Το Κυπριακό και η διαπραγμάτευση του ρίσκου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Κυπριακό και η διαπραγμάτευση του ρίσκου

Πώς μια φοβική αντιμετώπιση μπορεί να υπονομεύσει τις πιθανότητες βιώσιμης λύσης
Περίληψη: 

Το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου δεν έχει να προσθέσει νέα, μη διαχειρίσιμα, νομικά ρίσκα σε σχέση με την κυπριακή κυριαρχία. Επί της ουσίας η νομική βάση τής διαπραγμάτευσης είναι στέρεη. Όμως, φυσικά, τα πολιτικά ρίσκα παραμένουν.

Ο ΚΩΣΤΑΣ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Για βιογραφικές πληροφορίες, στην ιστοσελίδα http://ucy.ac.cy/dir/en/component/comprofiler/userprofile/kostisk και για επιλεγμένες δημοσιεύσεις στην http://www.works.bepress.com/costas_constantinou

07032014-1.jpg

Ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Αναστασιάδης, και ο επικεφαλής των Τουρκοκυπρίων, Ντερβίς Έρογλου, το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου 2014, όταν ανακοίνωσαν την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών. Andreas Manolis/Reuters

Η λύση του Κυπριακού προσφέρει ευκαιρίες και νέες δυνατότητες. Εμπεριέχει όμως και κινδύνους. Όπως κινδύνους εμπεριέχει και η μη λύση.

Τίθεται, μεταξύ άλλων, το ρίσκο τής προβληματικής διευθέτησης – αν η λύση τελικά αποδειχθεί μη λειτουργική και μη βιώσιμη, με κίνδυνο κατάρρευσης και νέων εχθροπραξιών. Τίθεται επίσης το ρίσκο τής στασιμότητας ή μιας ακόμη αποτυχίας διευθέτησης – δηλαδή το πού θα οδηγηθούν τα πράγματα με την παγίωση του στάτους κβο και την εδραίωση των τετελεσμένων. Το τελευταίο θεωρείται επικίνδυνο και υπό το πρίσμα τής εξόρυξης υδρογονανθράκων και γενικά τής διαχείρισης του υπογείου πλούτου τής Κύπρου που μπορεί να γίνει απαρχή νέων διενέξεων. Όσον αφορά το πρόσφατο Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου (11-2-2014) [Α], η πολιτική αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε νομικά ρίσκα αναφορικά με την κατοχύρωση της ενιαίας κυριαρχίας τού κράτους.

Η διαπραγμάτευση του ρίσκου στο τραπέζι των συνομιλιών, αλλά και στο επίπεδο του δημόσιου λόγου και του καθορισμού πολιτικής, είναι η μεγάλη πρόκληση της σύγχρονης διακυβέρνησης. Πέρα από την ανάγκη προστασίας από ορατούς και άμεσους κινδύνους, οι μοντέρνες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από την συνειδητοποίηση του ρίσκου [1]. Δηλαδή, ασχολούνται μεθοδικά με την εξασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος, με την διαμόρφωση στρατηγικής για την κατοχύρωση συλλογικών συμφερόντων και την διασφάλιση τρόπων ζωής, με το πώς αναιρούνται ή ελαχιστοποιούνται οι προϋποθέσεις «ανάδυσης κινδύνων». Οι αναστοχαστικές κοινωνίες επίσης εξετάζουν, ή οφείλουν να εξετάζουν το πώς διαφορετικές οπτικές και ιδεολογίες εμπλέκονται στην παρουσίαση, κατασκευή και αναθεώρηση των κινδύνων.

Η διαχείριση του ρίσκου προσφέρει δυνατότητες πρόληψης και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης αλλά ενίοτε δημιουργεί και συμπλέγματα ανασφάλειας, όπως υπέρμετρο ψυχαναγκαστικό στοχασμό πάνω σε κίνδυνους, ο οποίος προάγει συνεχή καχυποψία και στασιμότητα. Δημιουργούνται επίσης προβλήματα μέσα από πρακτικές «ασφαλειοποίησης» όπου περιορίζεται ή ακόμη και αποκλείεται ο πολιτικός έλεγχος, αφού η ανάδειξη και αποδοχή συγκεκριμένων κινδύνων προκαθορίζει το πλαίσιο της συζήτησης και τις επιλογές αντίδρασης και άμυνας [2]. Ο παθητικός θεατής μπορεί να καθηλώνεται και να χειραγωγείται από τους μελλοντικούς κινδύνους που παρουσιάζονται από τους πολιτικούς δρώντες, αλλά ο ενεργός πολίτης οφείλει να στοχάζεται τα διλήμματα σύνθετων προβλημάτων, να ελέγχει και να διαλογίζεται τα ρίσκα και τις επιλογές ενώπιών του. Γι’ αυτό χρειάζεται νηφάλια ανάλυση και συγκριτική αξιολόγηση των ρίσκων. Δεν πρέπει να διεξάγεται η δημόσια συζήτηση, ούτε με υποτίμηση των ρίσκων αλλά ούτε και με αναγωγή τους σε άκρατη και στείρα κινδυνολογία. Σε σχέση με το Κυπριακό, το τελευταίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο.

Η αποφυγή τής κινδυνολογίας είναι δύσκολη όταν εμπλεκόμενοι δρώντες αντιλαμβάνονται και παρουσιάζουν τα ρίσκα ως υπαρξιακά (π.χ. κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφανισμός τής Τουρκοκυπριακής κοινότητας, κτλ.). Ο υπαρξιακός εκφοβισμός μπορεί να είναι ένας τρόπος μέσα από τον οποίο μειώνονται τα ρίσκα. Αλλά αυτός ο τρόπος νομιμοποιεί τα συμπλέγματα ανασφάλειας που ανέφερα πιο πάνω, ρουτίνες εκφοράς λόγου και ασφαλειοποίησης, κοινότυπες μορφές δράσης και δημόσιας έκφρασης, που δεν μπορούν εύκολα να διαφοροποιηθούν, και που αναπαράγουν συλλογικές ταυτότητες με ένα τρόπο αρνητικό – μέσω του κινδύνου που πραγματικά ή φαντασιακά τις απειλεί [3]. Το στοίχημα για μια σύγχρονη και δημιουργική κοινωνία είναι να βιώσει την ταυτότητά της θετικά, δηλαδή σε σχέση με αυτά που την ενώνουν παρά με εκείνα που την διαχωρίζουν από τους «επικίνδυνους» άλλους, αλλά και να διαχειριστεί το ρίσκο πέραν από ισοπεδωτικούς εκφοβισμούς και απόλυτα διλήμματα. Με άλλα λόγια, με ένα τρόπο διαλεκτικό, εποικοδομητικό και αναστοχαστικό. Γι’ αυτό οι πολιτικές θέσεις σε σχέση με τον Α ή Β «κίνδυνο» πρέπει να τεκμηριώνονται και να ελέγχονται δημόσια και συστηματικά.

Φυσικά, πέρα από την προστασία από κινδύνους και την διεξοδική ανάλυση των ρίσκων, είναι σημαντικό οι πολιτικές κοινωνίες να αντιληφθούν ότι οι κίνδυνοι και τα ρίσκα πάντοτε θα υπάρχουν. Οι κίνδυνοι αλλάζουν και μετασχηματίζονται, όπως και οι κοινωνίες [4]. Είναι σημαντική η εξουδετέρωση κινδύνων και η ελαχιστοποίηση των ρίσκων ως προϋπόθεση για ένα βιώσιμο μέλλον. Αλλά είναι εξίσου σημαντική και η αντίληψη ότι δεν υπάρχει βιώσιμο μέλλον σε κοινωνίες όπου η συνειδητοποίηση και μόνο τού ρίσκου τις αποσυντονίζει, κοινωνίες που έχουν εισέλθει σε ένα τούνελ μόνιμης φοβίας, ασφαλειοποίησης και κινδυνολογίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις παρουσιάζεται το εξής παράδοξο: η απεγνωσμένη προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος ασφάλειας ανακυκλώνει και αναπαράγει το πρόβλημα που προσπαθεί να επιλύσει.

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Παίρνω έναυσμα από την συζήτηση στην Κύπρο, και σε λιγότερο βαθμό στην Ελλάδα, γύρω από το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου, για να θέσω κάποιες παραμέτρους που θεωρώ ότι είναι χρήσιμες για να κατανοήσουμε τα πιθανά ρίσκα όσον αφορά το θέμα της κυριαρχίας: