Αλ-Σίσι ο Ανίκητος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αλ-Σίσι ο Ανίκητος

Γιατί ο επόμενος πρόεδρος της Αιγύπτου δεν θα φοβάται μια εξέγερση
Περίληψη: 

Ο Abdel Fattah al- Sisi δεν φαίνεται να έχει λύσεις για κανένα από τα προβλήματα που ανέτρεψαν τους δύο τελευταίους ηγέτες της Αιγύπτου. Αλλά, αν κερδίσει την προεδρία, θα είναι πολύ καλύτερα προστατευμένος από εξεγέρσεις από όσο οι προκάτοχοί του.

Ο ERIC TRAGER είναι συνεργάτης στην έδρα Esther K. Wagner στο Washington Institute for Near East Policy.
Ο GILAD WENIG είναι βοηθός ερευνητής στο Program on Arab Politics στο Washington Institute for Near East Policy.

Η γρήγορη ανέλιξη του Αιγύπτιου υπουργού Άμυνας, Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι, από σκοτεινός γραφειοκράτης τού στρατού σε εθνικό είδωλο, αντανακλά την λαϊκή διάθεση της Αιγύπτου, η οποία, μετά από τρία και πλέον χρόνια συνεχούς πολιτικής αναταραχής, επιθυμεί την σταθερότητα με τη μορφή ενός ισχυρού άνδρα. Αλλά, η ξαφνική εμφάνισή του αντανακλά επίσης την κατήφεια των Αιγύπτιων: ο Σίσι αντιπροσωπεύει την κατά 180 μοίρες ιδεολογική διαφορά από τον Μοχάμεντ Μόρσι, τον ηγέτη τής Μουσουλμανικής Αδελφότητας τον οποίο οι Αιγύπτιοι είχαν εκλέξει λιγότερο από δύο χρόνια πριν και στην συνέχεια τον ανέτρεψαν, 12 μήνες αργότερα. Οπότε δεν πρέπει να αποτελέσει καμία έκπληξη εάν η υποστήριξη στον Σίσι ελαττωθεί γρήγορα αφότου κερδίσει την προεδρία, και η Αίγυπτος δει και πάλι μαζικές διαδηλώσεις. (Δεν βοηθά τα πράγματα ότι, όπως και σχεδόν κάθε άλλη αιγυπτιακή πολιτική προσωπικότητα, ο Σίσι δεν έχει προφανείς απαντήσεις για τα σημαντικά οικονομικά δεινά τής χώρας, την υψηλή ανεργία των νέων και την πολιτική των αποκλεισμών).

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Σίσι θα αντιμετωπίσει την ίδια μοίρα με τον Μόρσι. Ακόμα κι αν ο Σίσι αντιμετωπίσει μια εξέγερση, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι θα είναι πιο ανθεκτικός από όσο οι ανατραπέντες προκάτοχοί του, καθώς και πιο ανθεκτικός από όσο άλλοι πιθανοί υποψήφιοι για την προεδρία τής Αιγύπτου.

Παρά το γεγονός ότι η λατρεία τής προσωπικότητας του Σίσι προέρχεται από τον δημόσιο ρόλο του στην εκδίωξη του Μόρσι στις 3 Ιουλίου, αυτό είναι το κύρος του ως ragul dawla (κυριολεκτικά, «ο άνθρωπος του κράτους») που τον κάνει άξιο προεδρικό υποψήφιο στα μάτια πολλών Αιγυπτίων. Με την εξαίρεση του Μόρσι, κάθε αρχηγός κράτους που έχει προκύψει μετά την επανάσταση των Ελεύθερων Αξιωματικών το 1952 είτε από το στρατό είτε από το δικαστικό σώμα, καθώς και εκείνοι που υποστήριξαν την εξέγερση-πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού, αποδίδουν συχνά τις αποτυχίες τού Μόρσι ως προέδρου στο γεγονός ότι είναι ragul al-gamaa («ένας άνθρωπος της κοινωνίας», εννοώντας την Αδελφότητα). Με την βία τώρα να αυξάνεται, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των τρομοκρατικών επιθέσεων από τζιχαντιστές που έχουν ως βάση το Σινά και μια εκστρατεία για την δολοφονία αξιωματικών τής αστυνομίας που υποστηρίζεται από την Αδελφότητα [1], οι πολίτες ζητούν έναν ragul dawla να αποκαταστήσει την τάξη.

Ωστόσο, ακόμη και αν πολλοί Αιγύπτιοι προτιμούν ηγέτες που είναι rigal dawla, η υποστήριξή τους στους στρατιωτικούς ηγέτες δεν είναι σταθερή. Τον περασμένο Μάρτιο, ακόμη και όταν η λαϊκή υποστήριξη στον Μόρσι μειώθηκε απότομα, μόνο 3% των Αιγυπτίων ήθελαν «τον υπουργό Άμυνας ή άλλον στρατιωτικό» ως πρόεδρό τους, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση [2]. Το πορτρέτο τού Σίσι μπορεί να εμφανίζεται σε πιτζάμες και μπισκότα, αλλά η υποστήριξη γι’ αυτόν είναι μάλλον ρηχή. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση [3] από το Κέντρο Ibn Khaldun, ένα think tank στο Κάιρο, έθεσε την λαϊκή υποστήριξη για την προεδρική υποψηφιότητά του στο 54,7% - ποσοστό όχι ιδιαίτερα υψηλό, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν άλλοι εύλογοι ανταγωνιστές εκείνη την εποχή. Και δεδομένων των σημαντικών προκλήσεων (οικονομικών, πολιτικών και ασφάλειας) που θα αντιμετωπίσει ο Σίσι αφότου γίνει πρόεδρος, οι μικρές αντι-μιλιταριστικές διαδηλώσεις αυτών των ημερών θα μπορούσαν να γίνουν μαζικές διαδηλώσεις αύριο.

Είναι δελεαστικό να σκεφτεί κανείς ότι τέτοιες διαδηλώσεις θα μπορούσαν να απειλήσουν την θέση τού Σίσι στην εξουσία, όπως ακριβώς τελικά ανέτρεψαν τους πρώην προέδρους τής Αιγύπτου, Χόσνι Μουμπάρακ και Μόρσι. Αλλά οι μαζικές διαδηλώσεις από μόνες τους δεν θα ήταν αρκετές για να πετάξουν αυτούς τους δύο άνδρες από την εξουσία. Και οι δύο θα μπορούσαν να έχουν καταφέρει να παραμείνουν στην εξουσία, αν σημαντικά κρατικά όργανα δεν είχαν τους δικούς τους ιδιοτελείς λόγους ώστε να πλαισιώσουν τους διαδηλωτές. Το 2011, οι ανώτατοι αξιωματικοί τής Αιγύπτου είδαν τελικά την εξέγερση κατά του Μουμπάρακ ως χρήσιμη για να προλάβουν έναν άνθρωπο που δεν εμπιστεύονται [4] - τον γιο τού δικτάτορα, Γκαμάλ Μουμπάρακ, ο οποίος δεν είχε στρατιωτικό υπόβαθρο - από το να διαδεχθεί τον Μουμπάρακ [5]. Και το 2013, ένα ευρύ φάσμα κρατικών θεσμών - ιδιαίτερα το Υπουργείο Εσωτερικών και το δικαστικό σώμα - συμμετείχαν ενεργά στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις κατά του Μόρσι, επειδή φοβούνταν τις προσπάθειες του Μόρσι να τους βάλει κάτω από την ομπρέλα τής Αδελφότητας. Αυτό έθεσε την προοπτική τής κατάρρευσης του κράτους και ώθησε στην παρέμβαση του στρατού μετά από μόλις τέσσερις ημέρες διαδηλώσεων.

Αντίθετα, οι κρατικοί θεσμοί θα ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν στις μαζικές διαδηλώσεις με την ανατροπή τού Σίσι, για δύο λόγους. Πρώτον, η αστυνομία και η δικαιοσύνη είναι μαζί στο να βλέπουν την επερχόμενη προεδρία Σίσι ως προπύργιο κατά της Αδελφότητας, και μια πρώτη γραμμή άμυνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια με την υποστήριξη της Αδελφότητας που θα επιδιώξει εκδίκηση για το πραξικόπημα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής τής Ημέρας τής Αστυνομίας στα τέλη Ιανουαρίου στην οποία παρέστη ο Σίσι, ο υπουργός Εσωτερικών Μοχάμεντ Ιμπραήμ σηματοδότησε την έντονη υποστήριξή του στον Σίσι επαινώντας [6] τον ως «μοναδικό, απαράμιλλο, διορατικό και συνετό ηγέτη» που έχει υποστηρίξει τις δυνάμεις ασφαλείας στην προσπάθειά τους να επιτύχουν σταθερότητα, να καταπολεμήσουν την τρομοκρατία και να διατηρήσουν την ασφάλεια της Αιγύπτου. Το νέο σύνταγμα της Αιγύπτου, το οποίο παρέχει πρωτοφανή εξουσία στην αστυνομία, το δικαστικό σώμα και τον στρατό, θα ενισχύσει την δέσμευση των εν λόγω θεσμών σε ένα καθεστώς με επικεφαλής τον Σίσι, και ο υπουργός Άμυνας έχει ξοδέψει μεγάλο μέρος των τελευταίων επτά μηνών για να προσεγγίσει θρησκευτικές προσωπικότητες και διοικητές ασφαλείας για να εξασφαλίσει την διαρκή υποστήριξή τους.