Η οικονομική άνθηση της Αφρικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η οικονομική άνθηση της Αφρικής

Γιατί οι απαισιόδοξοι και οι αισιόδοξοι έχουν και οι δύο δίκιο
Περίληψη: 

Το ΑΕΠ τής υποσαχάριας Αφρικής αυξάνεται κατά 5% ετησίως από το 2000 και αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον. Παρά το γεγονός ότι οι απαισιόδοξοι βιάζονται να επισημάνουν ότι αυτή η ανάπτυξη έχει ακολουθήσει τις αυξήσεις στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων, η επιτυχία των πρόσφατων πολιτικών μεταρρυθμίσεων και η αύξηση της διαφάνειας στις αφρικανικές κοινωνίες δίνουν στην περιοχή μια καλή ευκαιρία για την διατήρηση της άνθησης στα επόμενα χρόνια.

Ο SHANTAYANAN DEVARAJAN είναι επικεφαλής οικονομολόγος τής Παγκόσμιας Τράπεζας για την Αφρική.
Ο WOLFGANG FENGLER είναι οικονομολόγος τής Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ερυθραία, την Κένυα και την Ρουάντα.

Αν μιλήσετε με ειδικούς, ακαδημαϊκούς ή επιχειρηματίες για τις οικονομίες των χωρών τής υποσαχάριας Αφρικής, είναι πιθανό να ακούσετε μια από τα δύο αφηγήσεις. Η πρώτη είναι αισιόδοξη: η στιγμή της Αφρικής είναι προ των πυλών ή έχει ήδη φτάσει. Οι λόγοι για να ελπίζει κανείς αφθονούν. Παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση, το ΑΕΠ τής περιοχής αυξήθηκε με ταχείς ρυθμούς, σχεδόν κατά 5% ετησίως από το 2000 και μετά, κατά μέσο όρο, και αναμένεται να αυξηθεί ακόμη ταχύτερα τα προσεχή έτη. Πολλές χώρες, όχι μόνο οι πλούσιες σε πρώτες ύλες, έχουν βιώσει την άνθηση: πράγματι, 20 κράτη της υποσαχάριας Αφρικής που δεν παράγουν πετρέλαιο διαχειρίστηκαν μέσους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ κατά 4% ή και υψηλότερα, μεταξύ των ετών 1998 και 2008. Εν τω μεταξύ, η περιοχή έχει αρχίσει να προσελκύει μεγάλα ποσά ιδιωτικών κεφαλαίων. Ανέρχονται στα 50 δισ. δολάρια το χρόνο, και υπερβαίνουν πλέον την ξένη βοήθεια.

Την ίδια στιγμή, η φτώχεια μειώνεται. Από το 1996, το μέσο ποσοστό της φτώχειας στις χώρες τής υποσαχάριας Αφρικής έχει μειωθεί κατά περίπου μια ποσοστιαία μονάδα κατ' έτος, και μεταξύ 2005 και 2008, το ποσοστό των Αφρικανών στην περιοχή που ζουν με λιγότερο από 1,25 δολάρια την ημέρα μειώθηκε, για πρώτη φορά, από 52% σε 48%. Αν οι σταθερές χώρες της περιοχής συνεχίσουν να αναπτύσσονται με το μέσο όρο των ποσοστών της τελευταίας δεκαετίας, οι περισσότερες από αυτές θα φτάσουν ένα εθνικό κατά κεφαλήν ακαθάριστο εισόδημα 1.000 δολαρίων έως το 2025, το οποίο η Παγκόσμια Τράπεζα θεωρεί ως «μεσαίο εισόδημα». Η περιοχή έχει επίσης κάνει μεγάλα βήματα στον τομέα τής εκπαίδευσης και της υγείας. Μεταξύ 2000 και 2008, οι εγγραφές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν κατά σχεδόν 50%, και κατά την τελευταία δεκαετία, το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί κατά περίπου 10%.

Η δεύτερη αφήγηση είναι πιο απαισιόδοξη. Θέτει εν αμφιβόλω την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης της Αφρικής και υπογραμμίζει την καταθλιπτική εμμονή των οικονομικών προβλημάτων της. Όπως και η πρώτη άποψη, έτσι κι αυτή στηρίζεται σε αδιάσειστα στοιχεία. Πρώτα-πρώτα, η πρόσφατη ανάπτυξη της Αφρικής έχει ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό την αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών, και αυτά αποτελούν το συντριπτικό μερίδιο των εξαγωγών της – κάτι που δεν συνιστά ποτέ σταθερή προοπτική. Πράγματι, οι απαισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι η Αφρική ακολουθεί απλώς τις ανοδικές και καθοδικές διακυμάνσεις των τιμών των αγαθών, και ότι στην περιοχή δεν έχουν γίνει ακόμη εκείνες οι θεμελιώδεις οικονομικές αλλαγές που θα την προστατεύσουν όταν έλθει η ύφεση. Ο τομέας τής μεταποίησης στην υποσαχάρια Αφρική, για παράδειγμα, αντιπροσωπεύει σήμερα το ίδιο μικρό ποσοστό του συνολικού ΑΕΠ, όπως στη δεκαετία του 1970. Επιπροσθέτως, παρά την συνολική μείωση της φτώχειας, μερικές ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Μπουρκίνα Φάσο, η Μοζαμβίκη και η Τανζανία, έχουν μόλις και μετά βίας καταφέρει να μειώσουν τα ποσοστά της φτώχειας τους. Και αν και οι περισσότεροι από τους εμφύλιους πολέμους της Αφρικής έχουν τελειώσει, η πολιτική αστάθεια παραμένει διαδεδομένη: μόνο τη χρονιά που μας πέρασε, η Γουινέα-Μπισάου και το Μάλι υπέστησαν πραξικοπήματα, η βία επανέκαμψε συγκλονίζοντας την ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ξέσπασαν συγκρούσεις στα σύνορα μεταξύ Νότιου Σουδάν και Σουδάν. Αυτή τη στιγμή, περίπου το ένα τρίτο των χωρών της υποσαχάριας Αφρικής είναι στα πρόθυρα βίαιων συγκρούσεων.

Υπάρχουν και άλλα άχαρα προβλήματα που δημιουργούν βαρύ κόστος. Ένα μεγάλο μέρος της Αφρικής υποφέρει από ανεξέλεγκτη διαφθορά, και οι περισσότερες από τις υποδομές της είναι σε κακή κατάσταση. Πολλές κυβερνήσεις δίνουν μάχη για να παρέχουν βασικές υπηρεσίες: οι εκπαιδευτικοί στα δημόσια δημοτικά σχολεία της Τανζανίας απουσιάζουν το 23% του χρόνου, και οι γιατροί του δημοσίου στη Σενεγάλη αφιερώνουν κατά μέσο όρο μόλις 39 λεπτά την ημέρα για να βλέπουν ασθενείς. Τέτοιες ελλείψεις θα γίνονται απλώς πιο έντονες όσο αυξάνεται αλματωδώς ο πληθυσμός της Αφρικής.

Κι έπειτα είναι το γεγονός ότι οι αφρικανικές χώρες, ιδίως εκείνες που είναι πλούσιες σε πρώτες ύλες, πέφτουν συχνά θύματα αυτού που ο οικονομολόγος Daron Acemoglu και ο πολιτικός επιστήμονας James Robinson έχουν ονομάσει «εξορυκτικοί θεσμοί»: πολιτικές και πρακτικές που έχουν σχεδιαστεί για να καρπωθούν τον πλούτο και τους πόρους μιας κοινωνίας προς όφελος μιας μικρής αλλά πολιτικά ισχυρής ελίτ. Ένα από τα αποτέλεσμα είναι η συγκλονιστική ανισότητα, οι επιπτώσεις της οποίας συχνά συγκαλύπτονται από θετικά στατιστικά στοιχεία ανάπτυξης.

Τι μπορεί να κάνει κανείς με όλα αυτά αντιφατικά στοιχεία; Με μια πρώτη ματιά, οι δύο αφηγήσεις φαίνονται ασυμβίβαστες. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι και οι δύο έχουν δίκιο ή τουλάχιστον ότι αντανακλούν πτυχές μιας πιο σύνθετης πραγματικότητας, την οποία καμία εξ αυτών δεν συλλαμβάνει πλήρως. Οι σκεπτικιστές επικεντρώνονται τόσο πολύ στις εξαγωγές αγαθών τής περιοχής που αδυνατούν να κατανοήσουν το βαθμό στον οποίο η πρόσφατη ανάπτυξή της είναι αποτέλεσμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων (πολλές από τις οποίες έγιναν αναγκαίες εξαιτίας των λανθασμένων πολιτικών του παρελθόντος). Οι αισιόδοξοι, στο μεταξύ, υποτιμούν το βαθμό στον οποίο τα ισχύοντα προβλήματα της περιοχής - όπως οι αρτηριοσκληρωτικοί θεσμοί, τα χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης, καθώς και η κάτω του βασικού υγειονομική περίθαλψη - αντικατοπτρίζουν κυβερνητικές αδυναμίες που θα είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν, διότι είναι βαθιά ριζωμένες στην πολιτική αντιπαράθεση.