«ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 2020»: ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ «ΗΠΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

«ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 2020»: ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ «ΗΠΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ»

Περίληψη: 

To Foreign Affairs, The Hellenic Edition παρουσιάζει την θέση τών Κατερίνα Βουτσινά, Γιώργου Καλπαδάκη και Γιάννη Κεχαγιάρα σχετικά με τους «Άξονες εξορθολογισμού στην άσκηση Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής μετά την κρίση».
Πρόκειται για το αποτέλεσμα της εργασίας τους εντός τής «ομάδας σκέψης (think tank) Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων» στο πλαίσιο του Συλλόγου Αποφοίτων τού London School of Economics and Political Science.

Η Δρ. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΥΤΣΙΝΑ κατέχει διδακτορικό δίπλωμα σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το London School of Economics. Σήμερα εργάζεται ως λέκτορας στο Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας (DEREE) και ως ερευνήτρια στο εργαστήριο Στρατηγικής & Επιχειρηματικότητας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ).
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ είναι διεθνολόγος και διδάσκει στο τμήμα Νομικής τού Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Σπούδασε στο University College London, το London School of Economics και το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών από το οποίο το 2009 αναγορεύθηκε διδάκτωρ στις διεθνείς σχέσεις.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΧΑΓΙΑΡΑΣ, με σπουδές στη Διεθνή και Ευρωπαϊκή Πολιτική και το Μάνατζμεντ, έχει ασχοληθεί με την έρευνα και συγγραφή θεμάτων που άπτονται της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής. Έχει εργαστεί σε ερευνητικά ινστιτούτα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σήμερα, εργάζεται ως ασκούμενος στη Διεύθυνση Διεύρυνσης της Γραμματείας τού Συμβουλίου τής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

Δύο χαρακτηριστικά που διέπουν σήμερα το διεθνές πλαίσιο είναι αφενός μια μετατόπιση μέρους της παγκόσμιας ισχύος και επιρροής προς τον Ανατολικό Κόσμο, σε αντιδιαστολή με εκείνον της Δύσης, και αφετέρου η ανάπτυξη ταυτόχρονων πολλαπλών πλεγμάτων σχέσεων μέσα σε ένα πολυ-πολικό διεθνές σύστημα όπου δρα μια πληθώρα διεθνών παικτών. Η μετατόπιση προς την Ασία και τις αναπτυσσόμενες, μη δυτικές κοινωνίες (BRICS) σημαίνει την υποχώρηση της «Δύσης» και κυρίως της ΕΕ και των ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαχείριση πόρων (resource governance) και την καταναλωτική ισχύ [6]. Οι αναδυόμενες οικονομίες αναπτύσσουν σχέσεις και συγκροτούν θεσμικές διαδικασίες πολλές από τις οποίες στοχεύουν στην έμμεση αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοταξίας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ταυτόχρονα, η συστημική αυτή μετατόπιση προς τον Ανατολικό Κόσμο σημαίνει και την στροφή του πολιτικού, στρατιωτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ και της ΕΕ προς την Ασία.

Παράλληλα, όπως αναφέρθηκε, παρατηρείται η ανάπτυξη νέων ευέλικτων και πολλαπλών συνεργασιών και συμφωνιών κυρίως σε επίπεδο εμπορίου και οικονομίας (π.χ. Συμφωνίες Ελευθέρου Εμπορίου) μεταξύ όλων των μεγάλων παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων ακόμα και ανταγωνιστριών, τόσο σε πολυμερές όσο και σε διμερές επίπεδο. Οικονομική συνεργασία και ανταγωνισμός αποτελούν πλέον πεδία με αρκετά δυσδιάκριτα όρια. Τέλος, παρατηρούμε μια ποιοτική μετατόπιση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων σε επίπεδο διεθνούς οργάνωσης (παγκόσμια διακυβέρνηση) από θεσμική (π.χ. Γύροι Διαπραγματεύσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) σε λιγότερο θεσμική, όπως φόρα και συνέργειες, π.χ. G20, Δι-ειρηνική Οικονομική Σύμπραξη (TPP), με σημαντική εμπλοκή των οικονομικά αναδυόμενων χωρών (μεταξυ άλλων, Cooper, 2010).

Σε αυτό το πλαίσιο, το μεταψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα διανοίγει περισσότερες δυνατότητες ελιγμού στα κράτη και τους διεθνείς δρώντες, ανεξαρτήτως μεγέθους ή ισχύος, γεγονός που αυξάνει τις δυνατότητες και της Ελλάδας να διαμορφώσει σε αυτή τη βάση μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Κατά συνέπεια, η κορυφαία πρόκληση για την προσαρμογή της Ελληνικής Στρατηγικής και τη μεγιστοποίηση εθνικών ωφελημάτων είναι η στροφή προς την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό, ως την ‘σύγχρονη Μεσόγειο’.

Την ίδια στιγμή, σειρά δομικών κι άλλων παραγόντων δίδουν στη χώρα πλεονεκτήματα τα οποία οφείλει να αξιοποιήσει και να κεφαλαιοποιήσει ακόμα περισσότερο. Επί μακρόν η γεωγραφική της θέση έχει αναδείξει την Ελλάδα σε «σταυροδρόμι» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, κάτι ιδιαίτερα εμφανές στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η δυτική της ταυτότητα και το πλέγμα πατροπαράδοτων σχέσεών της με τη Δύση (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ), τον Αραβικό Κόσμο αλλά και εσχάτως το Ισραήλ συνεπάγονται ότι η διπλωματία της θα μπορούσε να προσαρμοσθεί ώστε να επιτελεί το ρόλο διαμεσολαβητή-διαιτητή στα διεθνή δρώμενα. Τα φαινόμενα που πυροδότησε η «Αραβική Άνοιξη» καθώς και η στρατηγική αξιοποίηση της Ελλάδας από τις δυτικές δυνάμεις στην περίπτωση της Λιβύης υποδεικνύουν την ανάγκη μιας τέτοιας στρατηγικής επιλογής. Ένας τέτοιος προδραστικός ρόλος, όμως, επιτάσσει μακρόπνοο σχεδιασμό, διάθεση ανθρώπινου δυναμικού και πόρων, και επανάκτηση εμπιστοσύνης, που αποτελεί μια βραδεία και αμφίδρομη διαδικασία.

Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι πολιτισμικά η Ελλάδα βρίσκεται εγγύτερα στην Κίνα, την Ινδία, αλλά και την Αίγυπτο, απ’ ότι οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και οι ΗΠΑ (λόγω της αρχαιότητας πολιτισμών, της κομβικής σημασίας του θεσμού της οικογένειας, κλπ.). Είναι ενδεικτικό ότι την ίδια στιγμή που το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας δεν διαθέτει ειδικούς για την Κίνα, στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας υπάρχουν 14 ειδικοί με μεταπτυχιακά και διδακτορικά για την Ελλάδα, οι οποίοι μιλούν άπταιστα την Ελληνική.

ΗΠΙΑ ΙΣΧΥΣ

Όπως διαπιστώνεται από την προηγούμενη ανάλυση, τα Ελληνικά πλεονεκτήματα και οι ευκαιρίες που η Ελληνική διπλωματία έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί –μέσα σε μια δύσκολη περίοδο- περιστρέφονται γύρω από ζητήματα «ήπιας ισχύος». Μέσα στο διεθνές πλαίσιο, η χρήση της «ήπιας ισχύος» γίνεται όλο και περισσότερο μεγάλη σε ένταση από όλο και περισσότερους δρώντες. Οι οικονομικά αναδυόμενες χώρες όλο και περισσότερο χρησιμοποιούν τον όρο στην άσκηση της διπλωματίας τους [7]. Το 2007, ο τότε Κινέζος Πρόεδρος Χου Τζιντάο είχε δηλώσει: «πρέπει να ενδυναμώσουμε τον πολιτισμό ως μέρος της ήπιας ισχύος της χώρας μας, ώστε να εγγυηθούμε καλύτερα τα συμφέροντα της Κίνας» [8]. Ο όρος αρχικά επινοήθηκε από τον Joseph Nye, στο βιβλίο του «Ήπια Ισχύς: Το μέσο επιτυχίας στη διεθνή πολιτική». Η ήπια ισχύς αναφέρεται «στην ικανότητα μιας χώρας να προσελκύει και να πείθει, δηλαδή να πετυχαίνει τους σκοπούς της, με τη δύναμη των συμμαχιών (διπλωματία), των πολιτικών ιδανικών (ιδεολογία) και της ικανότητας να εμπνεύσει άλλα έθνη (πολιτισμός)» (Νye, 2004).
Αποτελεί πλέον μονόδρομο για την Ελλάδα η έμφαση της ήπιας ισχύος σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού και όχι ρητορικής. Σε συνδυασμό με μια περισσότερο ενεργή Εξωτερική Πολιτική που θα δίνει έμφαση στις διμερείς και πολυμερείς συνεργασίες και συνέργειες, η διπλωματία ως εργαλείο ήπιας ισχύος μπορεί να δώσει άμεσα οφέλη τόσο σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο εσωτερικής οικονομικής και κοινωνικής ανασύνταξης μετά την πρόσφατη Κρίση.

ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2020»