Η άλλη Ευρωκρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η άλλη Ευρωκρίση

Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται απεγνωσμένα στρατιωτική συνεργασία
Περίληψη: 

Τα τελευταία χρόνια, το αμυντικό έλλειμμα της Ευρώπης έχει επιδεινωθεί δραματικά - δηλαδή, οι στρατιωτικές ικανότητές της έχουν υποβαθμιστεί ενώ οι στρατιωτικές της ανάγκες έχουν αυξηθεί. Όμως, οι Ευρωπαίοι βρίσκονται σε άρνηση σχετικά με τη μελλοντική τους πορεία: Θα πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουν να συνεργαστούν για την αμυντική πολιτική.

Ο ANAND MENON είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Διεθνών Υποθέσεων στο King’s College του Λονδίνου.

Όταν οι ηγέτες των 28 κρατών-μελών τής Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συγκεντρωθούν στις Βρυξέλλες για μια από τις τακτικές τους συνόδους κορυφής στις 19 και 20 Δεκεμβρίου, θα είναι η πρώτη φορά σε πέντε χρόνια που η αμυντική πολιτική θα είναι στην ατζέντα τους. Σε αυτή την πενταετία, το έλλειμμα της άμυνας της Ευρώπης έχει επιδεινωθεί δραματικά - δηλαδή, οι στρατιωτικές ικανότητές της έχουν υποβαθμιστεί ενώ οι στρατιωτικές ανάγκες της έχουν αυξηθεί. Εάν οι ηγέτες τής ηπείρου αποτύχουν να κάνουν κάτι για να αντιστραφεί αυτή η τάση, σχεδόν σίγουρα θα το μετανιώσουν τα επόμενα χρόνια. Για πολύ καιρό, οι Ευρωπαίοι βρίσκονται σε άρνηση σχετικά με το ποια πορεία προς τα εμπρός πρέπει να πάρουν. Θα πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουν να συνεργαστούν στην αμυντική πολιτική.

Σύμφωνα με τα λόγια τής Κάθριν Άστον, της ύπατης εκπροσώπου τής ΕΕ για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει «αυξημένη μεταβλητότητα, πολυπλοκότητα και αβεβαιότητα» για τα επόμενα χρόνια. Η Αραβική Άνοιξη και ο πόλεμος στην Συρία συνεχίζουν να εξαπλώνονται στην Ευρώπη, με τη μορφή των προσφύγων και της αυξημένης τρομοκρατικής απειλής. Εν τω μεταξύ, η Ρωσία συνεχίζει να επιμένει στην διεκδίκηση του ελέγχου για μια σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, η ευημερία τής Ευρώπης δεν εξαρτάτο ποτέ πιο πολύ από την διατήρηση των ασφαλών εμπορικών δρόμων στο εξωτερικό. Το να μείνουν οι θαλάσσιοι δίαυλοι ανοιχτοί αποτελεί ιδιαίτερη προτεραιότητα, δεδομένου ότι το 90% τού ευρωπαϊκού εμπορίου μεταφέρεται δια θαλάσσης. Δεν λείπουν καθόλου οι προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής που επηρεάζουν αποφασιστικά τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, αν όχι την ευρωπαϊκή επιβίωση.

Μέχρι τώρα, η Ευρώπη ήταν κατά κύριο λόγο ικανοποιημένη με το να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναλαμβάνουν τον ηγετικό ρόλο στην αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων. Σύμφωνα με μια ανάλυση του γραφείου τού γενικού γραμματέα τού ΝΑΤΟ, το μερίδιο του αμυντικού βάρους τού ΝΑΤΟ που αναλογεί στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αυξηθεί από 63% το 2001 σε 72% σήμερα. Ο μέσος όρος των αμυντικών δαπανών των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ ήταν 2% το 2000 και έχει καταρρεύσει στο 1,5% από το 2007. Αυτή η κατάσταση έχει επιδεινωθεί με την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Σε αντίθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν το 4,6% του ΑΕΠ τους για την άμυνα.

Αλλά δεν είναι πλέον βιώσιμο για την Ευρώπη να αναθέτει σε τρίτους τις απαιτήσεις τής άμυνάς της. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, έχει καταστήσει ξεκάθαρη την αποστροφή του να εμπλέκει τις αμερικανικές δυνάμεις σε στρατιωτικές περιπέτειες στο εξωτερικό, και μια πρόσφατη δημοσκόπηση από το Pew επιβεβαιώνει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη αισθάνεται το ίδιο. Επιπλέον, οι αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες έχουν αλλάξει: Αξιωματούχοι τής κυβέρνησης Ομπάμα έχουν δηλώσει ρητά ότι, ως αποτέλεσμα της επανεξισορρόπησης της Ουάσινγκτον στην Ασία, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην εξασφάλιση της δικής τους γειτονιάς.

Αλλά υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι οι Ευρωπαίοι θα αναλάβουν αυτό το έργο. Ειδικότερα μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της νομισματικής κρίσης της ΕΕ, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν παραμελήσει τις δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες. Οι ισχυροί στρατοί κοστίζουν χρήματα για να χτιστούν και να διατηρηθούν - χρήματα που πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με ανεπάρκεια ταμειακών διαθεσίμων προτίμησαν να ξοδέψουν αλλού. Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα λιτότητας χτύπησε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς της ιδιαίτερα σκληρά. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν κάνει μειώσεις περίπου 8% κατά τα τελευταία αρκετά χρόνια. Αλλά κάποια μικρότερα κράτη-μέλη έχουν ξεκινήσει πιο δραματικές μειώσεις, 20% ή περισσότερο. Η Λιθουανία περιέκοψε τον αμυντικό προϋπολογισμό της κατά ένα εκπληκτικό 36% το 2010. Δεν είναι περίεργο ότι ο Γενικός Γραμματέας τού ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, προειδοποίησε ότι «αν συνεχιστούν οι ευρωπαϊκές αμυντικές περικοπές δαπανών, η ικανότητα της Ευρώπης να είναι μια σταθεροποιητική δύναμη, ακόμη και στη γειτονιά της θα εξαφανιστεί γρήγορα».

Πέρα από τα προβλήματα που προκαλούνται από την μείωση των αμυντικών δαπανών, οι ευρωπαϊκοί στρατοί πάσχουν από την αδυναμία τους να συντονίσουν τις μεταξύ τους πολιτικές. Σε μια εποχή που οι κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν γίνει ο κανόνας, κάθε εθνικός στρατός στην Ευρώπη εξακολουθεί να εκπαιδεύεται, να εξοπλίζεται και να προμηθεύεται ξεχωριστά. Όταν οι χώρες κάνουν περικοπές στα στρατιωτικά τους προγράμματα, το πράττουν χωρίς διαβούλευση με τους εταίρους τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προσπαθούν να συνεργαστούν στο θέατρο των επιχειρήσεων, εμποδίζονται από ασύμβατο εξοπλισμό και βαθιές δογματικές διαφορές.

Ο στρατιωτικός κατακερματισμός τής Ευρώπης προκαλεί επίσης μεγάλη οικονομική αναποτελεσματικότητα. Η πλειοψηφία των εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών δαπανάται για εθνικές ένοπλες δυνάμεις εξοπλισμένες με εθνικά παραγόμενα όπλα. Πράγματι, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν συχνά αντιμετωπίσει την αμυντική πολιτική ως μέσο ενδυνάμωσης των εθνικών επιχειρηματικών πρωταθλητών τους – με έναν τρόπο, παρεμπιπτόντως, που η ΕΕ εδώ και πολύ καιρό έχει θέσει εκτός νόμου για τους μη στρατιωτικούς τομείς. Το 2009, τα κράτη μέλη είχαν συνολικά 89 ενεργά εξοπλιστικά προγράμματα (σε σύγκριση με 27 στις Ηνωμένες Πολιτείες). Περιττό να πούμε ότι πολλά από αυτά τα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα επικαλύπτονται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος των εμποδίων μεταξύ των εθνικών αμυντικών αγορών – συμπεριλαμβανομένου του κόστους που δημιουργείται από τα ασύμβατα όπλα και από τα κλειστά συστήματα εθνικών προμηθειών - είναι πάνω από 3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.