Ψυχρότητα για την Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ψυχρότητα για την Τουρκία

Μεταρρυθμίζοντας την Άγκυρα από έξω προς τα μέσα
Περίληψη: 

Η Τουρκία μπορεί να φαίνεται σαν μια ανερχόμενη δύναμη που διαθέτει αυτοπεποίθηση, αλλά οι ηγέτες της φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν από την Δύση τόσο όσο πάντοτε. Όπως και στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ωθήσουν την Τουρκία προς πολιτικές μεταρρυθμίσεις υπενθυμίζοντας στην Άγκυρα ότι πρέπει λειτουργήσει με τα δυτικά δημοκρατικά πρότυπα, αν θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνει τα οφέλη τού να εκλαμβάνεται ως σύμμαχος.

Ο HALIL KARAVELI είναι βασικός συνεργάτης στο Central Asia-Caucasus Institute και στο Πρόγραμμα Σπουδών Silk Road το οποίο είναι συνδεδεμένο με την Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και το Institute for Security and Development Policy. Είναι επίσης διευθυντής σύνταξης στο Turkey Analyst.

Η τουρκική δημοκρατία γέννησε μια δικτατορία το 1923. Και υπάρχουν πολλές πιθανότητες ότι θα παρέμενε έτσι αν δεν υπήρχε η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών ως παγκόσμια ηγετική δύναμη από το 1945.

Για να δούμε το γιατί, ας εξετάσουμε τα δύο μεγάλα δημοκρατικά σημεία καμπής στα τελευταία 90 χρόνια τής Τουρκίας. Το πρώτο ήταν το 1950, όταν οι πρώτες ελεύθερες πολυκομματικές εκλογές τής χώρας παραμέρισαν το αυταρχικό κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και έφεραν στην εξουσία το συντηρητικό Δημοκρατικό Κόμμα (DP).Ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής τής Τουρκικής Δημοκρατίας, ήθελε η Τουρκία να εκδυτικοποιηθεί, αλλά η μονοκομματική εξουσία που είχε εφαρμόσει ήταν βαθύτατα αντι-φιλελεύθερη και εμπνευσμένη από την Δυτική δεξιά αυταρχική πολιτική σκέψη. Με άλλα λόγια, η πραγματική δημοκρατία δεν συγκαταλεγόταν αναγκαστικά μεταξύ των αρχών που ο Ατατούρκ ήθελε να ακολουθήσει η Τουρκία.

Η επόμενη μεγάλη δημοκρατική μετάβαση έλαβε χώρα περίπου μισό αιώνα αργότερα, το 2002, όταν το ισλαμικό-συντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ανήλθε στην εξουσία. Το ΑΚΡ διέλυσε το σύστημα τής εποπτείας τού στρατού επί της πολιτικής, το οποίο είχε τεθεί σε ισχύ από το 1960, όταν ο στρατός οργάνωσε το πρώτο από μια σειρά τεσσάρων πραξικοπημάτων που εξασφάλιζαν ότι θα κρατούσε για πάντα στα χέρια του τους μοχλούς τής εξουσίας. Το ΑΚΡ ανάγκασε τον στρατό να αποδεχθεί την πολιτική εξουσία (και την εξουσία ενός πολιτικού κόμματος που δεν άρεσε στον στρατό) και στην συνέχεια προώθησε νομικές αλλαγές που περιόρισαν τον πολιτικό ρόλο τού στρατού. Το πιο σημαντικό, άλλαξε την σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, το σώμα που ο στρατός είχε χρησιμοποιήσει για να επιβάλει την θέλησή του στις εκλεγμένες κυβερνήσεις, με τη μείωση του αριθμού των στρατηγών στο σώμα και την υποταγή τους στους πολιτικούς αντιπροσώπους. Επίσης, στελέχωσε το δικαστικό σώμα με πιστούς δικαστές και εισαγγελείς, οι οποίοι στην συνέχεια ανέλαβαν τις περιπτώσεις των εκατοντάδων ανώτερων αξιωματικών τού στρατού που κατηγορήθηκαν ότι σχεδίαζαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Αν και ο υφέρπων αυταρχισμός τού ΑΚΡ αποτελεί πλέον μια ανησυχία, είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί το πόσο σημαντικές ήταν οι αρχικές μεταρρυθμίσεις που εξεδίωξαν τον στρατό από την πολιτική.

Οι δημοκρατικές επαναστάσεις τής Τουρκίας - η μετάβαση στην πολυκομματική δημοκρατία το 1950 και το τέλος τής στρατιωτικής κηδεμονίας στις αρχές τής δεκαετίας τού 2000 – ήταν αμφότερες ριζωμένες στις εσωτερικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τα προηγούμενα έτη. Στην δεκαετία τού 1940, η άρχουσα ελίτ τού CHP είχε διαχωρίσει τον ρόλο τού κράτους από την οικονομία. Κάποιοι τάχθηκαν με την αναδυόμενη αστική τάξη, που απαιτούσε μεγαλύτερη ελευθερία. Οι παραδοσιακά Κεμαλικοί, εν τω μεταξύ, ήθελαν να προστατεύσουν την εξουσία των γραφειοκρατών.

Στην δεκαετία τού 1990, συνέβη κάτι παρόμοιο. Χάρη στην οικονομική απελευθέρωση της δεκαετίας τού 1980 και στην παγκοσμιοποίηση, μια νέα μεσαία τάξη ήρθε στο προσκήνιο στην Ανατολία, την συντηρητική ενδοχώρα τής Τουρκίας. Οι αναδυόμενοι συντηρητικοί αγανάκτησαν με την κηδεμονία τού στρατού και τον αυταρχισμό τού κράτους. Υποστηριζόμενοι από τους φιλελεύθερους, χάρισαν στο κόμμα τους μια νίκη το 2002 και στην συνέχεια ανέλαβαν το σύνολο του κρατικού μηχανισμού.

Μια εξωτερική δύναμη βοήθησε να καθοριστεί η έκβαση αυτών των δημοκρατικών επαναστάσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι απερχόμενοι αυταρχικοί - το CHP και ο στρατός - υπέκυψαν επειδή ήξεραν ότι αν δεν το έκαναν η αμερικανική και η άλλη δυτική στήριξη θα εξαφανιζόταν. Και χωρίς αυτήν την υποστήριξη, η ασφάλεια και η ευημερία τής Τουρκίας θα υφίστατο πλήγμα.

Μετά τη νίκη τού αντιπολιτευτικού DP το 1950, ο στρατός προσφέρθηκε να οργανώσει πραξικόπημα για να κρατήσει τον ηττηθέντα πρόεδρο Ισμέτ Ινονού και το CHP στην εξουσία. Ο Ινονού δεν ήταν δημοκράτης. Υπό την εξουσία του, αριστεροί διανοούμενοι ρίχτηκαν στη φυλακή, ακόμα και δολοφονούνταν. Οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί διώκονταν. Προχώρησε ακόμη περισσότερο από όσο ο προκάτοχός του, ο Ατατούρκ, στην λατρεία τής προσωπικότητάς του, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του Αρχηγό τού Έθνους, κατ’ εικόνα των συγχρόνων του, όπως ο Ισπανός «Caudillo» Φράνκο. Δεν θα ήταν έκπληξη, λοιπόν, αν συμφωνούσε με το σχέδιο του στρατού. Αλλά ο Ινονού συμμορφώθηκε με το αποτέλεσμα των εκλογών και παραιτήθηκε κατά τα δέοντα.

Σε αυτή την περίπτωση, η επιρροή των ΗΠΑ ήταν καθοριστική. Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ινονού είχε κατευθύνει την Τουρκία επικίνδυνα κοντά στη ναζιστική Γερμανία. Το καθεστώς τής Τουρκίας διακινδύνευσε από την φιλο-ναζιστική κλίση του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία πίεσαν τον Ινονού να περάσει στην πλευρά των Συμμάχων, αλλά εκείνος αντιστάθηκε μέχρι που ο πόλεμος είχε σχεδόν τελειώσει. Απελπισμένος για προστασία από τις ΗΠΑ έναντι της Σοβιετικής Ένωσης που είχε εκφράσει εδαφικές απαιτήσεις, ο Ινονού έπρεπε να αποδείξει στην Δύση ότι η Τουρκία θα μπορούσε να είναι ένας αξιοσέβαστος σύμμαχος - και ποιός καλύτερος τρόπος από το να διεξαγάγει «ελεύθερες εκλογές» το 1946. Οι εκλογές δεν ήταν δίκαιες. Αλλά και πάλι, η Τουρκία ανταμείφθηκε για τις προσπάθειές της με βοήθεια στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ. Όμως και οι δύο πλευρές χρειάζονταν κάτι περισσότερο. Η Τουρκία ήταν ένα κράτος στην πρώτη γραμμή τού Ψυχρού Πολέμου, και τόσο η Τουρκία όσο και η Δύση ήθελαν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Αλλά δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει εφ’ όσον παρέμενε αυταρχική. Το καθεστώς Ινονού κατάλαβε ότι έπρεπε να παραδοθεί στους εγχώριους αντιπάλους του ή αλλιώς να αντιμετωπίσει την πλήρη απώλεια της προστασίας τής Δυτικής συμμαχίας απέναντι στην Σοβιετική Ένωση. Και έτσι πραγματοποιήθηκε ένας νέος γύρος εκλογών το 1950, και τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία.