Ο δρόμος προς την D-Day | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο δρόμος προς την D-Day

Στα παρασκήνια της μάχης που κέρδισε τον πόλεμο
Περίληψη: 

Αν η Επιχείρηση Ηγεμόνας (operation Overlord) αποτύγχανε, ολόκληρη η προσπάθεια των Συμμάχων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αντιμετώπιζε μια άθλια κατάρρευση. Αυτή η νέα εξιστόρηση των γεγονότων που οδήγησαν στην D-Day εξηγεί ποιες -και γιατί- ήταν οι προετοιμασίες που πραγματικά έγιναν ώστε να υπάρξει επιτυχία.

O RICK ATKINSON είναι συγγραφέας και μελετητής τής στρατιωτικής ιστορίας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το The Guns at Last Light: The War in Western Europe, 1944–1945 (Τα όπλα πριν το δειλινό: Ο πόλεμος στην Δυτική Ευρώπη, 1944-1945) (Henry Holt, 2013), από το οποίο προέκυψε αυτό το δοκίμιο.

Ένας καταστροφικός παγετός έπληξε το Ηνωμένο Βασίλειο στα μέσα Μαΐου του 1944, καθυστερώντας τις σοδειές των δαμάσκηνων και των μούρων. Περίεργη ήταν επίσης και η επίμονη ξηρασία. Τα ξενοδοχεία έβαζαν προειδοποιήσεις πάνω από τις μπανιέρες τους: «Η Όγδοη Στρατιά διέσχισε την έρημο με μια γουλιά την ημέρα. 7,5 εκατοστά μόνο, παρακαλώ». Βρετανικές εφημερίδες ανέφεραν ότι ακόμη και ο Βασιλιάς Γεώργιος Στ΄ διατηρείτο «πολύ καθαρός με ένα μπάνιο την εβδομάδα, σε μια μπανιέρα γεμάτη μόνο μέχρι τη γραμμή που είχε χαράξει πάνω της». Θυελλώδεις βόρειοι άνεμοι εμπόδιζαν τα περισσότερα συμμαχικά βομβαρδιστικά να πετάξουν από την Ανατολική Αγγλία και τα Μίντλαντς, αν και περιστασιακά μπορούσε κανείς να δει στόλους από Μπόινγκ τύπου Flying Fortresses να κατευθύνονται προς τα ηπειρωτικά, με τα νέφη καπνού που άφηναν να απλώνονται σαν φτερά στρουθοκάμηλου.

Σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου είχαν αφήσει πίσω τους βρετανικές πόλεις «βρώμικες, απεριποίητες και παραμελημένες, σαν σάπια δόντια», σύμφωνα με ένα επισκέπτη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος διαπίστωσε ότι «οι άνθρωποι αναφέρονται στο ‘πριν από τον πόλεμο’, σαν να ήταν μέρος, όχι χρόνος». Η χώρα ήταν εμποτισμένη από βαριές μυρωδιές, από αιθαλομίχλη και φθηνό άνθρακα και από κούραση. Αγριολούλουδα ρίζωναν στην εκτός βομβαρδισμών περιοχή από το Μπέρμιγχαμ ως το Πλύμουθ. Λιγότερο βουκολική εικόνα ήταν τα εκατομμύρια των αρουραίων που κατέκλυζαν τους υπονόμους του Λονδίνου, συνολικού μήκους 4.800 χλμ. Εξολοθρευτές διέσπειραν 60 τόνους αλλαντικών δηλητηριασμένων με φωσφορικό ψευδάργυρο και μπαγιάτικο ψωμί βουτηγμένο σε ανθρακικό βάριο.

Οι στερήσεις διαχέονταν κι αυτές σαν την οσμή. Η βρετανική κυβέρνηση επέτρεπε στους άνδρες να αγοράζουν καινούργιο πουκάμισο κάθε 20 μήνες. Οι νοικοκυρές μετέτρεπαν τo εργαλείο για τον καθαρισμό της πίπας σε κλιπ για τα μαλλιά. Σιδερένια κιγκλιδώματα και ψησταριές είχαν από καιρό διαλυθεί για τις ανάγκες του πολέμου. Ακόμα και νεκροταφεία έμεναν χωρίς φράκτες. Λίγοι αγοραστές μπορούσαν να βρουν μια πένα ή ένα γαμήλιο δαχτυλίδι, σεντόνια, αποφλοιωτές λαχανικών ή κορδόνια. Αφίσες αποθάρρυναν την ασωτία με απεικονίσεις του Σπάταλου Κοριού, ενός καρτούν με χαρακιές σε σχήμα σβάστικας. Εμφανίζονταν μικρές αγγελίες στην εφημερίδα The Times του Λονδίνου, του τύπου, «χαρίζονται μασέλες» όπως και για δωρεές σε μετρητά για τα τραυματισμένα ρωσικά άλογα του στρατού. Μια διαφήμιση στις οικιακές υπηρεσίες Chez-Vous υποσχόταν αποκατάσταση «βομβαρδισμένων ταπετσαριών και καθαρισμούς χαλιών».

Κρατικά πανό συμβούλευαν, «Το φαγητό είναι πυρομαχικά. Μην το σπαταλάτε». Το δελτίο είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο του 1940 και δεν θα τελείωνε πλήρως μέχρι το 1954. Το μηνιαίο επίδομα τυριού ανερχόταν σε δύο ουγγιές ανά πολίτη. Πολλά παιδιά δεν είχαν δει ποτέ τους λεμόνι. Η βιταμίνη C προερχόταν από τα «υγρά γογγυλιού». Το Υπουργείο Τροφίμων προωθούσε το «ψωμί της λιτότητας», με μια υποψία από πριονίδι, και τον «καφέ της νίκης», που παρασκευαζόταν από βελανίδια. Η «πίτα Woolton», ένα κατασκεύασμα από πατάτες, καρότα, κρεμμύδια, και αλεύρι, λέγανε ότι σου έπεφτε στο στομάχι «όπως το τσιμέντο πάνω στο στήθος». Για τα άτομα με απαιτητικούς ουρανίσκους, δεν εφαρμοζόταν το όριο του σιτηρέσιου όσον αφορά τα κεφάλια προβάτων ή τα χέλια που αλιεύονταν στις τοπικές δεξαμενές ή τους ψητούς κορμοράνους, ένα ινώδες υποκατάστατο των πουλερικών.

Περισσότεροι από 50.000 Βρετανοί πολίτες είχαν σκοτωθεί στις γερμανικές αεροπορικές επιδρομές από το 1940 και μετά, συμπεριλαμβανομένων πολλών στo «Baby Blitz», που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1944 και μόλις τώρα εξασθενούσε. Τα αναγνωριστικά αεροσκάφη τής Λουφτβάφε φώτιζαν τους στόχους τους με φωτοβολίδες αλεξιπτώτου, λούζοντας τα κτίρια και τα χαμηλά σύννεφα με ένα αχνό φως πριν να πέσουν οι βόμβες. Κάποιος περιγράφει στο ημερολόγιό του τα «μεγάλα σταθερά ξίφη από φώτα ανίχνευσης» σε αναζήτηση εχθρικών αεροσκαφών, καθώς τα αντιαεροπορικά θραύσματα πετάγονταν στις στέγες, όπως το χαλάζι. Ακόμη και η λέσχη τένις του Ουίμπλετον είχε δεχτεί επίθεση σε μια πρόσφατη επιδρομή που είχε μετατρέψει το κεντρικό γήπεδο σε μια τεράστια λακκούβα. Ένα φύλακας επιδιόρθωνε τα κουρελιασμένα δίχτυα με σπάγκο. Δεκάδες χιλιάδες στεγάζονταν το βράδυ στις υπόγειες σήραγγες του μετρό. Οι βρεφικές κούνιες που στέκονταν σε σειρές κατά μήκος της αποβάθρας σε 79 συγκεκριμένους σταθμούς ήταν τόσο δυσώδεις που ο γλύπτης Χένρι Μουρ παρομοίασε αυτές τις υπόγειες αποικίες στη διάρκεια του πολέμου με «αμπάρια ενός πλοίου με σκλάβους». Λέγεται ότι ορισμένα μικρά παιδιά που γεννήθηκαν τότε στο Λονδίνο δεν είχαν περάσει ούτε μια νύχτα στα κρεβάτια τους.

Ακόμη και σε εκείνες τις σύντομες καλοκαιρινές νύχτες, η υποχρεωτική διακοπή ρεύματος, η οποία διαρκούσε στα μέσα Μαΐου στο Λονδίνο από τις 22:30 μ.μ. ως τις 5:22 πμ, ήταν τόσο έντονη που ένας συγγραφέας βρήκε την πόλη «βαθιά σκοτεινή, σαν μια ψυχική κατάσταση». Το σκοτάδι απέκρυπτε επίσης μια εσχατολογική λαγνεία, που τροφοδοτείτο από περίπου 3,5 εκατομμύρια στρατιώτες που ήταν τότε στριμωγμένοι σε μια χώρα μικρότερης έκτασης από το Όρεγκον. Κατά το σούρουπο, το Χάιντ Παρκ και το Γκρην Παρκ έμοιαζαν, σύμφωνα με έναν Καναδό στρατιώτη, σαν «ένα τεράστιο πεδίο μάχης του σεξ». Ένας εφημέριος ανέφερε ότι Αμερικανοί στρατιώτες και πόρνες του δρόμου συχνά συνευρισκόταν όρθιοι τυλιγμένοι σε μια καμπαρντίνα, μια στάση που είναι γνωστή ως «Στυλ Μαρμάρινης Αψίδας», από το διάσημο μνημείο απέναντι από το Χάιντ Παρκ. «Το Πικαντίλυ Σέρκους είναι ένα τρελοκομείο μέσα στο σκοτάδι», έγραψε ένας Αμερικανός υπολοχαγός στη μητέρα του, «και κανείς δεν μπορεί να περπατήσει χωρίς να δεχθεί επίθεση από δεκάδες γυναίκες». Οι πόρνες -«οι κομάντο του Πικαντίλυ»- κοντοζύγωναν τους άνδρες μέσα στο μπλακάουτ κι έψαχναν για τα διακριτικά του βαθμού τους, στους ώμους και τα μανίκια, πριν τους πουν την τιμή: 10 σελίνια (2 δολάρια) για απλούς κληρωτούς, μια λίρα (4 δολάρια) για τους αξιωματικούς.