Άγκυρα στη Μαύρη Θάλασσα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Άγκυρα στη Μαύρη Θάλασσα

Ο προαιώνιος αγώνας Τουρκίας και Ρωσίας για περιφερειακή υπεροχή
Περίληψη: 

Από την τουρκική οπτική, η εισβολή τής Ρωσίας στην Κριμαία ταιριάζει σε ένα πρότυπο 340 ετών, σύμφωνα με το οποίο η ρωσική κυριαρχία στη Μαύρη Θάλασσα είναι ένας πρόδρομος για επιθετικότητα στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η Τουρκία ξαφνικά αισθάνεται ιδιαίτερα ευάλωτη.

Ο AKIN UNVER είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Kadir Has, στην Κωνσταντινούπολη. Προηγουμένως ήταν υφηγητής Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στην έδρα Ertegün στο τμήμα Μεσανατολικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Princeton.

Η απώλεια της Κριμαίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία προς την ρωσική αυτοκρατορία το 1783 ήταν μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία των δύο πολιτισμών. Για τους Οθωμανούς, ήταν η πρώτη μόνιμη απώλεια ενός μεγάλου μουσουλμανικού εδάφους προς μια χριστιανική δύναμη, στην προκειμένη περίπτωση την Ρωσία τής Μεγάλης Αικατερίνης, η οποία, όπως η Ρωσία τού Βλαντιμίρ Πούτιν, είχε παρέμβει σε έναν κριμαϊκό εμφύλιο πόλεμο και τελικά προσάρτησε την χερσόνησο. Για τους Ρώσους, ήταν η αρχή τής μεταμόρφωσης της χώρας τους σε μια παγκόσμια δύναμη: μέσω της Μαύρης Θάλασσας, η Ρωσία θα μπορούσε να πλεύσει στην Δύση.

Από το 1783 και μετά, η Μόσχα χρησιμοποιούσε την θαλάσσια παρουσία της για να βασανίζει τους Οθωμανούς, κερδίζοντας περισσότερο έδαφος με μεγάλη αιματοχυσία και καταστροφή. Η Μόσχα επέκτεινε γρήγορα τις ναυτικές επιχειρήσεις της από τη Μαύρη Θάλασσα στις θάλασσες του Αιγαίου και της Μεσογείου. Καθώς έκανε αυτά, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έσπευσαν να αντιμετωπίσουν την Ρωσία στα στενά τού Βοσπόρου και των Δαρδανελίων. Ο ανταγωνισμός οδήγησε σε έναν άλλο πόλεμο στην Κριμαία, τον Κριμαϊκό πόλεμο του 1853-1856. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της βρετανικής και της γαλλικής απροθυμίας να αφήσουν την Ρωσία να κυριαρχήσει πλήρως στη Μαύρη Θάλασσα σε βάρος τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ήθελε επίσης επιρροή στην περιοχή. Ο πόλεμος ήταν λιγότερο μια τοπική αψιμαχία και περισσότερο μια προεπισκόπηση των επερχόμενων παγκοσμίων πολέμων.

Στα χαρτιά, η Ρωσία έχασε την μάχη και οι Οθωμανοί κέρδισαν. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν οι γαλλικές και οι βρετανικές δυνάμεις που είχαν κερδίσει πραγματικά τον πόλεμο για λογαριασμό των Οθωμανών. Ακόμα κι έτσι, οι Οθωμανοί αυτοκρατορικοί διαχειριστές παρερμήνευσαν τη νίκη και αισθανόμενοι υπεροχή, έγιναν οκνηροί. Οι Ρώσοι, εν τω μεταξύ, χρησιμοποίησαν την ήττα στην Κριμαία ως μια ευκαιρία για να προχωρήσουν σε μια σειρά από σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Τελικά, οι μεταρρυθμίσεις δεν εμπόδισαν την κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος, αλλά το έκαναν να πέσει πιο αργά από όσο η πτώση που συγκλόνισε τους Οθωμανούς. Έτσι, από τα τέλη τού 19ου αιώνα, η Ρωσία ήταν έτοιμη να κυριαρχήσει επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Καύκασο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα για μια ακόμη φορά.

Φυσικά, η ρωσική κυριαρχία ποτέ δεν σταμάτησε την Τουρκία από το να αισθάνεται ότι συνδέεται με την Κριμαία. Εκείνα τα χρόνια, η περιοχή έγινε το Παρίσι των μουσουλμάνων διανοουμένων. Παρήγαγε τους ιδρυτές τού σύγχρονου τουρκικού εθνικισμού, συμπεριλαμβανομένων του Yusuf Akçura και του İsmail Gasprinski. Για την Τουρκία, όμως, η Κριμαία είχε κάτι παραπάνω από πολιτιστική σημασία. Στο βιβλίο του «Shattering Empires», ο αναπληρωτής καθηγητής τού Princeton, Michael Reynolds, αποκαλύπτει ότι Κριμαία ήταν επίσης καθοριστική για το οθωμανικό σύστημα πληροφοριών, το οποίο πίστευε ότι αν η Ουκρανία διαχωριστεί από την Ρωσία, η Ρωσία θα καταρρεύσει. Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την οθωμανική επανάκαμψη στη Μαύρη Θάλασσα. Σύμφωνα με πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, η καλύτερη στρατηγική των Οθωμανών ήταν να ξεσηκώσουν την δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων Τατάρων στην Κριμαία.

Ίσως δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι το 1914, οι Οθωμανοί μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τον βομβαρδισμό τής Σεβαστούπολης (του ναύσταθμου της Ρωσίας στην Κριμαία), η οποία είχε γίνει σύμβολο του ρωσικού επεκτατισμού. Η αποστολή ήταν επιτυχής: ξεκλήρισε τις επιχειρήσεις τής Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα σε όλο τον Μεγάλο Πόλεμο. Ωστόσο, για άλλη μια φορά, ήταν μια εξωτερική δύναμη που πραγματικά είχε επιτρέψει την οθωμανική νίκη. Έχοντας έλλειψη δικής της ναυτικής στρατιωτικής τεχνολογίας, η αυτοκρατορία είχε χρησιμοποιήσει λαθραία δύο γερμανικά πολεμικά πλοία, το Goeben και το Breslau, για την επίθεση. Όταν ο Ρώσος πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έφυγε από την Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την βομβιστική επίθεση, υπέθεσε ότι οι Οθωμανοί θα μπορούσαν να κερδίσουν τη μάχη, αλλά θα ηττηθούν συνολικά: «Αν κερδίσουν οι Γερμανοί, οι Οθωμανοί θα γίνουν αποικίες τους. Αν νικήσουν οι Βρετανοί, η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα διαλυθεί». Μέχρι την στιγμή που επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη μετά το τέλος τού πολέμου, όπως παρατήρησε, θα μπορούσε ακόμη και να είναι μια ρωσική πόλη. Στην περίπτωση εκείνη, η Ρωσία πέτυχε περισσότερα κέρδη κατά των Οθωμανών από όσα περίμεναν αρχικά πολλοί Τούρκοι. Αλλά η επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, το γεγονός που οδήγησε τον Τσάρο να ανακαλέσει τον στρατό από την ανατολική Ανατολία, έσωσε απροσδόκητα την Οθωμανική Αυτοκρατορία από σίγουρη ρωσική σφαγή.

Η μεταπολεμική περίοδος σηματοδότησε μια σπάνια αναθέρμανση των ρωσο-τουρκικών σχέσεων. Ανήμπορη να ρίξει το βάρος της γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, λόγω της μετεπαναστατικής αδυναμίας της, η πρόσφατα ανακηρυχθείσα Σοβιετική Ένωση εγκατέλειψε την προηγούμενη στρατηγική τής τσαρικής επέκτασης και αντί γι’ αυτήν επέλεξε την συνεργασία. Εν τω μεταξύ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση δικών της αλλαγών, δηλαδή, έδινε χώρο στην τουρκική δημοκρατία υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Μάλιστα, μερικοί λένε ότι αυτή η εποχή των Λένιν-Ατατούρκ ήταν η μόνη περίοδος στην ιστορία πραγματικής συνεργασίας μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας. Σε εκείνες τις ημέρες, οι δημοφιλείς ηγέτες και των δύο μετα-αυτοκρατορικών κρατών έδιναν έμφαση στην αντίσταση εναντίον τής Δύσης, και η Κριμαία υποβαθμίστηκε ως σημείο τριβής μεταξύ τους.