Ρωσικός ρεβιζιονισμός | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ρωσικός ρεβιζιονισμός

Το σχέδιο του Πούτιν για την ανατροπή τής ευρωπαϊκής τάξης
Περίληψη: 

Θα είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί ο Πούτιν, επειδή αρνήθηκε να παίξει με τους δυτικούς κανόνες. Δεν φαίνεται να φοβάται την πολιτική απομόνωση: την προκαλεί. Φαίνεται ότι δεν ανησυχεί για το κλείσιμο των συνόρων: ελπίζει γι’ αυτό. Η εξωτερική του πολιτική ισοδυναμεί με μια βαθιά απόρριψη της Ευρώπης και μια προσπάθεια να χαράξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ευρωπαϊκού κόσμου και εκείνου της Ρωσίας.

Ο IVAN KRASTEV είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών στην Σόφια και μόνιμος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Σπουδών στην Βιέννη.

Η προθυμία τής Ρωσίας να παραβιάσει την εδαφική κυριαρχία τής Ουκρανίας είναι η σοβαρότερη πρόκληση στην ευρωπαϊκή τάξη για πάνω από μισό αιώνα. Η σύγκρουση αφορά μια τεράστια πυρηνική δύναμη εναντίον ενός κράτους ίσου σε μέγεθος με την Γαλλία, ένα αυταρχικό καθεστώς εναντίον μιας επαναστατικής κυβέρνησης. Η ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία θέτει ερωτήματα σχετικά με τις εγγυήσεις για την ασφάλεια που έδωσε η Δύση στην Ουκρανία όταν η χώρα εγκατέλειπε τα πυρηνικά της όπλα το 1994, και δοκιμάζει την πίστη πολλών Ευρωπαίων ότι, τα τελευταία χρόνια, ένας ηπειρωτικός πόλεμος έχει γίνει σχεδόν αδύνατος. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι η εμφάνιση μιας τρίτης ρωσικής αυτοκρατορίας ή ενός αποτυχημένου ουκρανικού κράτους στο κέντρο της Ευρώπης.

Η επιθετικότητα της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μια ευκαιριακή αρπαγή εξουσίας. Αντί γι’ αυτό, μάλλον είναι μια προσπάθεια να αντισταθεί πολιτικά, πολιτιστικά και στρατιωτικά στην Δύση. Η Ρωσία κατέφυγε σε στρατιωτική βία επειδή ήθελε να σηματοδοτήσει μια αλλαγή παιχνιδιού, όχι επειδή δεν είχε άλλες επιλογές. Πράγματι, είχε πολλούς τρόπους για να ασκήσει πίεση στο Κίεβο, μεταξύ άλλων μέσω του ρωσικού στόλου τής Μαύρης Θάλασσας στη Σεβαστούπολη, στην ουκρανική πόλη στην οποία ελλιμενίζεται. Μπορούσε να παίξει με τις τιμές του φυσικού αερίου. Να απαιτήσει από την Ουκρανία να αρχίσει να πληρώνει το δημόσιο χρέος της προς την Ρωσία. Και να μοχλεύσει το αντι-ουκρανικό αίσθημα στον σημαντικό ρωσικό πληθυσμό τής Ουκρανίας. Επίσης, ανώτερες αμερικανικές προσωπικότητες [1] είχαν ήδη σημειώσει ότι η ουκρανική κρίση δεν μπορεί να λυθεί χωρίς την Ρωσία, και οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν εκφράσει την δυσαρέσκειά τους [2] για μια νέα (και ατυχή) νομοθεσία που ψήφισε η μεταβατική κυβέρνηση της Ουκρανίας αμέσως μόλις σχηματίστηκε, η οποία υποβαθμίζει το καθεστώς τής ρωσικής γλώσσας. Με άλλα λόγια, η καταφυγή στην βία ήταν περιττή.

Ήταν επίσης επικίνδυνη: Η Ουκρανία είναι μια μεγάλη χώρα, και ο πληθυσμός της εξακολουθεί να βρίσκεται σε επαναστατική διάθεση, έτοιμος να αγωνιστεί για μια πατριωτική αιτία. Η παρέμβαση της Μόσχας θα προκαλέσει ισχυρά αντι-ρωσικά αισθήματα στην Ουκρανία και ίσως θα φέρει ό, τι έχει απομείνει από την χώρα πιο κοντά στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία κινδυνεύει επίσης να εξαπολύσει μια πραγματική ανθρωπιστική κρίση στο εσωτερικό τής Ρωσίας. Σύμφωνα με ρωσικές πηγές, περίπου 700.000 Ουκρανοί έχουν καταφύγει στην Ρωσία κατά την διάρκεια των τελευταίων δύο μηνών. Περίπου 143.000 από αυτούς ζήτησαν άσυλο. Ένας πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε να τριπλασιάσει αυτούς τους αριθμούς. Τέλος, είναι εύκολο να προβλεφθεί ότι η χρήση βίας από την Μόσχα θα εντείνει την πολιτική απομόνωση της Ρωσίας. Έχει ήδη προκαλέσει ορισμένες οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις [3], κάτι που θα μπορούσε να μετατραπεί σε γροθιά νοκ-άουτ για την στάσιμη ρωσική οικονομία. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις [4], οι άμεσες δαπάνες τής Ρωσίας για ένα πόλεμο στην Ουκρανία θα μπορούσαν να φθάσουν πάνω από το 3% του ρωσικού ΑΕΠ (πάνω από 60 δισ. δολάρια).

Ωστόσο, ο Πούτιν αποφάσισε να ρίξει την επιφυλακτικότητα στα σκουπίδια. Ο θυμός είναι ένα από τους λόγους που έπραξε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Πούτιν είχε ηττηθεί δύο φορές στην Ουκρανία: η πρώτη ήταν κατά την Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004, η οποία έφερε στην εξουσία μια φιλοδυτική συμμαχία υπό την ηγεσία τής Γιούλια Τιμοσένκο, και η δεύτερη κατά την διάρκεια των πρόσφατων διαδηλώσεων, που έσπρωξαν τον πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, έναν φιλορώσο πολιτικό, έξω από την εξουσία. Η Μόσχα είχε στοιχηματίσει στον Γιανουκόβιτς και είχε προσπαθήσει να τον κρατήσει όμηρο για τα δικά της συμφέροντα. Για παράδειγμα, τον πίεσε να αρνηθεί να υπογράψει μια συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ (η αποτυχία του να υπογράψει ήταν αυτή που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες στην Ουκρανία) και δάνεισε στην Ουκρανία σχεδόν 15 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας έτσι την χώρα εξαρτημένη από την Ρωσία. Αλλά ήταν ο Πούτιν, ο οποίος έγινε πραγματικά όμηρος του όλο και πιο αντιδημοφιλούς Γιανουκόβιτς και της δύσμοιρης παρέας του. Όταν ο Γιανουκόβιτς έχασε την εξουσία, ο Πούτιν ξαφνικά και απρόσμενα έχασε τον στρατηγικό εταίρο του. Η κλιμάκωση από τον Πούτιν, εν μέρει τουλάχιστον, είναι μια προσπάθεια να καλύψει τις αποτυχίες τής δικής του πολιτικής στην Ουκρανία.

Προς το παρόν, η Μόσχα θέλει να ανατρέψει το νέο καθεστώς στο Κίεβο, για το οποίο θεωρεί ότι αποτελείται από ριζοσπάστες που δεν θα επιβιώσουν περισσότερο από μερικές εβδομάδες στην εξουσία. Πιέζοντας το καθεστώς με μια εισβολή και αυξάνοντας τους φόβους των ρωσόφωνων στη Νότια Ουκρανία και στα ανατολικά, ο Πούτιν κατά πάσα πιθανότητα θα πάρει αυτό που θέλει. Ο στρατηγικός στόχος του δεν είναι να αποσπάσει την Κριμαία, όπως τα πρόσφατα γεγονότα θα μπορούσαν να σημαίνουν, αλλά να επιφέρει μια συνταγματική κρίση που θα ξανακάνει την Ουκρανία ένα ομόσπονδο κράτος με ένα πολύ αδύναμο κέντρο, το ανατολικό μέρος του οποίου θα είναι πιο εναρμονισμένο με την Ρωσία και το δυτικό τμήμα πιο κοντά στην Πολωνία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνειδητοποιώντας ότι έχει χάσει το Κίεβο, με λίγα λόγια, ο Πούτιν φαίνεται να θέλει να μετακινήσει το κέντρο ισχύος τής Ουκρανίας αλλού.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι ο Πούτιν ξέρει ότι μπορεί πιθανώς να την γλιτώσει. «Τι μπορούμε να κάνουμε;» [5] αναρωτήθηκε η Fiona Hill, η μελετητής τού Brookings Institution, που ήταν κορυφαία αξιωματούχος τής υπηρεσίας πληροφοριών των ΗΠΑ για την Ρωσία κατά την διάρκεια του πολέμου τής Γεωργίας, σε μια πρόσφατη συνέντευξή της στους The New York Times. «Θα μιλήσουμε για κυρώσεις. Θα μιλήσουμε για κόκκινες γραμμές. Θα φέρουμε τους εαυτούς μας ουσιαστικά σε έναν παροξυσμό. Και εκείνος θα κάνει ένα βήμα πίσω και θα παρακολουθεί. Απλώς ξέρει ότι κανένας από εμάς τους υπόλοιπους δεν θέλει έναν πόλεμο».