Η μεγάλη ανασκαφή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η μεγάλη ανασκαφή

Πώς να κρατηθούν σε λογαριασμό οι εξορυκτικές εταιρείες –και οι κυβερνήσεις που δουλεύουν μαζί τους

Το 2011 - πριν να βγει από το ορυχείο η πρώτη ουγγιά χαλκού ή χρυσού – η Μογγολία έγινε η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία τού κόσμου, χάρη στο έργο τής κατασκευής τού ορυχείου και της υποδομής γύρω από αυτό. Είτε υποπτευόμενοι ότι είχαν υποτιμήσει την συμφωνία είτε σκεπτόμενοι ότι θα μπορούσαν να αποσπάσουν περισσότερα χρήματα από την Rio Tinto, οι πολιτικοί τής χώρας αποφάσισαν ότι ήθελαν να επαναδιαπραγματευθούν την συμφωνία. Πέρασαν ένα χρόνο προσπαθώντας, αλλά η Rio Tinto αρνήθηκε να υποχωρήσει. Η προσπάθεια τρόμαξε πολλούς άλλους επενδυτές, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι οι συμβάσεις που θα μπορούσαν να υπογράψουν με την κυβέρνηση της Μογγολίας θα έσπαζαν γρήγορα.

Αντιμέτωπες με ένα τέτοιο σενάριο στο παρελθόν, οι επιχειρήσεις εξόρυξης είχαν προσφέρει λίγα περισσότερα από τα κέρδη στις κυβερνήσεις υποδοχής ή βοήθησαν τους πολιτικούς να βρουν άλλους τρόπους να διεκδικήσουν τη νίκη ή να σώσουν την εικόνα τους, όπως με την αύξηση των κοινωνικών δαπανών και τις κοινωνικές παροχές. Όμως, άλλοι πιστεύουν ότι η επίδειξη ευελιξίας θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για περισσότερες παροχές και παράπλευρες ρυθμίσεις στο μέλλον. Η Rio Tinto αποφάσισε να πάει την υπόθεσή της απευθείας στον λαό τής Μογγολίας. Έστησε μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες γύρω από την Ουλάν Μπατόρ, την πρωτεύουσα, όπου αναγραφόταν ο υπολογισμός τού ΔΝΤ ότι η μογγολική κυβέρνηση θα έπαιρνε μεταξύ 55% και 71% από τα συνολικά έσοδα από το ορυχείο. Όμως, οι μέσοι Μογγόλοι δεν είχαν καμία δυνατότητα να γνωρίζουν αν αυτό ήταν μια καλή συμφωνία. Δεν είχαν τίποτα για να συγκρίνουν τους αριθμούς αυτούς.

Οι Μογγόλοι δεν είναι μόνοι τους σε αυτό: δεν υπάρχει κανένας κανόνας ή συνολική βάση δεδομένων των παγκόσμιων μεριδίων κέρδους που διατίθενται σήμερα στον δημόσιο τομέα. Οι περισσότερες εταιρείες εξόρυξης και οι περισσότεροι αναλυτές λένε ότι τα ορυχεία δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους με ακρίβεια, διότι υπάρχουν πάρα πολλές μεταβλητές - η ποιότητα του πόρου, το τοπικό κόστος, το κόστος μεταφοράς και άλλοι παράγοντες. Αλλά, με αρκετό χρόνο και επιμονή, ένα χονδρικό μέτρο μπορεί, στην πραγματικότητα, να καθοριστεί. Το 2010, η ελβετική εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών UBS τοποθέτησε τον παγκόσμιο μέσο πραγματικό φορολογικό συντελεστή για τις εξορύξεις στο 40%. Με άλλα λόγια, αφού εξαιρεθούν όλα τα έξοδα για την κατασκευή και λειτουργία τού ορυχείου, οι κυβερνήσεις παίρνουν περίπου το 40% αυτού που έχει απομείνει, με τη μορφή τελών έκδοσης αδειών, καταβολής δικαιωμάτων, καθώς και διαφόρων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που καταβάλλονται στο κράτος. Μια έκθεση του 2013 από την Goldman Sachs θέτει τον παγκόσμιο μέσο όρο στο 39%. Όπως αναφέρει η έκθεση της Goldman αυτό είναι μια πολύ καλύτερη συμφωνία για τους μεταλλωρύχους από τον μέσο όρο 53% που δίνει ο κλάδος παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το 2012, το ΔΝΤ μελέτησε το θέμα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συμφωνίες εξόρυξης είναι πιο πιθανό να τιμηθούν και από τις δύο πλευρές, εάν η κυβέρνηση παίρνει κάτι μεταξύ 40% και 60% των κερδών.

Έτσι, τουλάχιστον στα χαρτιά - και χωρίς βαθιά έρευνα του ζητήματος κατά πόσον οι συμφωνίες με βάση αυτές τις παραμέτρους τυγχάνουν πάντα πιστής εφαρμογής - φαίνεται ότι η Μογγολία θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένη με το 55% της. Αλλά, ο οποιοσδήποτε κοίταζε τις πινακίδες τής Ρίο Τίντο εκείνο το φθινόπωρο δεν είχε πολλές πιθανότητες να το αντιληφθεί αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης της Μογγολίας, του λαού της και της Rio Tinto συνεχίστηκε. Παρά το γεγονός ότι το ορυχείο άρχισε να λειτουργεί το 2013, η Rio Tinto παραμένει αναποφάσιστη για το αν εξακολουθεί να θέλει να αναπτύξει το ορυχείο πέραν της αρχικής φάσης. Η Μογγολία μπορεί να καταλήξει με λιγότερα χρήματα από ό, τι σχεδίαζε, και έχει ήδη αρχίσει να περιορίζει φιλόδοξα αναπτυξιακά σχέδια.

Για μερικούς Μογγόλους, αυτό θα μπορούσε να είναι θανατηφόρο. Η χώρα έχει ήδη προβλήματα για την κάλυψη των βασικών αναγκών των πολιτών της, και είναι απελπισμένη για πρόσθετα έσοδα. Κατά την χειμερινή περίοδο, η Ουλάν Μπατόρ είναι μια από τις πιο μολυσμένες πόλεις του κόσμου. Οι ελλείψεις στέγης έχουν αναγκάσει ανθρώπους να ζουν σε σκηνές από τσόχα, να καίνε κάρβουνο για να παραμείνουν ζεστοί και να θάβουν τα απόβλητά τους κοντά στην κύρια παροχή ύδρευσης της πόλης. Οι ξένες επενδύσεις θα μπορούσαν να έχουν βοηθήσει την Μογγολία να πληρώσει για να διορθώσει αυτά τα προβλήματα.

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ

Εντός της μικρής ομάδας των εμπειρογνωμόνων για τα έσοδα των ορυχείων, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι οι χώρες πρέπει να ψηφίσουν νόμους για την θέσπιση κανόνων και φορολογικών καθεστώτων για όλα τα έργα πόρων, αντί να διαπραγματεύονται κάθε νέο έργο για ξεχωριστή συμφωνία. Αλλά, αυτοί οι ειδικοί διαφωνούν σχετικά με άλλα θέματα. Το ένα αφορά την συζήτηση κατά πόσον τα φορολογικά καθεστώτα θα πρέπει να σχεδιαστούν για να μεγιστοποιήσουν το δυνητικό έσοδο (κάτι που υποστηρίζει το ΔΝΤ) ή να απλουστευθούν ώστε οι χώρες να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους όρους των συμβάσεων (κάτι που υποστηρίζει το χρηματοδοτούμενο από το Ίδρυμα George Soros, «Watch Institute»).