την Lehman Brothers, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε επεκτείνει σημαντικά αυτό το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του σχεδίου του για τόνωση της οικονομίας. Οι έως σήμερα επιτυχίες ενός παραλήπτη, της Tesla, στην προώθηση επαρκούς ενδιαφέροντος για τα ιδιοφυή ηλεκτρικά αυτοκίνητά της, προκειμένου να δημιουργήσει μια μικροφούσκα στις μετοχές της και να εξοφλήσει έτσι το δάνειό της, δεν αντιστάθμισε το πολιτικό κόστος τής διαγραφής δανείων τής Solyndra (προηγμένα φωτοβολταϊκά στοιχεία) και της A123 (μπαταρίες νέας τεχνολογίας) όταν πτώχευσαν και οι δύο.