Η λιτότητα βλάπτει σοβαρά την υγεία… | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λιτότητα βλάπτει σοβαρά την υγεία…

Υγεία, σύστημα υγείας και κοινωνική ευημερία: Mια αποσιωπημένη σχέση με μοιραία αποτελέσματα

Δεύτερον, προσεγγίζουμε κριτικά την πολιτική του μεταρρυθμιστικού «σοκ» στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα που ξεκίνησε από τη στιγμή υπογραφής του πρώτου Μνημονίου με την Τρόικα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, προκειμένου στη συνέχεια να ανιχνεύσουμε τις ενδείξεις που υποδεικνύουν πλέον τα ερευνητικά δεδομένα ως προς τις αρνητικές τάσεις που διαγράφονται σε βασικούς δείκτες υγείας. Είναι δυνατή η επιτυχία εφαρμογής πολιτικών «σοκ» στην υγεία σε συνθήκες κρίσης; Σε ποιο βαθμό οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν προσπάθεια εξορθολογισμού της λειτουργίας του συστήματος υγείας και όχι απλά μέσο περιορισμού του δημοσιονομικού βάρους και μηχανισμό εσωτερικής υποτίμησης και απαξίωσης του ανθρώπινου δυναμικού; Η κατεύθυνση των αλλαγών απορρέει από εσωτερικές αναγκαιότητες του συστήματος υγείας ή ανταποκρίνονται σε εξωτερικές επιταγές και σκοπιμότητες που επιβάλλονται από το Μνημόνιο;

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ: Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Κατά τη διάρκεια του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα, τέσσερεις οικονομικές κρίσεις και οι επιπτώσεις τους στον τομέα της υγείας έχουν διερευνηθεί: (α) η μεγάλη ύφεση του 1929, (β) η κρίση στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στις χώρες του τρίτου κόσμου, (γ) η κατάρρευση των πρώην σοσιαλιστικών Ευρωπαϊκών χωρών το 1989 και (δ) η οικονομική κρίση στην Ανατολική Ασία το 1997 και στη Λ. Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Η πρώτη από τις υπό εξέταση κρίσεις, η Μεγάλη Ύφεση του 1929, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας στις ΗΠΑ. Οι δημόσιες πολιτικές απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της ανεργίας στην παιδική και μητρική υγεία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Η παροχή προνοιακών υπηρεσιών στις εγκύους και τις θηλάζουσες μητέρες δεν αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης, όπως φαίνεται από την αύξηση της μητρικής θνησιμότητας (Webster 1985). Επιπροσθέτως, εφαρμόστηκαν πολιτικές που αποσκοπούσαν στην περικοπή των προϋπολογισμών υγείας, στη μείωση του ανθρώπινου δυναμικού στις υπηρεσίες υγείας ενώ καταγράφηκε και ο περιορισμός προγραμμάτων όπως για παράδειγμα των εκστρατειών πρόληψης κατά της διφθερίτιδας και του τυφοειδούς πυρετού (Dublin 1932, Editorial of American Journal of Public Health and the Nation’s Health 1934).

Η ύφεση στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε σοβαρές συνέπειες για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Τα Προγράμματα Διαρθρωτικής Προσαρμογής που εφαρμόστηκαν στα κράτη τα οποία δανείστηκαν από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην τομέα της υγείας. Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και η έμφαση στον περιορισμό του κόστους, κατέστησαν τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας απρόσιτες για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε περαιτέρω με την αύξηση της εξάρτησης των τομέων υγείας των δανειζόμενων χωρών από την εξωτερική υποστήριξη (Alubo 1990, Asthana 1994, Stewart 1989, Woodward 1992, Logie and Woodroffe 1993).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κατά τη μετάβασή τους από ένα σύστημα κρατικά διευθυνόμενης οικονομίας προς μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς, πολλές από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υιοθέτησαν μια διαδικασία άμεσων και ταχύρυθμων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η οποία έγινε γνωστή ως «θεραπεία-σοκ» (Murrell 1993). Συνέπεια αυτής της στρατηγικής ήταν η υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας και η χειροτέρευση του επιπέδου υγείας των πληθυσμών, η οποία αντικατοπτρίστηκε στη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης και στην αύξηση της θνησιμότητας και της νοσηρότητας (Field 1995). Το μέσο προσδόκιμο επιβίωσης κατά τη γέννηση στις χώρες αυτές υπολειπόταν του αντίστοιχου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 5,5 έτη το 1990 και 5,9 έτη το 1998, ενώ η διαφορά ήταν ακόμα μεγαλύτερη μεταξύ Κοινότητας και χωρών της πρώην ΕΣΣΔ (7,2 έτη το 1990 και 10,2 το 1998) (WHO EURO 2002). Η ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη στις χώρες της πρώην Σοβιετικής ‘Ένωσης φαίνεται από το γεγονός ότι το προσδόκιμο επιβίωσης των ανδρών μεταξύ 1989 και 1994 μειώθηκε κατά τουλάχιστον 4 έτη. Στην περίπτωση της Ρωσίας η αντίστοιχη μείωση ήταν 6,8 έτη (από 64,2 έτη το 1989 σε 57,4 έτη το 1994) (Breinerd 2010).

Αναφορικά με την οργάνωση των υπηρεσιών υγείας, τα εθνικά συστήματα υγείας τύπου Semashko τα οποία λειτουργούσαν στις εν λόγω χώρες, άρχισαν να αλλάζουν προς μοντέλα κοινωνικής ασφάλισης υγείας τύπου Bismarck. Η υπερβολική έμφαση που δόθηκε στην αποτελεσματική διαχείριση των πόρων και την επέκταση των πηγών χρηματοδότησης, υποβάθμισε τα σημαντικά προβλήματα της ισότητας στην πρόσβαση και της βελτίωσης του επιπέδου υγείας σε δευτερεύοντα ζητήματα. Η μετάβαση προς ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης υγείας έθεσε μείζονα ερωτήματα, σε μια στιγμή κατά την οποία τα βασικά προαπαιτούμενα για τη βιώσιμη λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος υγείας, όπως η ύπαρξη ισχυρής οικονομίας με υψηλό ποσοστό απασχόλησης και επαρκές επίπεδο μισθών έτσι ώστε να εξασφαλίζονται οι αναγκαίες ασφαλιστικές εισφορές, δεν υπήρχε. Η εισαγωγή στοιχείων αγοράς και η επέκταση του ρόλου που διαδραματίζουν οι ιδιωτικές πληρωμές, είτε με τη μορφή της ιδιωτικής ασφάλισης είτε με τη μορφή άμεσων πληρωμών, συμπληρωμών, συνασφάλισης ή εκπιπτόμενων ποσών κάλυψης, αναίρεσαν το κριτήριο της ισοτιμίας (Figueras et al., eds., 2004, Κυριόπουλος κ.α. 2003).