Μεταξύ διαφορετικών δηλητηρίων… | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μεταξύ διαφορετικών δηλητηρίων…

Η Αμερική έχει πολλές επιλογές στη Συρία αλλά καμία δεν είναι καλή

Η πίεση – για να αποτραπεί ο Άσαντ από την περαιτέρω χρήση χημικών ουσιών ή για να υποχρεωθεί να κάνει παραχωρήσεις - θα οδηγούσε την τιμωρία στην κατεύθυνση ενός πιο φιλόδοξου και δύσκολου στόχου. Μερικοί θεωρητικοί έχουν υποστηρίξει ότι η συγκρατημένη χρήση βίας μπορεί να είναι αποτελεσματική στο να καταδείξει σε μια στοχευμένη κυβέρνηση ότι θα χάσει πολύ περισσότερα από την επακόλουθη κλιμάκωση, αν δεν συγκατανεύσει. Αυτή η ιδέα έχει μια λογική, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί σε πολλές πραγματικές περιπτώσεις πολέμου, αν έχει καν επιβεβαιωθεί ποτέ, όπως έχει δείξει η έρευνα του Robert Pape, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, και άλλων. Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική αυτή εξαρτάται από το πόσο είναι κανείς διατεθειμένος να ρισκάρει περισσότερο διευρύνοντας την έκταση της ισχύος, αν οι περιορισμένες επιθέσεις δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Το πιο κοντινό παράδειγμα επιτυχούς εξαναγκασμού με επιθέσεις από αέρος και μόνο ήταν ο πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά αυτή ήταν μια τεράστια επίθεση 78 ημερών (σίγουρα το απώτατο όριο της έννοιας «περιορισμένη»), και προκάλεσε μια τεράστια καταστροφή στη Σερβία και στον πληθυσμό. Αποδείχθηκε πολύ πιο δαπανηρή για το ΝΑΤΟ από ό, τι είχαν προβλέψει εξαρχής οι διάφοροι ηγέτες– έχοντας προγραμματίσει μόνο μερικές ημέρες βομβαρδισμών. Τέλος, υπάρχει ακόμη μεγάλη αβεβαιότητα για το αν η Σερβία παραδόθηκε λόγω των εναέριων επιθέσεων ή από άλλες αιτίες, όπως η προοπτική μιας χερσαίας εισβολής ή η απόσυρση της ρωσικής διπλωματικής υποστήριξης. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση Ομπάμα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να βομβαρδίσει την Συρία σε κλίμακα ανάλογη του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο.

Ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι η προσπάθεια να εξαναγκαστεί το καθεστώς Άσαντ να προβεί σε παραχωρήσεις προς τους επαναστάτες, θα είναι ένα μακροχρόνιο στοίχημα, και ότι, για να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, αυτό θα απαιτούσε βομβαρδισμούς πιο ισχυρούς και παρατεταμένους από ό, τι προβλέπεται. Και τι γίνεται αν ενώ έχει διακηρυχθεί μόνο ο πιο μετριοπαθής σκοπός - να αποτραπεί ο Άσαντ από την περαιτέρω χρήση χημικών όπλων - το καθεστώς ξανακάνει το ίδιο, παρ' όλα αυτά; Αυτό θα παγίδευε τον πρόεδρο σε μια επιλογή μεταξύ μιας ταπεινωτικής αποτυχίας και μιας αόριστης κλιμάκωσης, και θα προκαλούσε μπερδεμένα ερωτήματα σχετικά με το τι εννοούσε η αρχική έγκριση του Κογκρέσου γι’ αυτό το νέο δίλημμα, το οποίο θα έφερνε τον Ομπάμα και το Κογκρέσο σε μια ακόμη πιο προβληματική κατάσταση από ό,τι στην αρχή.

Ο τερματισμός τού πολέμου - με την προσθήκη αρκετής αμερικανικής δύναμης ώστε οι αντάρτες να νικήσουν τελικά τον Άσαντ - είναι ο πιο φιλόδοξος πιθανός στόχος. Θα μπορούσε επίσης να είναι ο πιο νομιμοποιημένος, δεδομένου ότι, παρά τις αμφίβολες και ασαφείς ψυχολογικές επιπτώσεις από μια λελογισμένη επίθεση, θα μπορούσε να προσφέρει ένα σαφές υλικό όφελος που να δικαιολογεί μια αμερικανική δράση η οποία θα επιφέρει το θάνατο ανθρώπων - ας μην απατώμεθα, εκεί οδηγεί η χρήση της στρατιωτικής δύναμης. Αν και μπορεί να είναι ο πιο νομιμοποιημένος στόχος για μια πολεμική δράση, ωστόσο, είναι ο λιγότερο ρεαλιστικός για τη Συρία. Πρώτον, δεν υπάρχει κανένας ψηφοφόρος στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε οποιοδήποτε σημείο τού πολιτικού φάσματος, που να είναι υπέρ μιας επέμβασης η οποία να μοιάζει ξεκάθαρα με πόλεμο, και δεν υπάρχει καμία εμφανής σκέψη στην κυβέρνηση για μια «περιορισμένη» δράση που να είναι έντονη, παρατεταμένη και αποφασιστική. Δεύτερον, ακόμη και μια μαζική επίθεση από αέρος δεν θα αποτελεί εγγύηση νίκης επί του Άσαντ. Τρίτον, που είναι και η πιο προβληματική από όλες τις αμερικανικές επιλογές στη Συρία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι μια στρατιωτική εκστρατεία που έφθασε σε αίσιο τέλος, θα παράξει ένα καλό αποτέλεσμα - ότι δηλαδή θα αναλάβουν την εξουσία οι καλοί φιλοδυτικοί αντάρτες, και όχι οι κακοί ριζοσπάστες ισλαμιστές που είναι ακόμα χειρότεροι από ό, τι ο Άσαντ. Έτσι, η κυβέρνηση έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι ο στόχος τής αμερικανικής επέμβασης σε αυτή την περίπτωση δεν είναι η αλλαγή καθεστώτος. Αλλά τότε θα μπορούσε κανείς να θέσει το εξής ερώτημα στους υποστηρικτές των αεροπορικών επιδρομών: αν ο στόχος δεν είναι να βοηθήσουν στον τερματισμό του πολέμου είτε μέσω εξαναγκασμού είτε μέσω ολοκληρωτικής νίκης, τότε οι άλλοι στόχοι αξίζουν την χρήση μιας αμφίβολης βίας που σκοτώνει ανθρώπους;

Ο προβληματισμός για την διεθνή αξιοπιστία εκκινεί από την υπόθεση ότι άλλες κυβερνήσεις δεν θα λαμβάνουν πλέον σοβαρά τις αμερικανικές απειλές αν δουν την Ουάσιγκτον να κάνει πίσω. Η ανησυχία αυτή συμπίπτει με το σκεπτικό τής τιμωρίας ως στόχο. Μια έρευνα σε προηγούμενες περιπτώσεις από τον Daryl Press, καθηγητή στο Dartmouth, έχει δείξει όμως ότι οι ανησυχίες περί αξιοπιστίας είναι υπερβολικές. Παρ' όλα αυτά, δεν θα είναι ένα καλό μάθημα για τα απερίσκεπτα καθεστώτα αν ο Ομπάμα αποτύχει να μείνει συνεπής στην αποτρεπτική απειλή του. Δεδομένου ότι το Ιράν και ιδιαίτερα η Βόρεια Κορέα είναι δυνητικά πιο επικίνδυνες χώρες από τη Συρία, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ευκαταφρόνητη ανησυχία. Η επιβεβαίωση της αξιοπιστίας στα μάτια των σκληρών δικτατόρων, ωστόσο, πιθανότατα θα προκύψει από την επιτυχία στην επίτευξη κάποιου σημαντικού στρατηγικού στόχου. Εκδικητικές επιθέσεις που μοιάζουν περιορισμένες, χωρίς αποφασιστικότητα και διαχειρίσιμες, δεν θα πείσουν τους τρίτους ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον Θείο Σαμ με μικρό τίμημα.