Ο Ερντογάν το χάνει | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Ερντογάν το χάνει

Πώς οι ισλαμιστές παραδίδουν την Τουρκία
Περίληψη: 

Ευρισκόμενοι στην εξουσία για πάνω από μια δεκαετία, οι Ισλαμιστές τής Τουρκίας αποδεικνύεται ότι είναι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού τους. Η συμμαχία τού ΑΚΡ τού πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με το κίνημα του Fethullah Gülen, ενός μουσουλμάνου κληρικού που καθοδηγεί το ποίμνιό του από την αυτοεξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες, συρρικνώνεται. Καθώς συμβαίνει αυτό, το κοινό χάνει την πίστη του και στους δύο, και ο στρατός ετοιμάζεται να ξαναμπεί στην πολιτική για μια ακόμη φορά.

Ο HALIL KARAVELI είναι βασικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Κεντρικής Ασίας-Καυκάσου και στο Πρόγραμμα Μελετών τού Δρόμου τού Μεταξιού, που είναι συνδεδεμένα με την Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και το Ινστιτούτο Πολιτικών Ασφαλείας και Ανάπτυξης. Είναι επίσης ο διευθυντής σύνταξης στο Turkey Analyst.

Το τουρκικό κράτος άλλαξε χέρια πριν από μια δεκαετία, όταν οι ισλαμιστές συντηρητικοί (υποστηριζόμενοι από τους φιλελεύθερους) επικράτησαν στις εκλογές ενάντια στην παλαιά φρουρά τής χώρας, τους δεξιούς εθνικιστές γνωστούς ως Κεμαλικούς. Ίσως να είναι έτοιμο να το αλλάξει εκ νέου. Η συντηρητική συμμαχία τού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (ΑΚΡ) και το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, ενός μουσουλμάνου κληρικού που καθοδηγεί το ποίμνιό του από την αυτοεξορία του στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει καταρρεύσει. Καθώς συμβαίνουν αυτά, ο στρατός ετοιμάζεται να ξαναμπεί στην πολιτική για μια ακόμη φορά.

Το πρόβλημα ξεκίνησε το 2011, όταν ο Ερντογάν αποφάσισε να εκκαθαρίσει τους περισσότερους υποστηρικτές τού Γκιουλέν από την κομματική λίστα τού AKP ενόψει των γενικών εκλογών τού Ιουνίου. Μη όντας πλέον πρόθυμος να μοιραστεί την εξουσία με κανέναν άλλο, ο Ερντογάν εξεδίωξε επίσης τους περισσότερους φιλελεύθερους και τους υποστηρικτές τού μετριοπαθούς Προέδρου τής Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιούλ. Στη συνέχεια, μια επακόλουθη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την μετάθεση πολλών γκιουλενιστών από βασικές γραφειοκρατικές θέσεις.

Η απάντηση των γκιουλενιστών ήρθε τον Φεβρουάριο του 2012, όταν ένας εισαγγελέας που πιστεύεται ότι συνδέεται με το κίνημα προσπάθησε να κλητεύσει τον Hakan Fidan, τον επικεφαλής τής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και στενό έμπιστο του Ερντογάν, για ανάκριση για το ρόλο του στις τότε μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ). Οι γκιουλενιστές είχαν εκφράσει την έντονη αντίθεσή τους στις συνομιλίες με το κουρδικό κίνημα, και ήθελαν να τις εκτροχιάσουν κατηγορώντας τον απεσταλμένο τού Ερντογάν - και κατ’ επέκταση τον ίδιο τον πρωθυπουργό - για προδοσία.

Το περασμένο καλοκαίρι, το χάσμα μεταξύ των δύο ομάδων διευρύνθηκε, καθώς οι διαδηλωτές κατέλαβαν στο πάρκο Gezi. Τα συνδεδεμένα με τον Γκιουλέν μέσα ενημέρωσης επέκριναν τον Ερντογάν, συγκρίνοντάς τον με «Φαραώ». Η κυβέρνηση, με την φήμη της αμαυρωμένη και τους γκιουλενιστές να κερδίζουν το πάνω χέρι, ανακοίνωσε στα τέλη τού 2013 ότι θα κλείσει τις σχολές που λειτουργούν από τον Γκιουλέν. Αυτό θα στερούσε το κίνημα από την κυριότερη πηγή εσόδων και στρατολογήσεων. Ανέτοιμο να δεχτεί το χτύπημα αδιαμαρτύρητα, το κίνημα Γκιουλέν αντεπιτέθηκε υποστηρίζοντας μια έρευνα για διαφθορά, με επικεφαλής τον εισαγγελέα Celal Kara, εναντίον των συγγενών διαφόρων υπουργών και επιχειρηματιών με στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση. Ανεβάζοντας το στοίχημα, ο Ερντογάν ξεκίνησε μια ευρείας κλίμακας εκκαθάριση από ευαίσθητες θέσεις στην γραφειοκρατία, το δικαστικό σώμα και την αστυνομία οποιουδήποτε υπήρχε υποψία ότι ήταν συμπαθών του Γκιουλέν.

Ο Γκιουλέν, βέβαια, επιμένει ότι δεν ασκεί καμία εξουσία σε κρατικούς αξιωματούχους και ισχυρίζεται ότι το μόνο μέλημά του είναι ο λαός. Ωστόσο, σε ένα εξαιρετικά φλογερό κήρυγμα τον περασμένο Δεκέμβριο, ο Γκιουλέν καταράστηκε εκείνους «που κάνουν τα στραβά μάτια στον κλέφτη, ενώ τιμωρούν εκείνους που διώκουν τους κλέφτες», εκλιπαρώντας τον Θεό να «καταστρέψει τα σπίτια τους με τη φωτιά, να διαλύσει τις φωλιές τους, να σπάσει συμφωνίες τους». Ακόμα και οι γκιουλενιστές δεν αρνούνται την ύπαρξη ενός άτυπου δικτύου πιστών στο εσωτερικό τού κράτους. Αυτή ήταν η συμφωνία μεταξύ του ΑΚΡ και των γκιουλενιστών εξ αρχής: Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή του – σε ψήφους και με την ανάδειξη του ΑΚΡ από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των γκιουλενιστών - το κίνημα Γκιουλέν θα στελέχωνε την κρατική γραφειοκρατία. Στην πραγματικότητα, το ΑΚΡ χρειάζεται τα μορφωμένα στελέχη των γκιουλενιστών για να διοικήσει την Τουρκία, ιδίως την αστυνομία και το δικαστικό σώμα. Και από το 2008, οι συμπαθούντες τον Γκιουλέν στην αστυνομία και στις εισαγγελείες έχουν βοηθήσει να μπουν εκατοντάδες αντίπαλοι του καθεστώτος στη φυλακή.

Τώρα, με διαλυμένη την σχέση ΑΚΡ-γκιουλενιστών, ο Ερντογάν κατηγορεί τους πρώην συμμάχους του ότι έχουν εγκαθιδρύσει ένα παράλληλο κράτος που αψηφά την εξουσία τής εκλεγμένης κυβέρνησης και ότι στήνουν ένα πραξικόπημα εναντίον του. Η πιο πρόσφατη κίνησή του εναντίον τού λεγόμενου παράλληλου κράτους ήταν η προσπάθειά του τον περασμένο μήνα να θεσπίσει ένα νόμο που θα υποτάξει το δικαστικό σώμα στην εκτελεστική εξουσία, εμποδίζοντας τούς εχθρούς του να ξεκινήσουν περαιτέρω έρευνες. Αυτό θα βολέψει την οικογένεια Ερντογάν μια χαρά: Ο εισαγγελέας προσπάθησε να θέσει υπό κράτηση τον γιο τού Ερντογάν, στο τέλος τού περασμένου έτους. Η αστυνομία, κατόπιν εντολής από την κυβέρνηση, αρνήθηκε να εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία, και ο εισαγγελέας στη συνέχεια μετατέθηκε. Περισσότεροι από 2.000 αστυνομικοί και περίπου 100 εισαγγελείς έχουν μετατεθεί από τον περασμένο Δεκέμβριο.

Η σύγκρουση μεταξύ Ερντογάν και του κινήματος Γκιουλέν μπορεί να ακούγεται αρκετά βυζαντινική. Αλλά να θυμάστε ότι ετούτη είναι η γη που μας έδωσε αυτόν τον όρο. Πράγματι, η διαμάχη αυτή ακολουθεί ένα ιστορικό μοντέλο. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι φοβούνταν τις αυτόνομες εξουσίες όπως οι θρησκευτικές κοινότητες. Ο Μωάμεθ Β’, ο κατακτητής τής Κωνσταντινούπολης, ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικός: περιέκοψε οικονομικές ελευθερίες σε μια προσπάθεια να αποδυναμώσει τις θρησκευτικές αδελφότητες. Ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής τής Δημοκρατίας, είχε εμμονή με το να κατευνάσει τις θρησκευτικές αδελφότητες, θέλοντας να διασφαλίσει ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ανταγωνιστούν το κράτος. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου έφτασε ακόμη και να υπερασπιστεί τις συνεχιζόμενες εκκαθαρίσεις επισημαίνοντας την ιστορία. Οι παραδόσεις τού τουρκικού κράτους, είπε, περιλαμβάνουν την πρακτική τής «θυσίας των γιών για το κράτος», ώστε να εξαλειφθούν πιθανοί αντίπαλοι για τον θρόνο.