Ο πολιτικός πόλεμος στην Ε.Ε. | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο πολιτικός πόλεμος στην Ε.Ε.

Όταν τελειώσει η προεκλογική περίοδος στην Ε.Ε. θα ξεκινήσουν οι πραγματικές πολιτικές μάχες

Αλλά η επέκταση της εξουσίας τής ΕΕ έχει εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με τον σχεδιασμό των οργάνων της. Οι δημιουργοί τής ΕΕ προόριζαν τα θεσμικά της όργανα να είναι ανεξάρτητα και τεχνοκρατικά, αλλά σαφώς όχι δημοκρατικά. Είχαν ένα όραμα μιας τεχνοκρατικής ΕΕ που να συμπληρώνει τις δράσεις των δημοκρατικών κρατών-μελών. Αυτό το όραμα ήταν βιώσιμο όσο οι αποφάσεις που λαμβάνονταν στις Βρυξέλλες ήταν σε μεγάλο βαθμό περιορισμένες στις σκοτεινές περιοχές των κανόνων τής αγοράς. Αλλά αυτό το αδύναμο σύστημα δημοκρατικής λογοδοσίας έχει καταστεί παρωχημένο. Τώρα που η ΕΕ έχει σημαντική επιρροή επί των εθνικών προϋπολογισμών και έναν όλο και πιο ορατό ρόλο στις πολιτικές που διαμορφώνουν τις ζωές των απλών πολιτών, δεν έχει καμία άλλη επιλογή από το να σφυρηλατήσει στενότερους δεσμούς με τους πολίτες.

ΑΥΤΗ Η ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ;

Οι ευρωεκλογές ήταν παραδοσιακά μια βαρετή υπόθεση. Οι ψηφοφόροι, σχετικά δίκαια, δεν τις εξέλαβαν ποτέ ως μια ευκαιρία για να έχουν τους αξιωματούχους τής ΕΕ υπό λογοδοσία για τις πολιτικές τού παρελθόντος, ούτε ως ευκαιρία για να εκφράσουν την υποστήριξή τους σε διαφορετικές πολιτικές. Οι εκλογές δεν έπαιξαν κανένα ρόλο στις αποφάσεις για την σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και η κομματική σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν επηρέασε την κατεύθυνση της πολιτικής τής ΕΕ κατά τρόπο που θα μπορούσαν να αντιληφθούν οι ψηφοφόροι.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσπαθεί τώρα να το αλλάξει αυτό με το να μετατρέψει τις εκλογές σε έναν ανταγωνισμό για την προεδρία τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ιστορικά, οι πρόεδροι της επιτροπής έχουν επιλεγεί μέσω παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ των κυβερνήσεων. Αλλά, στο όνομα της αυξανόμενης δημόσιας δέσμευσης και της ενίσχυσης της δημοκρατίας τής ΕΕ, το κοινοβούλιο αποφάσισε να ερμηνεύσει μια διφορούμενη διάταξη στην Συνθήκη τής Λισαβόνας, η οποία δηλώνει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «λαμβάνει υπόψη» του τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών όταν αποφασίζεται ο πρόεδρος τής Επιτροπής. Τα κόμματα του κοινοβουλίου έχουν έτσι υποψηφίους για την προεδρία, και έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους ότι θα στηρίξουν μόνο τον υποψήφιο του οποίου το κόμμα επικρατήσει στις εκλογές. Στην πραγματικότητα, έχουν αποφασίσει να μετατρέψουν την προεδρία τής Επιτροπής σε πρωθυπουργικό ρόλο, ο οποίος θα υπηρετεί υπό την αιγίδα τής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Οι πρώτες σχεδόν πανευρωπαϊκές ευρωεκλογές είναι τώρα στην τελική ευθεία, με διαχειριστές προεκλογικών εκστρατειών, λεωφορεία στολισμένα με κομματικά λογότυπα, και απ’ευθείας Twitter feeds από την προεκλογική εκστρατεία. Οι κορυφαίοι υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς και του κεντροδεξιού από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, ο οποίος κατάγεται από το Λουξεμβούργο, πραγματοποίησαν πρόσφατα το πρώτο προεδρικό ντιμπέιτ σε επίπεδο ΕΕ. Μερικοί έχουν προτείνει ότι η Ευρώπη εισέρχεται πλέον σε μια νέα εποχή πραγματικά πανευρωπαϊκής δημοκρατικής πολιτικής, που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον και την εμπλοκή των ψηφοφόρων.

Αλλά αντίθετα με τους ισχυρισμούς αυτών των ένθερμων υποστηρικτών, η προσπάθεια του ευρωκοινοβουλίου να μετατρέψει την επιλογή τού Προέδρου τής Επιτροπής σε έναν κομματικό ανταγωνισμό έχει αποδειχθεί βαθιά προβληματική. Πρώτον, οι εκστρατείες είναι ανιαρές σε σύγκριση με τα πρότυπα της κάθε εθνικής εκλογής. Ενώ ο διαγωνισμός τραγουδιού τής Eurovision μεταδόθηκε από τα κορυφαία δίκτυα της ηπείρου, τα προεδρικά ντιμπέιτ παίχτηκαν από μικρά κανάλια, ή σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μεταδόθηκαν καθόλου. Οι υποψήφιοι δεν έχουν προσελκύσει πολύ προσοχή ούτε ενέπνευσαν μεγάλο ενθουσιασμό.

Για τους ψηφοφόρους που δίνουν προσοχή, η εκστρατεία κινδυνεύει να δώσει την παραπλανητική εντύπωση ότι εκλέγουν έναν ηγέτη ο οποίος θα μεταβάλλει τον κομματικό προσανατολισμό τής εκτελεστικής εξουσίας τής ΕΕ. Στην πραγματικότητα, εφ’ όσον τα μεμονωμένα κράτη-μέλη ορίζουν τους άλλους 27 επιτρόπους που ασκούν την εκτελεστική εξουσία τής ΕΕ μαζί με τον πρόεδρο τής Επιτροπής, η Επιτροπή θα παραμείνει ένας πολυκομματικός οργανισμός που θα επιδιώκει ευρεία διακομματική συναίνεση και δεν θα εξυπηρετεί απλά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την αριστερά ή την δεξιά. Υπό αυτήν την έννοια, ακόμη και αν δεν πετύχει τελικά, το κίνητρο του κοινοβουλίου να εμφυσήσει περισσότερη πολιτική στην Επιτροπή συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους. Για δεκαετίες, η Επιτροπή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως διαιτητής σε διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών και στην εφαρμογή τού ευρωπαϊκού δικαίου. Αν η προεδρία της είναι πολιτικοποιημένη, αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει εύκολα την αξιοπιστία της ως ενός ουδέτερου διαιτητή.

Γενικότερα, δεν είναι σαφές κατά πόσον η περαιτέρω ενδυνάμωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ένας σοφός τρόπος για την αντιμετώπιση του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» της Ευρώπης. Οι διαδοχικές ενισχύσεις τής εξουσίας τού κοινοβουλίου κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες δείχνουν το αντίθετο. Αντί να λύσει τα δημοκρατικά προβλήματα της ΕΕ, η απόδοση ισχύος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει οδηγήσει σε σταθερή πτώση των ποσοστών συμμετοχής στις εκλογές, και σε ένα σώμα ψηφοφόρων που επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στα εθνικά θέματα, όταν πηγαίνει στις κάλπες.

Η ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΜΑΧΗ