Τι ισχύει και τι όχι για την Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι ισχύει και τι όχι για την Συρία

Οι πραγματικές αιτίες τής εξέγερσης και η επόμενη μέρα
Περίληψη: 

Καθώς ξεκινούν στην Ελβετία οι συνομιλίες για την επίλυση της κρίσης στην Συρία με τον γνωστό γύρο διαπραγματεύσεων «Γενεύη 2» είναι χρήσιμο να ξεκαθαριστούν ορισμένα ζητήματα γύρω από τον πόλεμο στην Συρία: οι κοινωνικοί και θρησκευτικοί συσχετισμοί, οι δεσμοί και τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων αλλά και οι προοπτικές τής επόμενης μέρας.

Ο AREF AL - OBEID έχει συριακή καταγωγή και είναι ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής. Είναι διδάκτωρ τού τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας τού Παντείου Πανεπιστημίου και καθηγητής τής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και της Σχολής Εθνικής Άμυνας.
Ο ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ κατέχει Masters στη Δημόσια Διοίκηση από το Harvard Kennedy School, Masters of Arts με Διάκριση στις Πολιτικές Επιστήμες (Μεσανατολικές Σπουδές) και Masters of Science στη Φυσική Ωκεανογραφία από το Naval Postgraduate School.
Αμφότεροι εκφράζουν προσωπικές απόψεις.

Όπως αναλύσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας στο Foreign Affairs, The Hellenic Edition για την Ισλαμοφοβία [1], οι διαμορφούμενες από την κοινή γνώμη αντιλήψεις δεν είναι πάντα ορθές ή επιστημονικά τεκμηριωμένες. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώθηκαν και επικράτησαν δυο απόψεις σχετικά με τον συριακό εμφύλιο ή την συριακή επανάσταση κατά του καθεστώτος, οι οποίες είναι στην καλύτερη περίπτωση αληθείς κατά το ήμισυ, αλλά αρκετά εύπεπτες στο ελληνικό κοινό.

Η πρώτη αντίληψη αφορά την θεωρία τής συνομωσίας κατά του λαοφιλούς Άσαντ, όπου αρκετοί δεν μιλούν καν για εξέγερση ή επανάσταση. Η διαμάχη ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα παρουσιάζεται ως καθαρά θρησκευτική, με την Συριακή αντιπολίτευση να κυριαρχείται από φανατικούς μουσουλμάνους και τον «κοσμικό» Άσαντ να στηρίζεται από μεγάλο μέρος τού λαού. Σε αυτό το πλαίσιο ο πόλεμος είναι εμφύλιος, αλλά οι αντάρτες ενισχύονται και από εξωγενείς παράγοντες και κυρίως από την τρομοκρατική οργάνωση αλ Κάιντα και τα παρακλάδια της. Αλλά, ακόμα και αν η εξέγερση δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, κρύβονται πίσω της σκοτεινές δυνάμεις ή ξένες χώρες που θέλουν να υπονομεύσουν τον Άσαντ. Η αλήθεια είναι απλούστερη, ακόμα και αν πράγματι εξυπηρετούνται κάποιες δυνάμεις εκτός Συρίας: η εξέγερση είναι κυρίως κοινωνική και λαϊκή. Θα αναλύσουμε τους παράγοντες που οδήγησαν την πλειονότητα των Σύριων να επαναστατήσουν κατά της οικογένειας Άσαντ [2] ώστε οι αναγνώστες να αντιληφθούν και να κρίνουν μόνοι τους αν Συρία ήταν υποψήφια χώρα για εξέγερση ή όχι, καθώς και για τον κοινωνικό και παλλαϊκό της χαρακτήρα.

ΕΙΝΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ…)

Οι αντιδράσεις κατά του καθεστώτος ξεκίνησαν από τις επαρχίες και επεκτάθηκαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα τής χώρας και είχαν σαν στόχο τον εκδημοκρατισμό, λόγω της καταπίεσης αλλά και της ανάγκης πραγματοποίησης πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ο Άσαντ, συνεχιστής τού πατέρα του και ενός δικτατορικού και μπααθικού καθεστώτος τύπου Σαντάμ Χουσεΐν, στηρίζεται από μια μικρή αλλά πανίσχυρη μειοψηφία. Οι Αλαουίτες αποτελούν το 11.5% [3] του συνολικού πληθυσμού αλλά ελέγχουν πλήρως την κυβέρνηση και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ένα μεγάλο μέρος τού λαού δεν αντιδρά και τηρεί στάση ουδετερότητας ή φιλική προς τον Άσαντ από φόβο, ό,τι γινόταν και επί Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, μόνο που εκεί οι Σουνίτες που είχαν την εξουσία άγγιζαν ή ξεπερνούσαν το 30%. Οι Αλαουίτες εκτός από λίγοι είναι και γεωγραφικά συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται πολύ να ελέγξουν έτερες στις οποίες δεν έχουν κανένα έρεισμα. Συνεπώς, η δημογραφική ανάλυση δείχνει ότι οι περισσότεροι Σύριοι δεν είχαν πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η στήριξη που παρέχει εδώ και χρόνια η Δαμασκός στην Λιβανέζικη Χεζμπολά και στην Παλαιστινιακή Χαμάς, καθώς και η εμπόλεμη κατάσταση με το Ισραήλ εξαιτίας τής κατοχής των υψωμάτων τού Γκολάν, έδινε κάποια λαϊκή νομιμοποίηση στο καθεστώς Άσαντ. Όμως, ο λαός αγανάκτησε από τη σωρεία των λανθασμένων πολιτικών επιλογών του. Πρώτο «έγκλημα» αποτελούν οι καταστροφικές οικονομικές πολιτικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συριακή λίρα υποτιμήθηκε πάνω από 50 φορές από το 1971 μέχρι τις αρχές Μαρτίου τού 2011, ημερομηνία στην οποία τίθεται συνήθως η απαρχή της εξέγερσης.

Επιπρόσθετα, η μεσαία τάξη που αποτελούσε την ραχοκοκαλιά τής συριακής κοινωνίας εξανεμίστηκε για πολλούς λόγους, ειδικά με την κρατικοποίηση των μεγάλων ιδιωτικών βιομηχανιών και εταιριών που ήταν ο άξονας της συριακής οικονομίας από την ανεξαρτησία τής χώρας από τους Γάλλους το 1946 μέχρι το 1970. Η επιβολή ενός οικονομικού κρατικού συστήματος ή μοντέλου που δεν αρμόζει στη περίπτωση της Συρίας κατέστρεψε τις οικονομικές βάσεις ή υποδομές για μια πετυχημένη και ανταγωνιστική οικονομία μιας περιφερειακής δύναμης. Ο Χαφέζ Αλ Άσαντ θεωρούσε την δύναμη των ιδιωτών–επιχειρηματιών απειλή για τον «θρόνο» του κι έτσι εφάρμοσε το δόγμα των κρατικοποιήσεων ως όπλο κατά του ιδιωτικού τομέα τής χώρας. Ο τελικός αντίκτυπος αυτών των κυβερνητικών οικονομικών πολιτικών ήταν ότι τουλάχιστον το 30% των 23 εκατομμυρίων Σύριων ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ [4]. Φυσικά, ο πόλεμος έχει επιδεινώσει την ήδη τραγική κατάσταση. Επίσης, σύμφωνα με τον δείκτη διαφθοράς τού Παγκόσμιου Οργανισμού Διαφάνειας για το 2010, η Συρία βρίσκεται στην 127η θέση σε σύνολο 180 κρατών [5] (και 15η σε σύνολο 22 αραβικών κρατών). Η διαφθορά αποτελεί μακροχρόνια τροχοπέδη για τη συριακή εθνική οικονομία [6]. Όσον αφορά την ανεργία, σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία της Συρίας, έχει ανέλθει στο 39 % το 2012 σε σύγκριση με το 25% το 2004 με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, το άνθος τού συριακού εργατικού δυναμικού μεταξύ των οποίων και ένας μεγάλος αριθμός Χριστιανών, να μεταναστεύσουν προς το εξωτερικό για την αναζήτηση εργασίας, κυρίως στις χώρες του Κόλπου.

Μπορεί τα οικονομικά δεδομένα να είναι καταλυτικά, όμως ακόμα σημαντικότερο ρόλο στην εξέγερση έπαιξε η έλλειψη δημοκρατικών θεσμών. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του συριακού συντάγματος, το Μπάαθ, εδώ και 5 δεκαετίες ελέγχει τη νομοθετική εξουσία. Από τις 250 έδρες τής βουλής διαθέτει, επί μονίμου βάσεως, τις 126 που σημαίνει ότι κανένα νομοσχέδιο δεν μπορεί να ψηφιστεί χωρίς την έγκρισή του. Ο νόμος για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης περιορίζει την ελευθερία τής έκφρασης και επιβάλλει το κρατικό μονοπώλιο στην ενημέρωση με αποτέλεσμα να είναι φιμωμένος ο πνευματικός κόσμος. Στην ουσία, ο Χαφέζ Αλ Άσαντ κυβέρνησε εφαρμόζοντας ένα «νόμο έκτακτης ανάγκης» από το 1963. Το 2011, ο γιος του, Μπασάρ, τον αντικατέστησε με τον «νόμο καταπολέμησης της τρομοκρατίας» [7] προκειμένου να ικανοποιήσει μερικώς τα αιτήματα της αντιπολίτευσης. Επιπλέον, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο και οι εκθέσεις τού ΟΗΕ και πλήθους Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, για του λόγου το αληθές, είναι αμέτρητες [8].