Η άλλη Ευρωκρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η άλλη Ευρωκρίση

Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται απεγνωσμένα στρατιωτική συνεργασία

Τα αποτελέσματα του αμυντικού ελλείμματος της Ευρώπης ήταν πολύ εμφανή κατά την διάρκεια των πρόσφατων στρατιωτικών επεμβάσεων. Παρά το γεγονός ότι η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ευρέως πιστώθηκαν με την ανάληψη της ηγεσίας στην επέμβαση στην Λιβύη, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν πάνω από το διπλάσιο προσωπικό, από την κάθε μια από τις ανωτέρω χώρες. Οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να βασιστούν στις Ηνωμένες Πολιτείες για την παροχή πυραύλων Τόμαχοκ, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και αεροσκαφών ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία αποδείχθηκαν καθοριστικά στην σύγκρουση. Οι ευρωπαϊκές χώρες, έφτασαν μέχρι να πρέπει να μειώσουν την παρουσία τους. Αεροπορικές εξορμήσεις ακυρώθηκαν λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν το μοναδικό αεροπλανοφόρο τους για συντήρηση ενώ οι Ιταλοί απέσυραν το δικό τους ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να το κρατήσουν ενεργό για περισσότερο χρόνο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να καλύψουν όλα τα κενά.

Ωστόσο, παρά τις προφανείς ανεπάρκειες που προκαλούνται από την αποτυχία τους να συνεργαστούν στην στρατιωτική πολιτική και τις προμήθειες, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν επανειλημμένα αποτύχει να πάρουν οποιοδήποτε μέτρο ώστε να διορθώσουν το πρόβλημα. Έχει υπάρξει αφθονία ρητορικών δεσμεύσεων προς τον σκοπό αυτό: από την δημιουργία Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ το 1999, τα κράτη-μέλη έχουν εκδώσει μια σειρά από δηλώσεις προθέσεων, στόχους δυναμικότητας και πρωταρχικούς στόχους. Και όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει οδηγήσει σε δράση. Η Ευρώπη εξακολουθεί να στερείται κρίσιμου στρατιωτικού εξοπλισμού - ικανότητα εναέριου ανεφοδιασμού, εξοπλισμό επιτήρησης και αναγνώρισης πληροφοριών και δορυφορικές επικοινωνίες - που έχει διαπιστωθεί ότι λείπει σύμφωνα με διαδοχικές ευρωπαϊκές εκθέσεις. Ούτε τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη έχουν παράσχει στην ΕΕ την εξουσία να απελευθερώσει την ευρωπαϊκή αγορά όπλων, πόσω μάλλον να σχεδιάσει ή να διεξάγει στρατιωτικές αποστολές.

Μερικές από τις πιέσεις ενάντια στην στρατιωτική συνεργασία είναι απολύτως κατανοητές. Όλες οι κυβερνήσεις είναι εγγενώς απρόθυμες να μοιραστούν τον έλεγχο των αμυντικών πολιτικών τους. Το να στηρίζεσαι σε άλλους για την ασφάλειά σου είναι κάτι πολύ επικίνδυνο, ιδίως όταν, όπως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη-μέλη έχουν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις για την φύση των απειλών που αντιμετωπίζουν. Και οι βραχυπρόθεσμες πιέσεις ώστε να ευνοούνται οι εθνικές βιομηχανίες θα είναι πάντα τεράστιες. Παρ’ όλα τα στρατιωτικά προβλήματα που δημιουργούνται με το να στηρίζονται τα ευρωπαϊκά κράτη σε μικρής κλίμακας εθνικές αμυντικές βιομηχανίες, οι βιομηχανίες αυτές παράγουν πολιτικά πολύτιμες θέσεις εργασίας και δεξιότητες.

Όμως, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά το να ενεργούν ως εάν το αμυντικό έλλειμμα της Ευρώπης δεν υπάρχει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι διατεθειμένες να συνεχίσουν να κάνουν την διαφορά, και οι απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αυξάνονται. Ως πρώτο βήμα, στην επερχόμενη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες, οι ανώτερες πολιτικές προσωπικότητες της Ευρώπης πρέπει να ενισχύσουν την συλλογική στρατηγική ευαισθητοποίησή τους. Θα πρέπει να αναγνωρίσουν τις απειλές που αντιμετωπίζουν καθώς και τους βαθείς περιορισμούς τής ικανότητάς τους να τις αντιμετωπίζουν κατά μόνας. Απλώς οριοθετώντας τα συμφέροντά τους επί της ασφάλειας, τα ευρωπαϊκά κράτη θα αποκαλύψουν μια ευρεία σύγκλιση μεταξύ τους. Παρομοίως, οι εθνικές πρωτεύουσες πρέπει να συμφωνήσουν να επανεξετάσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες που έχουν στην διάθεσή τους, ώστε να μπορούν να περιορίσουν την απόκτηση των ικανοτήτων που οι Ευρωπαίοι συλλογικά δεν χρειάζονται, ή να αποτρέψουν την περικοπή ικανοτήτων που είναι ήδη σε έλλειψη στην Ευρώπη ως σύνολο. Ούτε η σύνοδος κορυφής μπορεί να είναι αποτελέσει ένα μοναδικό γεγονός. Πρέπει να υπάρξει συνέχεια, ίσως παίρνοντας τη μορφή, όπως προτείνει η Άστον, ενός οδικού χάρτη άμυνας στρατηγικού επιπέδου, μαζί με μια «ευρωπαϊκή πρωτοβουλία αμυντικών αναφορών» για τον συγχρονισμό των κύκλων προγραμματισμού των προϋπολογισμών και την θέσπισης κριτηρίων αναφοράς για την πολιτική συνεργασία.

Η ιστορία διδάσκει ότι η σύνοδος κορυφής τού Δεκεμβρίου είναι απίθανο να επιτύχει τίποτα δραματικό σε σχέση με την πανευρωπαϊκή στρατιωτική συνεργασία. Αλλά θα αντιπροσωπεύσει μια δριμεία αποτυχία αν η πρώτη από το 2008 συζήτηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την άμυνα τελειώσει χωρίς να επιτευχθεί μια συμφωνία σε ορισμένα πρακτικά βήματα προς τα εμπρός. Η δέσμευση των εθνικών πολιτικών ηγετών σε μια τέτοια συλλογική διαδικασία θα αποτελέσει ένα απαραίτητο πρώτο βήμα για την ανάπτυξη μεγαλύτερης στρατηγικής ευαισθητοποίησης. Οι Ευρωπαίοι μπορούν να συζητήσουν τόσο τις απειλές που αντιμετωπίζουν συλλογικά όσο και τα περιορισμένα ίδια μέσα που διαθέτει ο καθένας για την αντιμετώπισή τους. Μόνο επί τη βάσει της εν λόγω ευαισθητοποίησης θα μπορούσαν, διστακτικά, να ασχοληθούν με το αμυντικό έλλειμμα άμυνας που πλήττει όλους τους.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/140380/anand-menon/the-other-euro...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr