Χριστιανική Κίνα; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Χριστιανική Κίνα;

Πώς η διάδοση του Χριστιανισμού στο Μέσο Βασίλειο αλλάζει το θρησκευτικό τοπίο

Αναβίωση του Χριστιανισμού παρατηρήθηκε σε μικρό βαθμό κατά τον πρώιμο 14ο αιώνα μετά την ίδρυση της πρώτης ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας το 1299, κυρίως όμως κατά τον 16ο αιώνα με την έλευση Ιησουιτών ιεραποστόλων, οι οποίοι επιδόθηκαν με ζήλο στον προσηλυτισμό ενός τμήματος του πληθυσμού στον Καθολικισμό, ιδίως στη νότιο Κίνα. Η νότιος Κίνα αποτέλεσε έκτοτε και έως την σύγχρονη περίοδο, την κύρια γεωγραφική βάση του Χριστιανισμού [5].

Νέα καταστολή των χριστιανικών κοινοτήτων τής Κίνας πραγματοποιήθηκε στα μέσα τού 18ου αιώνα, όταν μέλη της διοικητικής ελίτ των Μαντσού, τα οποία είχαν προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό, καταδικάσθηκαν για αυτές τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και καθαιρέθηκαν από τα αξιώματά τους. Ο Χριστιανισμός εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως θρησκεία εχθρική για τα συμφέροντα του κράτους [6].

Η διάδοση του άλλου ισχυρού ρεύματος του Χριστιανισμού, του Προτεσταντισμού, εντοπίζεται σε μεταγενέστερη περίοδο, καθώς πραγματοποιήθηκε με αφετηρία τον 19ο αιώνα μέσω αγγλοσαξονικών ιεραποστολών, οι οποίες συνδυάζονταν με την αύξηση της γεωπολιτικής επιρροής τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην ασιατική ήπειρο, καθώς και με την αυξανόμενη παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρύτερη περιοχή τού Ειρηνικού Ωκεανού κατά τον ύστερο 19ο αιώνα. Ο ιεραποστολικός ζήλος των Προτεσταντών, ο οποίος παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τον 19ο αιώνα, οφείλεται και σε έναν άλλο παράγοντα, τη μεγάλη κρίση τής Καθολικής Εκκλησίας στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του κοσμικού πλαισίου. Αποτελώντας έως τότε δευτερεύοντα παράγοντα στη συνολική παρουσία τού Χριστιανισμού, οι Προτεστάντες άδραξαν την ευκαιρία με πολυάριθμες ιεραποστολές ανά την υφήλιο, οι οποίες βοηθούνταν από την ισχυρή παρουσία δύο προτεσταντικών κρατών, της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πρόσθετες διώξεις σε βάρος τού διευρυνόμενου χριστιανικού πληθυσμού τής Κίνας πραγματοποιήθηκαν κατά τον ύστερο 19ο αιώνα μετά την αιματηρή καταστολή τής Εξέγερσης Ταϊπίνγκ (1850-1864), επικεφαλής της οποίας ήταν Χριστιανός με εσχατολογικές απόψεις και στην οποία συμμετέσχε τμήμα τού χριστιανικού πληθυσμού τής χώρας. Η Εξέγερση Ταϊπίνγκ προκάλεσε 20 εκατομμύρια νεκρούς και αποτέλεσε ένα από τα πλέον τραυματικά γεγονότα στην ιστορία τής Κίνας και οι επιπτώσεις της παραμένουν ακόμη και σήμερα ισχυρές στην πρόσληψη του Χριστιανισμού από το κινεζικό κράτος [7].

Η καχυποψία των αυτοκρατορικών Αρχών έναντι της διάδοσης του Χριστιανισμού, ο οποίος αντιμετωπιζόταν ως εισαγωγή των επεκτατικών προσπαθειών των δυτικών δυνάμεων, φαινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιβεβαιώνεται. Η στάση των αυτοκρατορικών Αρχών αποτυπώνεται σε μαρτυρία, την οποία διασώζει ο Ευαγγελιστής ιεραπόστολος Robert Morrison (1782-1834), ένας από τους πλέον δραστήριους και αποτελεσματικούς παράγοντες εξάπλωσης του Προτεσταντισμού στην Κίνα. Οι αυτοκρατορικές Αρχές επεδίωκαν την απαγόρευση του προσηλυτισμού, στον οποίον επιδίδονταν οι προτεσταντικές ιεραποστολές, με το επιχείρημα ότι η διάδοση της χριστιανικής θρησκείας επέτεινε τις επαναστατικές και ανατρεπτικές διαθέσεις του πληθυσμού τής επικρατείας: «Η εν λόγω θρησκεία δεν λατρεύει τα πνεύματα ούτε σέβεται τους προγόνους, σαφής ένδειξη ότι αντίκειται στο ορθό δόγμα. Και οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι ακολουθούν και εξοικειώνονται με τέτοιες προλήψεις, σε τι διαφέρουν άραγε από έναν εξεγερμένο όχλο»; [8]

ΤΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Η εθνικιστική Εξέγερση των Μπόξερ το 1900, η οποία στρεφόταν κατά της παρουσίας των εξωτερικών δυνάμεων, αφενός των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων αφετέρου της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε ως παράπλευρη συνέπεια τους διωγμούς κατά πολυαρίθμων Χριστιανών Κινέζων, οι οποίοι θεωρούνταν συνεργάτες των ξένων αποικιοκρατών. Η απόπειρα εσωτερικής ενοποίησης της Κίνας συνεχίστηκε από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις των Εθνικιστών –στους οποίους περιλαμβάνονταν αρκετοί Χριστιανοί- και των Κομμουνιστών. Η τελική επικράτηση των Κομμουνιστών το 1949 σχετίζεται σε ορισμένο βαθμό με το δόγμα πολιτικής ενότητας και αυτονομίας από εξωτερικές δυτικές επιδράσεις, τις οποίες προέβαλε το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Μετά το 1949 ακολούθησε νέος συστηματικός διωγμός σε βάρος τού Χριστιανισμού, αυτήν την φορά στο όνομα του μαχητικού αθεϊσμού τής νέας κομμουνιστικής καθεστωτικής ιδεολογίας. Ναοί έκλεισαν και καταστράφηκαν, ιερείς δολοφονήθηκαν και η λατρεία γνώρισε δραστικό περιορισμό σε όλη την επικράτεια της Κίνας κατά τις δεκαετίες τού 1950 και 1960. Οι ακρότητες, οι οποίες συνέβησαν κατά την μεταπολεμική περίοδο κορυφώθηκαν κατά την περίοδο της λεγομένης Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976), όταν ευρέα τμήματα της κινεζικής κοινωνίας υπέστησαν διώξεις σε ένα εγχείρημα δραστικής αναμόρφωσης της κοινωνικής και οικονομικής βάσης τής Κίνας. Η σύζυγος του Μάο Τσε Τουνγκ, Τζιανγκ Κινγκ, διακήρυξε ότι ο Χριστιανισμός ανήκε πλέον στο μουσείο τής ιστορίας, όμως η εξέλιξη της Κίνας θα διέψευδε πλήρως την άποψή της. Οι διώξεις αυτές έπληξαν σε μεγάλο βαθμό τον Χριστιανισμό, κυρίως, όμως, αποδυνάμωσαν τον βουδισμό και τον ταοϊσμό, οι οποίοι, άλλωστε, προσλαμβάνονταν ως γηγενείς θρησκευτικές παραδόσεις.

Η υποχώρηση των δύο αυτών παραδοσιακών θρησκευτικών αναφορών τής Κίνας ευνόησε σε μακροπρόθεσμο επίπεδο τον Χριστιανισμό, ο οποίος αναπλήρωσε το κενό που είχε δημιουργήσει η πολιτική κρατικών διώξεων. Πράγματι, η ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Κίνα κατά τον ύστερο 20ό και τον πρώιμο 21ο αιώνα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αποδυνάμωση των παραδοσιακών σινικών θρησκευτικών αντιλήψεων, του βουδισμού και του ταοϊσμού, από το κομμουνιστικό καθεστώς κατά το πρόσφατο παρελθόν.